ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μαίρη Καμπουράκη: Θα προχωρήσω αυτά που δημιούργησε ο Βασίλης Καμπουράκης. Θα συνεχίσω την ιστορία και το όραμα των γονιών μου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΜΑΙΡΗ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗ

«Το δικό μου ταξίδι ξεκί­νησε σε μια ήπειρο με χρώματα, αρώματα και αυθε­ντι­κές ανα­μνή­σεις. Γεν­νή­θηκα στην Αφρική, στο Τζι­μπουτί, όπου ζούσε η οικο­γέ­νεια του πατέρα μου πολλά χρόνια πριν, και έμεινα έως 3 ετών. Ο μπαμπάς μου Βασίλης Καμπου­ρά­κης γεν­νή­θηκε στην Αβησ­συ­νία της Αιθιο­πίας, όπως και τα πέντε αδέλφια του.

Η Αιθιο­πία ήταν ιταλική αποικία, όπως η Ρόδος, συνεπώς η μετα­κί­νηση των Ιταλών υπηκόων, όπως ο παππούς μου, μεταξύ των αποι­κιών για να βρουν δουλειά ήταν τότε πολύ εύκολη. O πατέρας μου μετα­κι­νή­θηκε στη συνέ­χεια στο Τζι­μπουτί, γαλλική αποικία την εποχή εκείνη, όπου δρα­στη­ριο­ποι­ή­θηκε στην εξαγωγή καφέ, στις εισα­γω­γές αλκο­ο­λού­χων ποτών, δημιούρ­γησε φούρνο και αγόρασε το ξενο­δο­χείο “Hotel de L’Europe” στην κεντρική πλατεία.

Το ξενο­δο­χείο υπάρχει έως σήμερα και το επι­σκέ­φτηκα πριν από πέντε χρόνια με τα παιδιά μου, αλλά δυστυ­χώς δεν κατά­φερα να μείνω. Μέχρι τα 3 μου χρόνια στη Ρόδο, που τόσο λατρεύω, ερχό­μουν μόνο για δια­κο­πές.

Μετά όμως μετα­κο­μί­σαμε εδώ μόνιμα γιατί οι γονείς μου ξεκί­νη­σαν να χτίζουν το ξενο­δο­χείο “Mediterranean” το 1962, το οποίο λει­τούρ­γησε το 1964. Στην αρχή μέναμε οι δυο μας με τη μαμά μου Βαλασία στο νησί και ο μπαμπάς μου πηγαι­νο­ερ­χό­ταν, αλλά κυρίως έμενε στο Τζι­μπουτί.

Μέχρι που το 1971 απο­φά­σισε να επι­στρέ­ψει στην οικο­γέ­νειά του, είχε γεν­νη­θεί στο μεταξύ και ο αδελφός μου Αντώνης, είχε μπει και ο θεμέ­λιος λίθος του “Rodos Palace” στις αρχές του 1967 -λίγο πριν από τη δικτατορία- και στο Τζι­μπουτί τα πούλησε όλα.

Οταν ήμασταν παιδιά δεν ακού­σαμε ποτέ τους γονείς μας να κάνουν λόγο για την οικο­νο­μική άνεση που είχαμε ή για το αν ξεχω­ρί­ζαμε από τις υπό­λοι­πες οικο­γέ­νειες. Μέναμε στο πατρικό σπίτι της μαμάς μου και παίζαμε όλοι μαζί στη γει­το­νιά. Εχω φοβερές μνήμες, χαρού­με­νες και ξέγνοια­στες εικόνες.

Δεν υπήρχαν τότε ούτε ιδιω­τικά σχολεία στη Ρόδο, και αυτό βοη­θούσε πολύ στο να μη μεγα­λώνω δια­φο­ρε­τικά από τα άλλα παιδιά. Ημουν δυνατή μαθή­τρια – η μαμά μου απαι­τούσε από εμένα βαθμούς και αντα­πο­κρι­νό­μουν σε αυτό, μέχρι που μπήκα στην εφηβεία. Μετά ήρθε η αντί­δραση απέ­να­ντι στους γονείς μου.

