ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το νησί με τους δύο μαθητές

news room 5 λεπτά ανάγνωση
90

Στο νησί της άγονης γραμμής του ΝΑ Αιγαίου δεν χτυπά κου­δούνι στο σχολείο, όμως υπάρ­χουν δύο θρανία, δύο μαθητές και μία δασκάλα.

Το καράβι δένει και η μπου­κα­πόρτα ανοίγει. Δέκα άνθρω­ποι στο λιμάνι χαι­ρε­τιού­νται μεταξύ τους. Οι πέντε ανε­βαί­νουν στο πλοίο, τα βλέμ­ματά μας δια­σταυ­ρώ­νο­νται καθώς εμείς κατε­βαί­νουμε και μας εύχο­νται «καλή δουλειά». Είναι το συνερ­γείο ενός γερ­μα­νι­κού κανα­λιού που επι­σκέ­φτηκε τους Αρκιούς για να κατα­γρά­ψει την καθη­με­ρι­νό­τητα του ακρι­τι­κού νησιού με τους λιγο­στούς κατοί­κους και το Δημο­τικό Σχολείο με τους δύο μαθητές.

Στο λιμάνι μάς υπο­δέ­χε­ται η δασκάλα, Σύλια Δημη­τρα­κο­πού­λου. Μιλή­σαμε μέρες πριν στο τηλέ­φωνο, να συνεν­νοη­θούμε για το ταξίδι μας. Στην τελευ­ταία μας επι­κοι­νω­νία ρώτησε εάν ερχό­μα­στε με αυτο­κί­νητο. Της απαντώ αρνη­τικά και σχεδόν ανα­κου­φι­σμένη λέει: «Ευτυχώς, γιατί ξέχασα να σας πω ότι εδώ δεν χρειά­ζε­ται αυτο­κί­νητο».

Περ­πα­τάμε για εφτά με οχτώ λεπτά από το λιμάνι προς την πλατεία, ενώ ο «Τρύπας» μάς προ­σπερνά με το τρί­κυ­κλο, στο οποίο έχει ήδη φορ­τώ­σει τις απο­σκευές μας. Στο τέρμα του δρόμου ξεδι­πλώ­νε­ται μπροστά μας ένα δεύτερο λιλι­πού­τειο λιμάνι με λιγοστά καΐκια και ελά­χι­στα σπίτια τριγύρω. Ο ήλιος έχει χαθεί και χρεια­ζό­μα­στε επει­γό­ντως έναν καφέ για να ζεστα­θούμε. Η αλήθεια είναι πως όλοι χρεια­ζό­μα­σταν αυτόν τον καφέ για έναν ακόμη λόγο: να σπάσει ο πάγος. Μία ώρα μετά, φαί­νε­ται να το έχουμε κατα­φέ­ρει, αφού ο καφές είχε δώσει τη θέση του στη ρακή και στο τραγανό χταπόδι που μας σέρβιρε ο «Τρύπας», ο ιδιο­κτή­της της μονα­δι­κής ταβέρ­νας που μένει ανοιχτή σχεδόν όλο τον χρόνο. Το ταξίδι μας είχε ξεκι­νή­σει το μεση­μέρι από το «Ελ. Βενι­ζέ­λος» με προ­ο­ρι­σμό τη Σάμο και από εκεί με καράβι για Αρκιούς. Τι κι αν έχει μπει η άνοιξη, ο Μάρτης είχε χει­μω­νιά­τικη διάθεση εκείνο το βράδυ, με την υγρασία να μην αστειεύ­ε­ται.

Ενα σχολείο χωρίς καθόλου φασαρία

Ενα από τα πρώτα πράγ­ματα που προ­κα­λούν το ενδια­φέ­ρον είναι τα ψευ­δώ­νυμα με τα οποία ο ένας απο­κα­λεί τον άλλον. Το πρώτο βράδυ λοιπόν το περνάμε με τη «δασκάλα» (κανένας δεν την απο­κα­λεί με το όνομά της), τον «Τρύπα», την Κατρίνα, τον Τεό, και όχι μόνο, που μας κάνουν πολύ γρήγορα να νιώ­σουμε οικεία. Η τελευ­ταία απο­γραφή έγινε το 2011 και ο αριθμός των κατοί­κων έφτανε τους 44. Τους χει­με­ρι­νούς μήνες βέβαια είναι αισθητά λιγό­τε­ροι. Η ώρα περνά γλυκά με ρακή και ιστο­ρίες, όμως το πρωί πρέπει να ξυπνή­σουμε νωρίς, οπότε λέμε «καλη­νύ­χτα».

