ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Σαρρής: Αναδρομή στο Παρελθόν

news room 12 λεπτά ανάγνωση
ΣΑΡΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

Ο Ανα­στά­σιος Παπα­λη­γού­ρας ως Υπουρ­γός Δικαιο­σύ­νης κατά την 75η επέτειο της ίδρυσης του Συμ­βου­λίου Επι­κρα­τείας στην ομιλία του την οποίαν είχε εκφω­νή­σει και η οποία δημο­σιεύ­θηκε στο ΝΒ 2004-1521 , μεταξύ άλλων είχε πεί και τα εξής «

Κύριε Πρόεδρε της Δημο­κρα­τίας

Έχω την τιμή να εκπρο­σωπώ ενώπιον σας μία Κυβέρ­νηση που δεν εννοεί το Κράτος παρά ως Κράτος Δικαίου , , Κράτος αυστηρό και αδέ­κα­στο, απο­τε­λε­σμα­τικό και δημο­κρα­τικό , διάφανο και άμεμπτο στις επι­μέ­ρους λει­τουρ­γίες του, αλλη­λέγ­γυο με τον απλό πολίτη…»

Οι παρα­πάνω δηλώ­σεις ήταν πράγ­ματι εύστο­χες, όμως δεν με ενθου­σί­α­σαν διότι η πραγ­μα­τι­κό­τητα ήταν παντε­λώς δια­φο­ρε­τική και για τον λόγο αυτό έγραψα το παρα­κάτω κείμενο το οποίο αν δεν κάνω λάθος είχε δημο­σιευ­θεί και στον τοπικό τύπο, το οποίο και έχει ως εξής «Πιστεύω και φαντά­ζο­μαι ότι σε δηλώ­σεις με παρό­μοιο περιε­χό­μενο έχουν προβεί και οι προ­κά­το­χοι του Υπουρ­γοί και εγώ είμαι ο τελευ­ταίος που θα αμφι­σβη­τήσω την ειλι­κρί­νεια των δηλώ­σεων αυτών, όμως πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη διά­σταση μεταξύ δηλώ­σεων και ζωντα­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Την τελευ­ταία του­λά­χι­στον εικο­σα­ε­τία η πολι­τική ζωή του τόπου κατα­κλύ­ζε­ται κυριο­λε­κτικά από σκάν­δαλα, φαι­νό­μενα δια­πλο­κής και δια­φθο­ράς, τα οποία κλο­νί­ζουν την εμπι­στο­σύνη του πολίτη προς την αξιο­πι­στία του πολι­τι­κού μας συστή­μα­τος γενικά. Εγώ δεν μπορώ να γνωρίζω αν εκτός από πολι­τική ευθύνη υφί­στατο ή υφί­στα­ται και ποινική ευθύνη, τούτο δε διότι η ύπαρξη ή μη παρα­βα­τι­κής συμπε­ρι­φο­ράς απο­τε­λεί απο­κλει­στικό και μόνο έργο της Δικαιο­σύ­νης κατά ρητή συνταγ­μα­τική επιταγή. Γεγονός όμως είναι ότι η Δικαιο­σύνη βρί­σκε­ται στη δίνη του κυκλώνα και μερίδα μεν του πολι­τι­κού κόσμου επαί­ρε­ται για το ότι η Δικαιο­σύνη είναι ανε­ξάρ­τητη και αδέ­κα­στη πράτ­τουσα το καθήκον της, μερίδα δε ότι πρό­κει­ται για δικα­στικό πρα­ξι­κό­πημα, ανάλογα με το τι συμ­φέ­ρει στον καθένα. Άκουσα δε και με εντυ­πω­σί­ασε ότι είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που τα πολι­τικά κόμματα ασχο­λού­νται πάντοτε με τη Δικαιο­σύνη και τις απο­φά­σεις της, προ­σπα­θώ­ντας έτσι να την ποδη­γε­τή­σουν ή του­λά­χι­στο να την επη­ρε­ά­σουν.