Δεν ήθελα να λέω το επίθετό μου γιατί πλέον το γνώ­ρι­ζαν όλοι στο νησί της Ρόδου. Πήγαινα στη Λίνδο, τόπο κατα­γω­γής της μαμάς μου και θερινή κατοι­κία των παπ­πού­δων μου, και από αντί­δραση φορούσα τα γυαλιά ηλίου για να μη με ανα­γνω­ρί­ζουν και μου λένε πόσο μοιάζω στη γιαγιά μου. Ενιωθα πως δεν μπορώ να ξεφύγω.

Αρχικά δεν ήθελα να ασχο­ληθώ με τον του­ρι­σμό. Ηξερα από μέσα πόσο απαι­τη­τική δουλειά ήταν και επειδή και ως άνθρω­πος είμαι απαι­τη­τι­κός θα ήταν μια δύσκολη εξίσωση.

Απο­φά­σισα λοιπόν τότε, με την πλήρη υπο­στή­ριξη των γονιών μου, να σπου­δάσω Γεω­λο­γία στη Θεσ­σα­λο­νίκη. Η σχολή μού άρεσε πολύ, ήταν και μακριά από τη Ρόδο, που για να φτάσεις τότε ήθελες δύο δια­φο­ρε­τι­κές πτήσεις! Οταν ολο­κλή­ρωσα τις σπουδές μου, άρχισα να δουλεύω ως γεω­λό­γος στη θεμε­λί­ωση του Νοσο­κο­μείου της Ρόδου, μετά από σχετική προ­κή­ρυξη θέσης, ενώ ταυ­τό­χρονα, όπως και στα φοι­τη­τικά μου χρόνια, εργα­ζό­μουν στο “Rodos Palace” ως εκπαι­δευό­μενη ρεσε­ψιο­νίστ.

Στην πορεία, αντι­λαμ­βα­νό­μενη πως το επάγ­γελμα του γεω­λό­γου δεν θα μπο­ρούσε να στη­ρί­ξει τη ζωή που ήθελα να ζήσω και θα έπρεπε να ζητάω στήριξη από τους γονείς μου, άρχισα σιγά-σιγά να μπαίνω σε πιο βαθιά νερά μέσα στο “Rodos Palace”. Στο ενδιά­μεσο γνώρισα τον μετέ­πειτα σύζυγό μου Γιώργο Μπαρ­μπούτη στη Ρόδο, Αιγυ­πτιώτη Ελληνα με σπουδές στην Αμερική, παντρευ­τή­καμε και απο­φα­σί­σαμε να φύγουμε μαζί για ένα μετα­πτυ­χιακό στο Πανε­πι­στή­μιο Κορνέλ, που τότε είχε παράρ­τημα στο αγα­πη­μένο μου Παρίσι.

Εκεί οι γνώσεις μου στους ηλε­κτρο­νι­κούς υπο­λο­γι­στές που χρη­σι­μο­ποιού­σαμε ως πρω­το­πό­ροι στο ηλε­κτρο­νικό σύστημα κρα­τή­σεων δωμα­τίων, όταν τα υπό­λοιπα ξενο­δο­χεία το κάνανε με χει­ρό­γραφα μέσα, απο­δεί­χτη­καν σημα­ντι­κές. Δύο χρόνια λοιπόν στο Παρίσι σπού­δασα Ξενο­δο­χειακό Μάνα­τζμεντ και επέ­στρεψα στη Ρόδο μόνιμα πια. Εφερα στον κόσμο τη Βαλασία, αρχι­τέ­κτονα που ασχο­λεί­ται με τη σκη­νο­γρα­φία και την κατα­σκευή σκη­νι­κών για διε­θνείς παρα­γω­γές, και τον Αλέ­ξαν­δρο, μηχα­νο­λόγο μηχα­νικό, 28 και 25 χρόνων αντί­στοιχα σήμερα.