Το επόμενο πρωινό μάς βρίσκει στο Δημο­τικό Σχολείο των Αρκιών, ένα πολύ μικρό αλλά χαρού­μενο, σαν κου­κλό­σπιτο, κτίριο. Λείπει όμως κάτι. Λείπει η φασαρία από τις παι­δι­κές φωνές. Και αυτό γιατί οι μαθητές είναι μόλις δύο, ο Χρήστος και ο Πανα­γιώ­της. Τα δύο αδέλφια είναι τα μονα­δικά παιδιά που ζουν με την οικο­γέ­νειά τους στο νησί και πηγαί­νουν στο σχολείο. Ο Χρήστος είναι μαθητής της Β΄ τάξης του Δημο­τι­κού, ενώ ο Πανα­γιώ­της κανο­νικά φέτος θα πήγαινε στην Α΄ τάξη του Γυμνα­σίου – καθώς όμως το νησί δεν έχει Γυμνά­σιο, καλύ­πτει με τη βοήθεια της δασκά­λας τα κενά από τις τελευ­ταίες τάξεις του Δημο­τι­κού, ευελ­πι­στώ­ντας την επόμενη χρονιά να τον στεί­λουν οι γονείς του στο Γυμνά­σιο της Πάτμου.

«Η ησυχία ήταν το πρώτο πράγμα που έπρεπε να αντι­με­τω­πίσω ερχό­μενη στο νησί», μας λέει η δασκάλα. Παρ’ όλα αυτά, δεν το βάζει κάτω. Τα Χρι­στού­γεννα στο­λί­ζουν δέντρο, ντύ­νο­νται τις Από­κριες και γιορ­τά­ζουν τα γενέ­θλιά τους μαζί. Στην ερώτησή μας ποιος έρχεται στις γιορτές που διορ­γα­νώ­νουν η απά­ντησή της είναι αφο­πλι­στική: «Εμείς οι τρεις».

Τα πιο μακρινά ταξίδια του Πανα­γιώτη και του Χρήστου είναι έως τη Λέρο και την Πάτμο. Ο πρώτος θέλει να γίνει υδραυ­λι­κός και ο δεύ­τε­ρος δάσκα­λος. Επι­θυ­μία της δασκά­λας τους είναι να πάνε εκδρομή και να δουν από κοντά όσα βλέπουν στις εικόνες των βιβλίων. Λεω­φό­ρους, φανάρια και μια παιδική παρά­σταση. «Συχνά έρχομαι αντι­μέ­τωπη με το εξής δίλημμα, να τους μάθω ποια ρήματα γρά­φο­νται με -αι ή να τους εξηγήσω γιατί χρειά­ζε­ται ένα φανάρι στους δρόμους…» Εκείνο όμως που την απα­σχο­λεί περισ­σό­τερο είναι η κοι­νω­νι­κο­ποί­ηση των παιδιών, να παίξουν με συνο­μη­λί­κους τους, να ανα­πτύ­ξουν τους δικούς τους κώδικες. Το σχολείο απο­τε­λεί τη μονα­δική παρου­σία του ελλη­νι­κού Δημο­σίου στο νησί. Η κ. Δημη­τρα­κο­πού­λου μάς εξηγεί πως ακόμα και για το γνήσιο της υπο­γρα­φής απευ­θύ­νο­νται σε εκείνη.

