ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δικαίωση υπερήλικου ανδρόγυνου από τη Ρόδο που επένδυσε σε ομόλογο υψηλού ρίσκου

Δαμιανός Αθανασίου 5 λεπτά ανάγνωση
ευρώ

Μια 7ετής δικα­στική διαμάχη με δύο τρά­πε­ζες είχε αίσιο τέλος και σε δεύτερο βαθμό για ένα ανδρό­γυνο, συντα­ξιού­χων από τη Ρόδο, που είχε την επέν­δυσή του σε ομόλογο με τις οικο­νο­μίες μιας ζωής να εξα­νε­μί­ζε­ται με υπαι­τιό­τητα κακών συμ­βου­λών και οδηγιών τρα­πε­ζι­κών υπαλ­λή­λων.

Πιο συγκε­κρι­μένα το Μονο­με­λές Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αρίθμ. 1144/2019 απόφαση του 14ου Τμή­μα­τός του, απέρ­ριψε την έφεση τρά­πε­ζας και της δια­δό­χου αυτής λόγω συγ­χώ­νευ­σης με απορ­ρό­φηση, κατά δύο υπε­ρή­λι­κων κατοί­κων της Ρόδου, που είχαν προ­σφύ­γει τον Δεκέμ­βριο του 2012 ενώπιον του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Αθηνών με αγωγή τους από αδι­κο­πρα­ξία.

Ειδι­κό­τερα οι ενά­γο­ντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, γεν­νή­θη­καν το έτος 1932, ο πρώτος από αυτούς και το έτος 1935 η δεύτερη, είναι συντα­ξιού­χοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, αντί­στοιχα και κάτοι­κοι Ρόδου.

Ο γιος των τελευ­ταίων, πολι­τι­κός μηχα­νι­κός, δρα­στη­ριο­ποιού­με­νος επαγ­γελ­μα­τικά στη Ρόδο, όπου και κατοι­κεί, ήδη από το έτος 1985, συνερ­γα­ζό­ταν με την πρώτη ενα­γο­μένη, ανώνυμη τρα­πε­ζική εται­ρεία, απο­τα­μιεύ­ο­ντας εκεί τις οικο­νο­μίες του. Στο πλαίσιο αυτό είχε ανα­πτυ­χθεί σχέση εμπι­στο­σύ­νης μεταξύ αυτού και των προ­στη­θέ­ντων της πρώτης ενα­γό­με­νης.

Περί τα τέλη του έτους 2005, προ­στη­θέ­ντες της πρώτης ενα­γο­μέ­νης, καθο­λική διά­δο­χος της οποίας, λόγω συγ­χώ­νευ­σης με απορ­ρό­φηση, είναι η δεύτερη ενα­γο­μένη, προ­σέγ­γι­σαν τον γιο των ενα­γό­ντων, προ­κει­μέ­νου να του προ­ω­θή­σουν επεν­δυ­τι­κές υπη­ρε­σίες, μέσω τμή­μα­τος, το οποίο είχαν συστή­σει και ήταν εξει­δι­κευ­μένο σε επεν­δύ­σεις σε χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικά προ­ϊ­ό­ντα.

Μεταξύ των τελευ­ταίων και των ενα­γο­μέ­νων εται­ρειών, καταρ­τί­στηκε στις 10-11-2005, η από 10-11-2005 βασική σύμβαση παροχής επεν­δυ­τι­κών υπη­ρε­σιών, αόρι­στης διάρ­κειας.

Παράλ­ληλα, οι ενά­γο­ντες υπέ­γρα­ψαν, την από την ίδια ημε­ρο­χρο­νο­λο­γία, πρό­σθετη πράξη συμ­βά­σεως παροχής επεν­δυ­τι­κών υπη­ρε­σιών – λήψη και δια­βί­βαση εντολών δυνάμει της οποίας οι αντι­συμ­βαλ­λό­με­νες εται­ρείες, μέσω του κατα­στή­μα­τός τους, ανέ­λα­βαν την κατάρ­τιση συναλ­λα­γών επί του χαρ­το­φυ­λα­κίου των επεν­δυ­τών – ενα­γό­ντων, σύμφωνα με τις εντολές τους. Αγο­ρά­στηκε από τις ενα­γό­με­νες, για λογα­ρια­σμό των ενα­γό­ντων, ένα ομόλογο, ονο­μα­στι­κής αξίας 108.000 ευρώ, για την αγορά του οποίου χορη­γή­θηκε στους ενά­γο­ντες, το από 14- 11-2005 απο­δει­κτικό εντολής συναλ­λα­γής.