Η μεγάλη επι­στροφή

Μεγα­λώ­σαμε μέσα στα ξενο­δο­χεία και ήξερα να δια­κρίνω τις ανάγκες. Ενας απα­ρά­βα­τος κανόνας που ακο­λού­θησα και εγώ με την προ­σω­πική μου οικο­γέ­νεια στη συνέ­χεια ήταν να μαζευό­μα­στε και οι τέσ­σε­ρις στο μεση­με­ριανό τραπέζι. Εκεί ακού­γαμε τα πάντα γύρω από τη δουλειά και από τους δυο μας γονείς. Γιατί και η μαμά μου είχε ενεργό ρόλο στη λει­τουρ­γία του ξενο­δο­χείου, μαζί με τον αδελφό της, που ήταν ο οικο­νο­μι­κός μας διευ­θυ­ντής.

Ημασταν παρό­ντες σε καθετί που προ­έ­κυ­πτε από το χτίσιμό του. Δεν χρεια­ζό­ταν να μου ζητή­σουν οι γονείς μου να κάνω κάτι, το έκανα απευ­θείας μόλις αντι­λαμ­βα­νό­μουν την ανάγκη μόνη μου. Ηξερα να στρώνω επαγ­γελ­μα­τικά το κρεβάτι μου, μια συνή­θεια που μου έχει μείνει έως σήμερα, ήξερα από σέρβις, ο μπαμπάς μου με μάθαινε να φτιάχνω κοκτέιλ, μου άρεσε να δουλεύω στο μπαρ. Βοη­θούσα στο στρώ­σιμο των τρα­πε­ζιών στα μεγάλα gala και τα συνέ­δρια. Οπότε η επι­στροφή ήταν σαν φυσική συνέ­χεια γιατί ουσια­στικά δεν είχα φύγει ποτέ. Ξεκί­νησα λοιπόν ως βοηθός στη ρεσε­ψιόν και δέχτηκα μεγάλο bulling από τους υπό­λοι­πους, μέχρι να κατα­λή­ξουμε να κάνουμε όλοι μαζί παρέα.

Εγώ δεν ήμουν το παιδί που θα μετέ­φερα στους γονείς μου ό,τι γινόταν με το προ­σω­πικό και κέρδισα την εμπι­στο­σύνη τους, ενώ μέχρι σήμερα είναι φίλοι μου και έχουν γίνει διευ­θυ­ντικά στελέχη σε μεγάλες ξενο­δο­χεια­κές μονάδες. Είχα πολύ άγχος τον πρώτο καιρό – θυμάμαι ακόμη ένα περι­στα­τικό όπου ένας πελάτης με ρώτησε στα αγγλικά πού είναι τα γήπεδα του τένις κι εγώ άκουσα πού μπορεί να γευ­μα­τί­σει και έτσι του απά­ντησα: “Επτά με 10 το πρωί σε αυτό το εστια­τό­ριο δεξιά, 12 με 2 το μεση­μέρι θα πάτε πίσω από την πισίνα και 7 με 10 το βράδυ στο “La Rotisserie”. Δηλαδή του απά­ντησα πως το γήπεδο μετα­φέ­ρε­ται τρεις φορές την ημέρα! Στη συνέ­χεια ασχο­λή­θηκα με τις κρα­τή­σεις, τις πωλή­σεις και τη διορ­γά­νωση των εκδη­λώ­σεων και των συνε­δρίων.

Το προ­σω­πικό όραμα

Το 1990 ένα σοβαρό θέμα υγείας του πατέρα μου με έριξε στα βαθιά καθώς μου παρέ­δωσε τη δια­χεί­ριση και των δύο ξενο­δο­χείων μας μέσα στη Μεγάλη Εβδο­μάδα. Είχε ήδη βάλει μπροστά τη θεμε­λί­ωση της νέας πτέ­ρυ­γας και του και­νού­ριου συνε­δρια­κού του “Rodos Palace”, κάτι που ολο­κλή­ρωσα μέσα σε δύο χρόνια μόνη μου.