Κατά τ’ άλλα, η ζωή στο νησί κυλά ήρεμα και ο επι­σκέ­πτης δύσκολα κατα­λα­βαί­νει εάν πρό­κει­ται για επιλογή ή για μονό­δρομο. Στους Αρκιούς έρχεται καράβι κάθε μέρα από τα τριγύρω νησιά (Πάτμο, Λέρο, Λειψούς) εκτός από την Τρίτη. Οπως μας εξηγούν, θα προ­τι­μού­σαν να μην έχουν τόσα καράβια κάποιες μέρες, αλλά να έχουν ένα καράβι και την Τρίτη. «Το νησί δεν έχει γιατρό κι αν συμβεί κάτι αυτή την ημέρα και δεν έχει καράβι, τι θα κάνουμε;» ρωτούν με έκδηλη ανη­συ­χία. Ξέρουν πως είναι πολυ­τέ­λεια να υπάρχει μόνιμος γιατρός. Ευελ­πι­στούν όμως πως το ήδη υπάρχον ιατρείο θα ανα­κα­τα­σκευα­στεί ώστε να μπορει ένας γιατρός να έρχεται μια φορά την εβδο­μάδα και να τους εξε­τά­ζει εκεί αντί στην ταβέρνα. Αυτό που ισχύει τώρα είναι ότι τους επι­σκέ­πτε­ται ένας στρα­τιω­τι­κός γιατρός από τη Λέρο μια φορά το μήνα.

Για τις προ­μή­θειές τους περι­μέ­νουν το κάθε καράβι που ίσως έχει φέρει την παραγ­γε­λία τους. Από τους Λειψούς παραγ­γέλ­νουν λαχα­νικά, από την Πάτμο κρέας και από τη Λέρο ψωμί, αυτό δηλαδή που οι περισ­σό­τε­ροι απο­κα­λούμε σούπερ μάρκετ.

Οπως στα περισ­σό­τερα ελλη­νικά νησιά, έτσι και στους Αρκιούς τα ξωκλή­σια είναι διά­σπαρτα, όμως δεν υπάρχει παπάς να τα λει­τουρ­γή­σει. Ούτε καν αγιασμό δεν κάνουν την πρώτη μέρα στο σχολείο. Εκείνο όμως που μοι­ρά­ζο­νται οι άνθρω­ποι μαζί μας είναι η επι­θυ­μία τους να απο­κτή­σουν έστω ένα νεκρο­τα­φείο.

Η εικόνα το καλο­καίρι είναι δια­φο­ρε­τική. Οχι ότι ανοί­γουν μαγαζιά και μπα­ρά­κια ή στή­νο­νται ξαπλώ­στρες και πάρτι, αλλά έχει περισ­σό­τερη παρέα. Δεν είναι λίγοι οι Ελληνες και οι ξένοι που επι­λέ­γουν να περά­σουν τις δια­κο­πές τους εκεί. Το δεύτερο και τελευ­ταίο βράδυ μάς βρίσκει πάλι στην ταβέρνα του «Τρύπα», με τον Θοδωρή (κάτοικο του νησιού) να μας προ­σκα­λεί να επι­στρέ­ψου­μετο καλο­καίρι, καθώς τότε, όπως λέει, είναι ωραία.

Στις 11 το πρωί το καράβι φτάνει στο λιμάνι και πριν επι­βι­βα­στούμε απο­χαι­ρε­τιό­μα­στε με την υπό­σχεση να βρε­θούμε ξανά. Προ­ο­ρι­σμός μας η Σάμος. Μέσα στο πλοίο συνα­ντάμε τα ίδια πρόσωπα, με ελά­χι­στες εξαι­ρέ­σεις, που είχαμε συνα­ντή­σει ερχό­με­νοι στους Αρκιούς, να κάθο­νται στις ίδιες θέσεις. Καθό­μα­στε κι εμείς στο ίδιο τρα­πε­ζάκι που καθό­μα­σταν δύο μέρες πριν. Σου­βε­νίρ για να πάρουμε από τους Αρκιούς δεν έχει, όμως μέσα σε 48 ώρες γνω­ρί­σαμε ανθρώ­πους και μάθαμε λίγα πράγ­ματα ο ένας για τη ζωή του άλλου. Κανένας δεν μίλησε για μνη­μό­νια ή εκλογές. Θετικό ή αρνη­τικό, θα δείξει. Ισως και τα δύο.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.