Στο έγγραφο αυτό, ανα­γρά­φο­νταν τα στοι­χεία του αγο­ρα­σθέ­ντος ομο­λό­γου, η ονο­μα­στική αξία αυτού 108.000 ευρώ, η αξία αγοράς του κατόπιν δια­κα­νο­νι­σμού, ποσού 109.231,76 ευρώ, το επι­τό­κιο euribor, πλέον 1,35% και η λήξη του ομο­λό­γου στις 10-2-2015, ενώ στη θέση του εκδότη υπάρχει η ένδειξη «corporate», ήτοι εται­ρικό, χωρίς καμία περαι­τέρω διευ­κρί­νιση.

Στο ίδιο δε έγγραφο, ουδεμία αναφορά γινόταν στην επω­νυ­μία του εκδότη και του εγγυητή του ομο­λό­γου.

Απο­δεί­χθηκε ότι το παρα­πάνω ομόλογο είχε εκδοθεί στις 10-2-2005, στο πλαίσιο της έκδοσης ομο­λο­για­κού δανείου μειω­μέ­νης εξα­σφά­λι­σης, με την εγγύηση εται­ρείας ειδικού σκοπού, με έδρα το Ηνωμένο Βασί­λειο (Αγγλία και Ουαλία).

Η εται­ρεία αυτή ιδρύ­θηκε στις 16-11-2004, με μετο­χικό κεφά­λαιο, GRP 50.000, διαι­ρε­μένο σε 50.000 μετοχές ονο­μα­στι­κής αξίας 1 GRP καθεμία. Το συνο­λικό ποσό της έκδοσης ανήλθε στο ποσό των 50.000.000 ευρώ, το δε ομόλογο εισήλθε προς δια­πραγ­μά­τευση στο Χρη­μα­τι­στή­ριο του Λου­ξεμ­βούρ­γου.

Προ­ερ­χό­ταν από τη δευ­τε­ρο­γενή αγορά και ήταν ομόλογο δεκα­ε­τούς διάρ­κειας και μειω­μέ­νης εξα­σφά­λι­σης. Η δια­βάθ­μισή του από το Διεθνή Οίκο Αξιο­λό­γη­σης FITCH, ήταν ΒΒ, βαθμός ο οποίος υπο­δει­κνύει αυξη­μένη ευπά­θεια σε πιστω­τικό κίνδυνο, ιδιαί­τερα σε περί­πτωση δυσμε­νών μετα­βο­λών στην αγορά ή στις οικο­νο­μι­κές συν­θή­κες με την πάροδο του χρόνου.

Το άνω ομόλογο άρχισε να υπο­βαθ­μί­ζε­ται βαθ­μιαία από τον προ­α­να­φερ­θέ­ντα Διεθνή Οίκο Αξιο­λό­γη­σης, από ΒΒ κατά την έκδοσή του σε Β-, στις 3-11-2008, σε CCC+, στις 29-7-2009, σε CCC, στις 3-11- 2009 και σε C στις 23-5-2011, οπότε και απο­σύρ­θηκε από τις δια­βαθ­μί­σεις.

Καθόλη τη διάρ­κεια της σύμ­βα­σης, οι ενά­γο­ντες ελάμ­βα­ναν από τις ενα­γό­με­νες, τη μηνιαία απο­τί­μηση του χαρ­το­φυ­λα­κίου τους, στην οποία ανα­γρα­φό­ταν η κατη­γο­ρία της επέν­δυ­σης, η εκά­στοτε απο­τί­μησή του, η αριθ­μη­τική και ποσο­στιαία μετα­βολή της τιμής του ομο­λό­γου, η ανα­λυ­τική κίνηση του λογα­ρια­σμού και οι τόκοι.