Με την επάνοδο του πατέρα μου δια­χω­ρί­σαμε τις αρμο­διό­τη­τές μας ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο Αντώνης, που ήταν από την αρχή απο­φα­σι­σμέ­νος να ασχο­λη­θεί με τα ξενο­δο­χειακά, κι εγώ, που συνήθως ανα­λάμ­βανα όλα αυτά με τα οποία δεν ήθελαν να ασχο­λη­θούν οι υπό­λοι­ποι. Το αντι­κεί­μενο που πάντα απο­λάμ­βανα, και για το οποίο μου προ­τά­θηκε να μετα­κο­μίσω στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και να ασχο­ληθώ επαγ­γελ­μα­τικά ούσα παντρε­μένη με παιδιά, ήταν αυτό που σήμερα ονο­μά­ζουμε “Human Resource Management”. Ημουν εξαι­ρε­τική στις συνε­ντεύ­ξεις προ­σω­πι­κού.

Το επί­τευγμά μου είναι πως έχω καλούς συνερ­γά­τες που δουλεύω μαζί τους χρόνια και τους εμπι­στεύ­ο­μαι. Ο μετρ μας δου­λεύει μαζί μου εδώ και 52 χρόνια, πριν ακόμη ανοί­ξουμε! Σε ένα ξενο­δο­χείο όπως είναι το “Rodos Palace” με 450 άτομα προ­σω­πικό αυτό είναι καθο­ρι­στικό.

Επίσης, επειδή κλήθηκα να αναλάβω τα ηνία πολύ νέα, το πήρα προ­σω­πικά, και ενώ υπήρχαν οι πλάτες του πατέρα μου η ευθύνη ήταν δική μου και δούλεψα σκληρά. Θυμάμαι να πηγαίνω με το 12ποντο στην οικο­δομή όταν χτίζαμε τη νέα πτέρυγα, κάτι πρω­τό­γνωρο για τους εργο­λά­βους, και παρ’ όλα αυτά να μπορώ να επι­βληθώ και να προχωρά το έργο.

Δεν μάσησα ποτέ σε καμία πρό­κληση! Οταν το 1998, στο παρά πέντε, ανα­λά­βαμε τη διορ­γά­νωση της Συνόδου της τότε Δυτι­κο­ευ­ρω­παϊ­κής Ενωσης, με συνε­χείς απαι­τή­σεις όλο το 24ωρο για στήσιμο νέων αιθου­σών συνε­δριά­σεων, ταυ­τό­χρονη εξυ­πη­ρέ­τηση μεγάλου όγκου διπλω­μα­τι­κών αντι­προ­σω­πειών, αρχηγών κρατών και συμ­βού­λων και εξω­τε­ρικά catering, με απαι­τη­τι­κό­τερο το επίσημο γεύμα των Ευρω­παίων ηγετών στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγί­στρου στη Μεσαιω­νική Πόλη, και το φέραμε εις πέρας λαμ­βά­νο­ντας διθυ­ραμ­βι­κές κρι­τι­κές, ένιωσα πολύ μεγάλη ικα­νο­ποί­ηση!

Η Μάρ­γκα­ρετ Θάτσερ στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. (1988) στο ιστο­ρικό ξενο­δο­χείο

Χέλμουτ Κολ

 

 

 

Πάντα αισθα­νό­μουν δέος όταν φιλο­ξε­νού­σαμε μεγάλου βελη­νε­κούς ηγέτες στο “Rodos Palace”. Για παρά­δειγμα, τον πρόεδρο της Κίνας πριν από δέκα χρόνια, αλλά και ηγέτες από τα Αραβικά Εμιράτα, όπως έναν γαλα­ζο­αί­ματο Σαου­δά­ραβα που μετέ­τρεψε τη μεγάλη μας συνε­δριακή αίθουσα “Jupiter” σε χώρο προ­σευ­χής στρώ­νο­ντας περσικά χαλιά -μου δώρισε δύο φεύγοντας- απ’ άκρη σ’ άκρη και τοπο­θε­τώ­ντας τον θρόνο του στο κέντρο! Μία από τις προ­σω­πι­κό­τη­τες που ξεχώ­ρισα ήταν η Αλίκη Βου­γιου­κλάκη, η οποία, ενώ ήταν πραγ­μα­τικά μια μεγάλη σταρ, ήταν πολύ προσιτή και εξαι­ρε­τική στην παρέα. Η απλό­τητά της και η εξυ­πνάδα της μου έκαναν τρομερή εντύ­πωση.