Παρά ταύτα, το όραμα για μια δημο­κρα­τική και δικαιο­κρα­τού­μενη κοι­νω­νία παρα­μέ­νει πάντοτε ζωντανό και απο­τε­λεί απαί­τηση του λαού, από τον οποίο αρύ­ο­νται όλοι την εξουσία τους. Πλα­νά­ται όμως πάντοτε το ερώτημα είναι πραγ­μα­τικά ανε­ξάρ­τητη η Δικαιο­σύνη ή όχι; Και αν είναι ανε­ξάρ­τητη μήπως φαλ­κι­δεύ­ε­ται το έργο της με διά­φο­ρες επεμ­βά­σεις, τόσο της Νομο­θε­τι­κής όσο και της Εκτε­λε­στι­κής Εξου­σίας; Ή μήπως η Δικα­στική Εξουσία κατά την εκτέ­λεση του έργου της ποδη­γε­τεί τις άλλες δύο εξου­σίες, έχουμε δηλαδή σε τελική ανάλυση Κράτος Δικα­στών όπως τελευ­ταία είχαν απο­κα­λέ­σει τους λει­τουρ­γούς της;

Διά­κριση Εξου­σιών

Για την απά­ντηση στα παρα­πάνω ερω­τή­ματα είναι ανάγκη να ανα­φερ­θούμε στις σχε­τι­κές συνταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις. Ο Αρι­στο­τέ­λης στο βιβλίο του «Πολι­τικά» είχε κατα­τά­ξει το έργο της πόλης στο βου­λευό­μενο στο περί τας αρχάς και στο δικάζον. Ανα­φέ­ρε­ται ότι και ο μαθητής του Δικαί­αρ­χος, είχε γράψει μελέτη πάνω στη διά­κριση των λει­τουρ­γιών της πολι­τείας με τίτλο «Τρι­πο­λι­τικά». Ο Γάλλος φιλό­σο­φος Μοντε­σκιέ τον 18ο αιώνα στο βιβλίο τον «Περί του πνεύ­μα­τος των νόμων» είχε υπο­στη­ρί­ξει με επι­στη­μο­νικό τρόπο την τυπική διά­κριση των λει­τουρ­γιών της πολι­τείας. Τη θεωρία του Μοντε­σκιέ είχε υιο­θε­τή­σει η Γαλλική Επα­νά­σταση η οποία δια­κή­ρυξε την αξία της τυπικής διά­κρι­σης των εξου­σιών για τη σύσταση και λει­τουρ­γία ενός δημο­κρα­τι­κού κράτους.

Το άρθρο 26 του Συντάγ­μα­τος μας προ­βλέ­πει τη διά­κριση των εξου­σιών «1) Η νομο­θε­τική λει­τουρ­γία ασκεί­ται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημο­κρα­τίας 2) Η εκτε­λε­στική λει­τουρ­γία ασκεί­ται από τον Πρόεδρο της Δημο­κρα­τίας και την Κυβέρ­νηση 3)Η δικα­στική λει­τουρ­γία ασκεί­ται από τα δικα­στή­ρια. Οι απο­φά­σεις τους εκτε­λού­νται στο όνομα του Ελλη­νι­κού Λαού» . Το άρθρο 70 και επόμενα του Συντάγ­μα­τος ορίζουν τον τρόπο άσκησης του νομο­θε­τι­κού έργου.

Το άρθρο 81 ορίζει την συγκρό­τηση και απο­στολή της Κυβέρ­νη­σης και το άρθρο 87 ανα­φέ­ρε­ται στην απονομή της δικαιο­σύ­νης η οποία απο­νέ­με­ται από τακτι­κούς δικα­στές που απο­λαμ­βά­νουν λει­τουρ­γική και προ­σω­πική ανε­ξαρ­τη­σία.