Τον Φεβρουά­ριο του έτους 2009, εξέ­φρα­σαν την επι­θυ­μία να ρευ­στο­ποι­ή­σουν το ομόλογο, προ­κει­μέ­νου να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν το κεφά­λαιο για την αγορά ακι­νή­του, οι προ­στη­θέ­ντες, όμως, των ενα­γο­μέ­νων, τους απέ­τρε­ψαν, ανα­φέ­ρο­ντας στον αντι­πρό­σωπό τους, ότι τούτο δεν τους συνέ­φερε, αφού θα εισέ­πρατ­ταν μειω­μένο κεφά­λαιο, ενώ, τον Σεπτέμ­βριο του έτους 2009, όταν ο παρα­πάνω αντι­πρό­σω­πός τους, έχοντας θορυ­βη­θεί από δημο­σιεύ­ματα για τα σοβαρά προ­βλή­ματα της εται­ρείας, και φοβηθεί για την απώλεια του επεν­δυ­θέ­ντος κεφα­λαίου των γονέων του, απευ­θύν­θηκε στους ίδιους προ­στη­θέ­ντες των ενα­γο­μέ­νων, οι τελευ­ταίοι των καθη­σύ­χα­σαν ότι τα χρήματα ήταν εξα­σφα­λι­σμένα.

Ακο­λού­θως, τον Αύγου­στο του έτους 2011, μετά από κλήση των ενα­γο­μέ­νων, οι ενά­γο­ντες υπέ­γρα­ψαν τις νέες συμ­βά­σεις παροχής επεν­δυ­τι­κών υπη­ρε­σιών, για την προ­σαρ­μογή των προη­γού­με­νων συμ­βά­σεών τους.

Ωστόσο, μετά την κατάρ­τιση και των τελευ­ταίων συμ­βά­σεων, με την από 17- 12-2011 απόφαση της Επι­τρο­πής Πιστω­τι­κών και Ασφα­λι­στι­κών Θεμάτων της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος ανα­κλή­θηκε η άδεια λει­τουρ­γίας της εγγυ­ή­τριας του επί­δι­κου ομο­λό­γου και αυτή τέθηκε σε ειδική εκκα­θά­ριση.

Στην αναγ­γε­λία της απαί­τη­σης των ενα­γό­ντων προς τον ειδικό εκκα­θα­ρι­στή της εγγυ­ή­τριας για απόδοση της ονο­μα­στι­κής αξίας του ομο­λό­γου κατά της εγγυ­ή­τριας, προέβη η πρώτη ενα­γο­μένη για λογα­ρια­σμό τους, μετά από σχετική εξου­σιο­δό­τησή τους, στις 9-2-2012, ενώ στη συνέ­χεια η πρώτη ενα­γο­μένη, με την από 23-9-2013 επι­στολή της, ενη­μέ­ρωσε τους ενά­γο­ντες, ότι σύμφωνα με τα απο­τε­λέ­σματα της εκκα­θά­ρι­σης, αυτοί θα ελάμ­βα­ναν το ποσό των 0,60 ευρώ, ανά 1.000 ευρώ ονο­μα­στι­κής αξίας, στο πλαίσιο της δια­δι­κα­σίας εκκα­θά­ρι­σης.

Έτσι, λόγω της εκμη­δέ­νι­σης της αξίας του παρα­πάνω ομο­λό­γου, το οποίο όπως ανα­φέρ­θηκε, ήταν μειω­μέ­νης δια­σφά­λι­σης, οι ενά­γο­ντες έχουν υποστεί περιου­σιακή ζημία αντί­στοιχη με το ποσό που διέ­θε­σαν για την αγορά του ομο­λό­γου, ονο­μα­στι­κής αξίας 108.000 ευρώ.

Η ζημία δε αυτή προ­κλή­θηκε αιτιω­δώς από την παρά­νομη και υπαίτια συμπε­ρι­φορά των προ­στη­θέ­ντων των ενα­γο­μέ­νων, οι οποίοι τους συμ­βού­λευ­σαν και τους έπεισαν δια του πιο πάνω αντι­προ­σώ­που τους, για την αγορά του, παρα­λεί­πο­ντας να τους ενη­με­ρώ­σουν για τα στοι­χεία του ομο­λό­γου.

Οι ενα­γό­με­νες δια­τάσ­σο­νται έτσι να κατα­βά­λουν απο­ζη­μί­ωση στους ενά­γο­ντες ύψους 109.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξό­φληση.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.