Η εκτενής αναφορά του κρατικού τουρκικού πρακτορείου Anadolu στη Μουσουλμανική βιβλιοθήκη Hafız Ahmed Ağa στη Ρόδο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θέμα που, αν και εμφανίζεται ως πολιτιστικό, αποκτά ευρύτερη σημασία.
Το δημοσίευμα της 28ης Μαρτίου, το οποίο συνεχίζει να αναπαράγεται σε τουρκικά και διεθνή δίκτυα, δίνει ιδιαίτερο βάρος στο περιεχόμενο της συλλογής και στη σημασία του ιδρύματος για την οθωμανική κληρονομιά στη Ρόδο.
Σύμφωνα με το Anadolu, η βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1792 από τον Hafız Ahmed Ağa μέσω βακουφίου στην Κωνσταντινούπολη και σήμερα διαθέτει περίπου 2.000 έργα, εκ των οποίων τα 1.265 είναι χειρόγραφα στην οθωμανική, αραβική και περσική γλώσσα.
Η αναφορά συνοδεύεται από αναλυτική περιγραφή της συλλογής, η οποία καλύπτει 20 διαφορετικά επίπεδα, από τη θεολογία και το ισλαμικό δίκαιο έως την αστρονομία, την ιατρική και τη φιλοσοφία. Ιδιαίτερη θέση στο κείμενο καταλαμβάνει ένα χειρόγραφο Κοράνι του 15ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζεται ως το σημαντικότερο τεκμήριο της βιβλιοθήκης.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει δεν είναι μόνο το ίδιο το θέμα, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζεται αφού το τουρκικό πρακτορείο πέρα από την πολιτιστική αξία της βιβλιοθήκης επιμένει στη σπανιότητα των χειρογράφων, στην ιστορική διαδρομή τους, στην πρόσφατη ψηφιοποίηση του αρχείου και στη σημασία του ιδρύματος ως φορέα συνέχειας της οθωμανικής παρουσίας στο νησί. Με αυτόν τον τρόπο, ένα τοπικό πολιτιστικό θέμα αποκτά μεγαλύτερη συμβολική αξία.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η είδηση ξεπερνά τα στενά όρια ενός πολιτιστικού ρεπορτάζ καθώς οι καλά γνωρίζοντες επισημαίνουν ότι η έμφαση του Anadolu εντάσσεται σε μια ευρύτερη τουρκική πρακτική ανάδειξης οθωμανικών μνημείων, ιδρυμάτων και αρχείων εκτός των σημερινών τουρκικών συνόρων. Η πρακτική αυτή δεν είναι καινούργια, αλλά η επιλογή της Ρόδου και η ένταση της προβολής δείχνουν ότι η Άγκυρα συνεχίζει να επενδύει μεθοδικά στην πολιτιστική της παρουσία σε περιοχές με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος.
Στο υπόβαθρο αυτής της πολιτικής βρίσκονται κρατικοί φορείς όπως η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, που έχουν αναλάβει τα τελευταία χρόνια την καταγραφή, τεκμηρίωση και προβολή οθωμανικών ιδρυμάτων και τεκμηρίων στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τυπικά πρόκειται για μια πολιτιστική και επιστημονική δραστηριότητα στην πράξη, όμως, η συστηματική αυτή παρουσία δημιουργεί ένα σταθερό πεδίο επιρροής, μέσα από το οποίο η Τουρκία διατηρεί ενεργό ενδιαφέρον για χώρους και μνημεία που συνδέονται με το οθωμανικό παρελθόν.
Η ανάδειξη της βιβλιοθήκης Hafız Ahmed Ağa πέρα από τη διάσωση ενός αρχείου ή την προβολή ενός μνημείου όπως παρουσιάζεται, αφορά και στη διατήρηση μιας συγκεκριμένης αφήγησης για τη θέση της Ρόδου στον οθωμανικό κόσμο και για τη συνέχεια αυτής της κληρονομιάς μέχρι σήμερα.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η Άγκυρα, μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο στοχευμένων κινήσεων, επιλέγει και μια χαμηλότερης έντασης διαδρομή, μέσα από την πολιτιστική κληρονομιά, τα αρχεία, τα βακούφια και τη δημόσια προβολή τους. Πρόκειται για μια προσέγγιση ήπιας ισχύος, η οποία δεν δημιουργεί άμεση ένταση, αλλά διαμορφώνει σταδιακά ένα πλαίσιο παρουσίας και επιρροής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια αναφορά συνιστά αυτομάτως διπλωματικό επεισόδιο ωστόσο είναι αξιοσημείωτο ότι η προβολή μνημείων και συλλογών γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένουν εύθραυστες και η διαχείριση της ιστορίας έχει αποδειχθεί επανειλημμένα τομέας συμβολικής πίεσης.
Η ελληνική πλευρά απαντά θεσμικά, μέσω της διαχείρισης και προστασίας των μνημείων από τις αρμόδιες υπηρεσίες και με βάση το εθνικό και διεθνές πλαίσιο προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και των διεθνών δεσμεύσεων που απορρέουν από την UNESCO. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου ασκεί την αποκλειστική διαχείριση και συντήρηση όλων των μνημείων, αντιμετωπίζοντας την οθωμανική περίοδο ως αναπόσπαστο τμήμα της πολυεπίπεδης ιστορίας του νησιού.
Ωστόσο, η «διπλωματία των χειρογράφων» καταδεικνύει ότι η Άγκυρα διατηρεί ανοιχτά ζητήματα στη θεσμική «πίσω πόρτα». Η συστηματική επανάληψη τέτοιων αναφορών αποσκοπεί στη σταδιακή διαμόρφωση ενός πλαισίου διεκδικήσεων που, αν και ξεκινά από τον πολιτισμό, καταλήγει στην αμφισβήτηση του ενιαίου και αδιαίρετου χαρακτήρα του ελληνικού αφηγήματος στην περιοχή.
Η νέα προβολή της βιβλιοθήκης Hafız Ahmed Ağa από το Anadolu είναι, επομένως, από μόνη της μια είδηση όχι επειδή αλλάζει άμεσα κάτι αλλά επειδή καταγράφει με σαφήνεια τη συνέχιση μιας τουρκικής στρατηγικής που χρησιμοποιεί την πολιτιστική κληρονομιά ως μέσο παρουσίας, επιρροής και συμβολικής διεκδίκησης χώρου στον δημόσιο λόγο. Σε μια συγκυρία όπου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αναζητούν μια εύθραυστη σταθερότητα, η εργαλειοποίηση της ιστορίας παραμένει ένας από τους πιο λεπτούς και επικίνδυνους μοχλούς πίεσης.