Λει­τουρ­γική είναι η ανε­ξαρ­τη­σία που το Σύνταγμα εγγυά­ται στο δικαστή σε σχέση με το δικαιο­δο­τικό του λει­τούρ­γημα και κατά την οποίαν απα­γο­ρεύ­ε­ται κάθε είδους ετε­ρο­κα­θο­ρι­σμός ή και προ­σπά­θεια

ετε­ρο­κα­θο­ρι­σμού της δικα­νι­κής του πεποί­θη­σης. Η προ­σω­πική δε ανε­ξαρ­τη­σία του δικαστή δεν ανα­φέ­ρε­ται ευθέως στο λει­τούρ­γημα που ασκεί, αλλά απο­τε­λεί εγγύηση του προ­σω­πι­κού, υπη­ρε­σια­κού του καθή­κο­ντος με κανόνες που τον προ­φυ­λάσ­σουν από δυσμε­νείς επεμ­βά­σεις του νομο­θέτη, της εκτε­λε­στι­κής αλλά και της δικα­στι­κής λει­τουρ­γίας. Η αρχή της δικα­στι­κής ανε­ξαρ­τη­σίας απο­τε­λεί σταθερό στοι­χείο τόσο του ευρω­παϊ­κού, όσο και του ελλη­νι­κού συνταγ­μα­τι­κού δικαίου (πρβλ Συνταγ­μα­τικό δίκαιο Δ.Τσάτσου σελ. 550).

Ενώ όμως κατά τα λεχθέ­ντα είναι σαφής η διά­κριση των εξου­σιών αυτή κάμ­πτε­ται:

α)στο άρθρο 86 με το οποίο ορί­ζε­ται «1)Μόνο η Βουλή έχει την αρμο­διό­τητα να ασκεί δίωξη κατά όσων δια­τε­λούν ή διε­τέ­λε­σαν μέλη της Κυβέρ­νη­σης ή Υφυ­πουρ­γοί για ποινικά αδι­κή­ματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθη­κό­ντων τους όπως ο νόμος ορίζει. Απα­γο­ρεύ­ε­ται η θέσπιση ιδιω­νύ­μων υπουρ­γι­κών αδι­κη­μά­των.

2)Δίωξη, ανά­κριση, προ­α­νά­κριση ή προ­κα­ταρ­κτική εξέταση κατά των προ­σώ­πων και για τα αδι­κή­ματα που ανα­φέ­ρο­νται στην παρ. 1 δεν επι­τρέ­πε­ται χωρίς προη­γού­μενη απόφαση της Βουλής κατά την παρ. 37»

β)στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγ­μα­τος με το οποίο ορί­ζε­ται ότι « οι προ­α­γω­γές στις θέσεις του Προ­έ­δρου και του Αντι­προ­έ­δρου του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγ­κτι­κού Συνε­δρίου ενερ­γού­νται με προ­ε­δρικό διά­ταγμα που εκδί­δε­ται ύστερα από πρόταση του Υπουρ­γι­κού Συμ­βου­λίου με επιλογή μεταξύ των μελών του αντί­στοι­χου ανώ­τα­του δικα­στη­ρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προ­α­γωγή στη θέση του Εισαγ­γε­λέα του Αρείου Πάγου ενερ­γεί­ται με όμοιο διά­ταγμα προς αποφυγή δε επα­να­λή­ψεων αναφέρω ότι με διά­ταγμα γίνεται η προ­α­γωγή στη θέση του γενικού Επι­τρό­που του Ελεγ­κτι­κού Συνε­δρίου και της αντί­στοι­χης Γενικής Επι­τρο­πείας, όπως νόμος ορίζει.

Η παρα­πάνω επιλογή οφεί­λε­ται στην αρχή της λαϊκής κυριαρ­χίας, όπου ο λαός δια της ψήφου του ορίζει την Κυβέρ­νηση η οποία τον αντι­προ­σω­πεύει άρα η επιλογή της ηγεσίας των Ανω­τά­των Δικα­στη­ρίων απο­τε­λεί έκφανση της λαϊκής κυριαρ­χίας.

γ)Επίσης κάμ­πτε­ται η αρχή της διά­κρι­σης των εξου­σιών στο άρθρο 91 παρ. 1 του Συντάγ­μα­τος όπου ορί­ζε­ται «Η πει­θαρ­χική εξουσία στους δικα­στι­κούς λει­τουρ­γούς από το βαθμό του αρε­ο­πα­γίτη ή αντει­σαγ­γε­λέα του

Αρείου Πάγου και πάνω ή στους αντί­στοι­χους με αυτούς ασκεί­ται από ανώτατο πει­θαρ­χικό συμ­βού­λιο όπως νόμος ορίζει, την πει­θαρ­χική αγωγή εγείρει ο Υπουρ­γός Δικαιο­σύ­νης».