Είμαι περή­φανη που είμαι κόρη του Βασίλη Καμπου­ράκη

Είμαι περή­φανη που είμαι η κόρη του Βασίλη Καμπου­ράκη. Ο μπαμπάς μου ήταν ένας πολύ δρα­στή­ριος άνθρω­πος, πρω­το­πό­ρος, διο­ρα­τι­κός, εργα­τι­κός. Μέχρι και λίγο πριν πεθάνει δούλευε από το πρωί μέχρι το από­γευμα. Εβλεπε πολύ μπροστά για την εποχή του. Του είχα πολλή αδυ­να­μία, όμως δεν μπορώ να πω ότι με καθό­ρισε περισ­σό­τερο από τη μητέρα μου Βαλασία.

Η σταρ Αλίκη Βου­γιου­κλάκη ήταν εξαι­ρε­τικά προσιτή κατά τη διαμονή της στο «Rodos Palace»

Η Ράνια της Ιορ­δα­νίας με τον Αντώνη Καμπου­ράκη

 

Ντέμης Ρούσσος

Απλώς μοιά­ζαμε περισ­σό­τερο, ήμουν πιο κοντά στη νοο­τρο­πία του, στον τρόπο με τον οποίο δια­χει­ρι­ζό­ταν και αντι­με­τώ­πιζε τις κατα­στά­σεις και τη ζωή. Οταν έχτισε τον πύργο του “Rodos Palace”, όλοι σχο­λί­α­ζαν την επιλογή του να μη φτιάξει μπαν­γκα­λόου στα 12 στρέμ­ματα οικο­πέ­δου, αλλά να χτίσει ένα θεόρατο κτίριο 17 ορόφων. Οταν το συζή­τησα μαζί του μου είπε: “Μαίρη, δεν με νοιάζει πώς το βλέπουν οι άλλοι απέξω. Με νοιάζει ο πελάτης μου τι βλέπει. Αν το είχα απλώσει ορι­ζό­ντια, πώς θα έβλεπαν θάλασσα;”.

Ο πατέρας μου επίσης μου έλεγε ότι υπάρ­χουν στιγμές που πρέπει να καθα­ρί­ζει ο εγκέ­φα­λος και να μη μιλάμε για δουλειά. Οταν πηγαίνω στο εξοχικό μου στο Κιοτάρι της Νότιας Ρόδου, ηρεμώ και βρίσκω τη γαλήνη μου. Εχω φίλους, έχω ωραίες παρέες και αν και είμαι μόνη μου πια μετά το δια­ζύ­γιό μου, το απο­λαμ­βάνω.

Προ­σω­πικά, μου αρέσει να επι­σκέ­πτο­μαι τσι­που­ρά­δικα, ταβερ­νά­κια και μικρές απο­μο­νω­μέ­νες παρα­λίες. Η Ρόδος έχει πολλά πρόσωπα, έχει και αυτή την πλευρά. Η μόνη περι­πέ­τεια και πρό­κληση στην οποία είμαι πια δεκτική είναι να δοκι­μάζω όλες τις νέες γαστρο­νο­μι­κές προ­τά­σεις που γεν­νιού­νται στη Ρόδο, γιατί, όπως μας λέγανε και οι γονείς μου, για να απορ­ρί­ψεις κάτι πρέπει πρώτα να το δοκι­μά­σεις. Α, και τα ταξίδια! Οσο για το δικό μου όραμα, θα πω το εξής: τι είναι πιο εύκολο ή τι είναι πιο δύσκολο; Να δημιουρ­γή­σεις αυτά τα οποία έφτιαξε ο πατέρας μου ή να τα συντη­ρή­σεις και να τα προ­χω­ρή­σεις; Πόσα παιδιά έχουν κατα­στρέ­ψει κλη­ρο­νο­μιές… Εγώ λοιπόν θα προ­χω­ρήσω αυτά που δημιούρ­γησε ο Βασίλης Καμπου­ρά­κης. Θα συνε­χίσω την ιστορία και το όραμα των γονιών μου».

Πηγή: protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.