Το ερώτημα το οποίο τίθεται στη συνεί­δηση μου σαν απλού πολίτη εν σχέση με το άρθρο 86 είναι ότι μπορεί ο βου­λευ­τής να ασκεί καθή­κο­ντα τα οποία σύμφωνα με την αρχή της διά­κρι­σης των εξου­σιών, ανήκουν απο­κλει­στικά και μόνο στην Δικαιο­σύνη; Μπορεί ο βου­λευ­τής να κάνει τον δικαστή, έργο το οποίο ανήκει απο­κλει­στικά και μόνο στην δικαιο­σύνη; Μπορεί ο βου­λευ­τής να επι­φυ­λάσ­σει για τους Υπουρ­γούς και Υφυ­πουρ­γούς δικαί­ωμα δικα­στι­κής ασυλίας; Είναι ήσσονος αξιο­πι­στίας η κρίση του δικα­στι­κού λει­τουρ­γού από την κρίση του οποιου­δή­ποτε βου­λευτή, για την άσκηση της ποι­νι­κής δίωξης για αδι­κή­ματα τα οποία διέ­πρα­ξαν οι παρα­πάνω; Το σύστημα αυτό εξυ­πη­ρε­τεί την ισο­νο­μία και ισο­πο­λι­τεία, εγγυά­ται την αυτο­νο­μία του πολίτη, την αξιο­πι­στία του πολι­τι­κού συστή­μα­τος ή την εύρυθμη λει­τουρ­γία του πολι­τεύ­μα­τος; Κατά την ταπεινή μου άποψη όχι, νομίζω δε ότι συμπί­πτει με την άποψη πολλών άλλων πολιτών οι οποίοι πιστεύ­ουν ότι τελικά η δικαιο­σύνη δεν μπορεί να απο­νε­μη­θεί στους εντός της Βουλής και παρα­μέ­νει η καχυ­πο­ψία της συγκά­λυ­ψης συμπε­ρι­φο­ρών ποινικά κολα­σί­μων, από τους ίδιους τους εκπρο­σώ­πους του λαού.

Εν σχέσει με το άρθρο 90 εγώ του­λά­χι­στο πιστεύω ότι απο­τε­λεί ωμή επέμ­βαση της εκτε­λε­στι­κής εξου­σίας στην Δικαιο­σύνη δια της επι­λο­γής ή του κατ’ουσίαν διο­ρι­σμού της ηγεσίας της. Θέλει η εκτε­λε­στική εξουσία να δια­τη­ρεί τον ομφάλιο λώρο με την δικαιο­σύνη δια του διο­ρι­σμού της ηγεσίας της και δι’αυτού του τρόπου του έμμεσου επη­ρε­α­σμού της.

Τα θεσμικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι με την όποτε γίνει ανα­θε­ώ­ρηση του Συντάγ­μα­τος α)να παύσουν οι βου­λευ­τές να ασκούν έργα που εξ ορισμού ανήκουν μόνο στην Δικαιο­σύνη, η δε αρμο­διό­τητα για την δίωξη, ανά­κριση, προ­α­νά­κριση ή προ­κα­ταρ­κτική εξέταση κατά των Υπουρ­γών και Υφυ­πουρ­γών, να ανήκει σε συμ­βού­λιο Εφετών, σε τριμελή ή πεντα­μελή σύνθεση, το οποίο θα συγκρο­τεί­ται δια κλη­ρώ­σεως.

Ενώ δε είχα γράψει τις παρα­πάνω σκέψεις διάβασα στον ημε­ρή­σιο τύπο της 14ης-6-09 «Δικα­στική δικλίδα στο νόμο περί ευθύνης των Υπουργών-Τριμελές δικα­στικό συμ­βού­λιο θα επι­με­λεί­ται των δικο­γρα­φιών που θα δια­βι­βά­ζο­νται στη Βουλή. Συγκε­κρι­μένα προ­βλέ­πε­ται το Συμ­βού­λιο να συγκρο­τεί­ται από ένα Αρε­ο­πα­γίτη και δύο Προ­έ­δρους Εφετών δια

κλη­ρώ­σεων, το οποίο και θα ελέγχει κάθε δικο­γρα­φία η οποία θα δια­βι­βά­ζε­ται στη Βουλή για να δια­πι­στώ­σει αν υπάρ­χουν στοι­χεία που θεμε­λιώ­νουν πραγ­μα­τική εμπλοκή πολι­τι­κού προ­σώ­που».

Ως έχει σήμερα το Σύνταγμα πιστεύω ότι η τρο­πο­ποί­ηση αυτή απο­τε­λεί προ­σπά­θεια προς την ορθή κατεύ­θυνση παρα­μέ­νει όμως ακέραιο το ερώτημα του πολίτη γιατί για να διω­χθούν οι Υπουρ­γοί ή οι Υφυ­πουρ­γοί πρέπει πρώτα να απο­φα­σί­σει η Βουλή;

β)Να επι­λέ­γουν οι ίδιοι οι δικα­στές την ηγεσία τους οι οποίοι και γνω­ρί­ζουν καλύ­τερα από τον καθένα, την νομική κατάρ­τιση, αλλά και το ήθος των συνα­δέλ­φων τους. Δεν θα πρέπει όμως να εκθέ­τουν οι ενδια­φε­ρό­με­νοι προς τούτο υπο­ψη­φιό­τητα και να ψηφί­ζο­νται από την Ολο­μέ­λεια του αντί­στοι­χου Ανώ­τα­του Δικα­στη­ρίου, διότι τούτο θα οδη­γή­σει στην ανά­πτυξη σχέσεων και εν γένει συμπε­ρι­φο­ρών ασυμ­βί­βα­στων προς το ήθος και την απο­στολή τους προ­κει­μέ­νου να ικα­νο­ποι­η­θεί η κατά τα λοιπά θεμιτή ανθρώ­πινη φιλο­δο­ξία τους. Διάβασα πολλές κατά καιρούς δια­τυ­πω­θεί­σες σκέψεις και προ­τά­σεις, η δική μου άποψη είναι ότι οι Αντι­πρό­ε­δροι θα εκλέ­γο­νται από τους αρχαιό­τε­ρους των δικα­στι­κών λει­τουρ­γών κάθε ενός Δικα­στη­ρίου και αυτοί θα εκλέ­γουν τον Πρόεδρό τους. Δικαί­ωμα εκλογής στην ηγεσία του Ανώ­τα­του Δικα­στη­ρίου θα’χουν όσοι πριν ή κατα­λη­φθούν από το όριο ηλικίας για την υπο­χρε­ω­τική τους έξοδο από το Σώμα απο­μέ­νει χρόνος υπη­ρε­σίας μεγα­λύ­τε­ρος του έτους. Πρό­ε­δρος θα εκλέ­γε­ται ο συγκε­ντρώ­νων την απόλυτη πλειο­ψη­φία των ψηφι­σά­ντων Αντι­προ­έ­δρων.

Εάν μετά από δύο ψηφο­φο­ρίες δεν εκλεγεί Πρό­ε­δρος, τότε θα διο­ρί­ζε­ται ένας εκ των Αντι­προ­έ­δρων με πρόταση του Υπουρ­γού Δικαιο­σύ­νης.

Για να φτάσει ένας δικα­στής στον ανώτατο βαθμό τούτο θα πρέπει να σημαί­νει ότι δια­κρί­νε­ται για τις αρετές του, το ήθος και τις γνώσεις του. Όμως επι­τέ­λους οι επι­θε­ω­ρη­τές των Δικα­στη­ρίων και τα Ανώτατα Δικα­στικά Συμ­βού­λια θα πρέπει να λει­τουρ­γή­σουν, ουσια­στικά και όχι με απο­κλει­στικό κρι­τή­ριο την συνα­δελ­φική αλλη­λεγ­γύη. Δεν πρέπει ο κάθε δικα­στής πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε να προ­ά­γε­ται στην αμέσως επόμενη θέση, ιδία δε μέχρι την προ­α­γωγή στο βαθμό του Εφέτη και μιλάω για την τακτική δικαιο­σύνη, όπου είναι το συνήθως συμ­βαί­νον. Δεν παρα­λεί­πε­ται κανείς ή σχεδόν δεν παρα­λεί­πε­ται κανείς. Απτή από­δειξη κατά την άποψή μου απο­τε­λεί ο πρό­σφα­τος νόμος 3630/2008 όπου μετά πάροδο δώδεκα ετών πραγ­μα­τι­κής υπη­ρε­σίας δια­πι­στώ­θηκε η ανε­πάρ­κεια δικα­στών, οι οποίοι εν τω μεταξύ

έφτασαν και μέχρι του βαθμού του Προ­έ­δρου Εφετών, Εισαγ­γε­λέα Εφετών και των αντί­στοι­χων βαθμών των λοιπών ανω­τά­των δικα­στη­ρίων και ενώ εκρί­θη­σαν με την προ­α­γωγή τους ως επαρ­κείς στην συνέ­χεια επα­νε­κρί­θη­σαν ανε­παρ­κείς ή ακα­τάλ­λη­λοι για την άσκηση δικα­στι­κών καθη­κό­ντων και με την «εθε­λου­σία» έξοδο ή παραι­τή­θη­σαν ή επαύ­θη­σαν. Οι επι­θε­ω­ρη­τές και το Ανώτατο Συμ­βού­λιο θα πρέπει κύριο και απο­κλει­στικό γνώμονα να’χουν μόνο το καλώς εννο­ού­μενο συμ­φέ­ρον της Δικαιο­σύ­νης. Δεν χρειά­ζε­ται πιστεύω τόσο πολύς χρόνος για να δια­πι­στω­θεί αν ένας δικα­στής είναι ή όχι αντά­ξιος του λει­τουρ­γή­μα­τός του, και αυτό πρέπει να συμ­βαί­νει μέχρι τον βαθμό του Πρω­το­δίκη. Δεν μπορεί να προ­ά­γεις κάποιον από Πρω­το­δίκη σε Πρόεδρο Πρω­το­δι­κών, στην συνέ­χεια σε Εφέτη και στη συνέ­χεια Πρόεδρο Εφετών και εκ των υστέρων να δια­πι­στώ­νεις ότι είναι ανε­παρ­κής ή ακα­τάλ­λη­λος και πρέπει να απο­πεμ­φθεί από το Σώμα. Δεν θα πρέπει όμως σε καμιά περί­πτωση η ανε­πάρ­κεια ή ακα­ταλ­λη­λό­τητα να κρί­νε­ται από την ταχύ­τητα εκδό­σεως των πολι­τι­κών απο­φά­σεων.

Διότι απ’ότι γνωρίζω στους προ­γρα­φέ­ντες συμπε­ρι­λή­φθηκε και μία Εφέτης υπη­ρε­τούσα στο Εφετείο Δωδ/σου, δια­κρι­νό­μενη για το ήθος και την επι­στη­μο­νική της κατάρ­τιση, πλην όμως εβρά­δυνε στην έκδοση των πολι­τι­κών απο­φά­σεων, με απο­τέ­λε­σμα η απο­πο­μπή της να καθί­στα­ται πραγ­μα­τική αδικία.

γ)Την πει­θαρ­χική αγωγή θα πρέπει να την ασκεί ο Πρό­ε­δρος του κάθε ανω­τά­του Δικα­στη­ρίου ή ο Εισαγ­γε­λέας του Αρείου Πάγου. Σε περί­πτωση μη άσκησης της ο Υπουρ­γός Δικαιο­σύ­νης έχει το δικαί­ωμα να παραγ­γεί­λει την άσκηση της πει­θαρ­χι­κής αγωγής και σε περί­πτωση μη άσκησης της εντός προ­θε­σμίας ενός μηνός, τότε πλέον να’χει το δικαί­ωμα ασκή­σεώς της.

δ)Τέλος οφείλω να πω ότι έστω και οι ελά­χι­στοι πολι­τι­κο­λο­γού­ντες δικα­στι­κοί λει­τουρ­γοί θα πρέπει να συνει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι είναι μόνο δικα­στές και όχι πολι­τι­κοί.

Δεν γνωρίζω αν με τις ταπει­νές μου σκέψεις συνέ­βαλα έστω και στο ελά­χι­στο στην επίλυση των προ­βλη­μά­των προς την ορθή κατεύ­θυνση, όμως αυτές είναι οι προ­σω­πι­κές μου σκέψεις, τις οποίες και σας κατα­θέτω. Όσοι δια­κο­νούμε την Δικαιο­σύνη, σίγουρα ενδια­φε­ρό­μα­στε για το κύρος και την αξιο­πι­στία της.

Η Δικαιο­σύνη είναι το θεμέλιο της κοι­νω­νι­κής συνερ­γα­σίας, μιας συνερ-γασίας που για να είναι απο­τε­λε­σμα­τική πρέπει να εκδη­λώ­νε­ται σαν κοινω-νική αλλη­λεγ­γύη.

Ο Αρι­στο­τέ­λης όρισε την Δικαιο­σύνη ως περι­λαμ­βά­νουσα όλες τις ηθι-κές αρετές.

Οι Ορφικοί λέγουν πως υπάρχει φυσικός νόμος παγκό­σμιας πνοής που ισχύει στον ουρανό και στη γη, διέπει τον ουρανό στο σύνολο του, αυτή δε η θεϊκή παρου­σία επε­κτεί­νε­ται και στη γη και έχει τη σφρα­γίδα της σε παν ότι υπάρχει στη γη.

Ο ίδιος ο Ορφέας ανα­φέ­ρει για τη δικαιο­σύνη

«Εξυμνώ τον οφθαλμό της δίκης που βλέπει τα πάντα και λάμπει από ομορφιά, η οποία ακόμα και στον ιερό θρόνο του Δία κάθεται και παρα­τη­ρεί τους ανθρώ­πους που ανήκουν σε πολλές φυλές. Και επι­πί­πτει ως δικαία τιμωρός κατά των αδίκων, συνά­πτουσα τα ονόματα κατά την ισότητα δια της αλη­θείας. Διότι όλα όσα φέρο­νται στις κακό­βου­λες σκέψεις των ανθρώ­πων είναι δυσ­διά­κριτα, επειδή αυτοί είναι άδικοι και θέλουν το επι­πλέον με τις σκέψεις τους. Η δίκη επεμ­βαί­νει δικαίως σε άδικα έργα και είναι έχθρα των αδίκων ανθρώ­πων, έχει όμως όλες τις καλές προ­θέ­σεις για τους δικαί­ους και τελειώ­νο­ντας τον ύμνο αυτό λέγει: Ω Θεά δος μου καλές σκέψεις έως ότου επέλθει από την μοίρα η προ­ο­ρι­σμένη ημέρα του βίου μέχρι να αποθάνου-με».

Εμείς οφεί­λουμε να πρά­ξουμε έστω και στο ελά­χι­στο το χρέος μας «μέχρι να απο­θά­νουμε» συμπλη­ρώνω εγώ.

Το πόσο επί­καιρα είναι σήμερα τα περισ­σό­τερα από τα παρα­πάνω προ­βλή­ματα είναι γνωστό από τους Παπαγ­γε­λό­που­λους και τους Πολά­κη­δες.Η σημε­ρινή Κυβέρ­νηση θα πρέπει να πράξει το καθήκον της όπως αυτό ορί­ζε­ται από το Σύνταγμα και τους σχε­τι­κούς νόμους.

Η θέση των δικο­γρα­φιών στο αρχείο είναι αντί­θετη με την συνταγ­μα­τική επιταγή.Η Δικαιο­σύνη είναι εκείνη που πρέπει να απο­φαν­θεί περί της αθω­ό­τη­τας ή μη των κατη­γο­ρου­μέ­νων ή των υπόπτων ως κατη­γο­ρού­με­νοι. Σε αντί­θετη περί­πτωση η Κυβέρ­νηση θα μείνει με το στίγμα ότι υπο­χώ­ρησε για πολι­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες οι δε φερό­με­νοι ως κατη­γο­ρού­με­νοι ή ύποπτοι θα μείνουν με την «ρετσι­νιά » του ενόχου και μάλιστα χωρίς δικα­στική απόφαση.

Ρόδος 27-5-2020

Κων­στα­ντί­νος Σαρρής

Δικη­γό­ρος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.