- Η υπόθεση που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2025 με έλεγχο σε εταιρεία διαχείρισης αποβλήτων στη Ρόδο, καταλήγει με την απαλλαγή των δύο κατηγορουμένων από κατηγορίες εμπορίας ανθρώπων και άλλων αδικημάτων.
- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου υιοθέτησε την απαλλακτική εισαγγελική πρόταση, διαπιστώνοντας ότι δεν στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες.
- Η έρευνα είχε ξεκινήσει μετά από ανώνυμη καταγγελία για παρακράτηση διαβατηρίων αλλοδαπών εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν νόμιμα στη χώρα.
- Η δικαστική απόφαση αναφέρει ότι η κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων δεν μπορούσε να στηριχθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Οριστικό τέλος παίρνει η υπόθεση που είχε ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του 2025 με αιφνιδιαστικό έλεγχο της Επιθεώρησης Εργασίας και της Αστυνομίας σε υποκατάστημα εταιρείας διαχείρισης αποβλήτων στη Ρόδο και είχε φτάσει να συνδεθεί με το βαρύτατο κακούργημα της εμπορίας ανθρώπων.
Με το υπ’ αριθμόν 89/2026 βούλευμά του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των δύο ημεδαπών κατηγορουμένων για κανένα από τα αδικήματα που τους είχαν αποδοθεί, υιοθετώντας στο σύνολό της την απαλλακτική εισαγγελική πρόταση που είχε υποβληθεί στις 3 Ιουνίου 2026.
Η δικαστική κρίση αφορά τρεις διακριτές κατηγορίες. Την εμπορία ανθρώπων με εξαναγκαστικά μέσα ή κατάχρηση εξουσίας, με σκοπό την εργασιακή εκμετάλλευση, κατά συρροή και κατ’ επάγγελμα, την υπεξαγωγή εγγράφων κατ’ εξακολούθηση και την παρακράτηση γνήσιου διαβατηρίου άλλου προσώπου, επίσης κατ’ εξακολούθηση. Οι πράξεις φέρονταν τελεσθείσες στη Ρόδο σε μη επακριβώς προσδιορισμένες ημερομηνίες, πάντως από τον Οκτώβριο του 2024 έως και τις 24 Σεπτεμβρίου 2025.
Πώς έφτασε η υπόθεση στο Συμβούλιο
Αφετηρία των ερευνών υπήρξε ανώνυμη καταγγελία που είχε περιέλθει στην Επιθεώρηση Εργασίας Ρόδου και έκανε λόγο για παρακράτηση διαβατηρίων και λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων αλλοδαπών εργαζομένων παρά τη θέλησή τους. Για τη διερεύνησή της, στις 24 Σεπτεμβρίου 2025 και περί ώρα 10:30, κλιμάκιο αποτελούμενο από 2 επιθεωρητές εργασιακών σχέσεων και αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου εισήλθε αιφνιδίως στα γραφεία της επιχείρησης.
Κατά τον έλεγχο εντοπίστηκαν να εργάζονται 8 υπήκοοι Νεπάλ και 7 ημεδαποί. Ένας εκ των αλλοδαπών, ο μοναδικός που μιλούσε αγγλικά, φέρεται να δήλωσε ότι τα έγγραφά τους τα κρατούσε η εργοδότρια εταιρεία για να μην μπορούν να απασχοληθούν αλλού. Υπάλληλος της επιχείρησης επέδειξε τον φάκελο με τα διαβατήρια, που φυλάσσονταν σε ερμάριο του γραφείου, εξηγώντας ότι κρατούνταν εκεί για να μη χαθούν. Ακολούθησε η αυτόφωρη σύλληψη του υπευθύνου του υποκαταστήματος της Ρόδου, ενώ τα έγγραφα ελέγχθηκαν και αποδόθηκαν αυθημερόν στους κατόχους τους, αφού διαπιστώθηκε ότι όλοι οι αλλοδαποί παρέμεναν νόμιμα στη χώρα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, μη μόνιμος κάτοικος Ρόδου, δεν συνελήφθη εντός των ορίων του αυτοφώρου και κλήθηκε να απολογηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, με τις πλημμεληματικής βαρύτητας πράξεις μόνο να του αποδίδονται.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως καταγράφεται στο ίδιο το βούλευμα, το κακούργημα της εμπορίας ανθρώπων αποδόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο μόνο επειδή, μετά την αυτόφωρη σύλληψη και προσαγωγή του, δεν υπήρχε η δυνατότητα να συγκεντρωθούν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ήδη από το στάδιο της ανάκρισης είχε διατυπωθεί η εκτίμηση ότι η πράξη δεν στοιχειοθετείται για κανέναν από τους δύο.
Το σκεπτικό της απαλλαγής
Το Συμβούλιο, παραπέμποντας στις νομικές και πραγματικές αιτιολογίες της εισαγγελικής πρότασης ώστε αυτές να αποτελέσουν ένα σώμα με το βούλευμα, έκρινε ότι δεν συντρέχουν τα εκ του νόμου αναγκαία στοιχεία για τη συγκρότηση κανενός εκ των τριών αδικημάτων.
Ως προς την εμπορία ανθρώπων, κρίσιμο υπήρξε το γεγονός ότι οι 8 αλλοδαποί εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί με όλες τις νόμιμες διατυπώσεις, μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας μετάκλησης, η εργασία τους είχε αναγγελθεί στη ΔΥΠΑ, είχαν δηλωθεί στον ΕΦΚΑ και ελάμβαναν κανονικά τις νόμιμες αποδοχές τους, όπως προέκυψε και από έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας της 2 Φεβρουαρίου 2026. Με δεδομένη την καταβολή της προβλεπόμενης αμοιβής, δεν αποδείχθηκε ο σκοπός εκμετάλλευσης με την έννοια του πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα του συγκεκριμένου εγκλήματος και προϋποθέτει άμεσο δόλο.
Ως προς τα διαβατήρια, η φύλαξή τους σε ερμάριο της εταιρείας δεν αμφισβητήθηκε. Κρίθηκε όμως ότι δεν αποδείχθηκε σκοπός βλάβης των κατόχων, καθώς οι εργαζόμενοι είχαν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να παραλαμβάνουν το διαβατήριό τους όποτε το χρειάζονταν. Απορρίφθηκε, δε, και η εκδοχή ότι η φύλαξη αποσκοπούσε στο να μην μπορούν οι εργαζόμενοι να απασχοληθούν σε άλλον εργοδότη, με το σκεπτικό ότι η άδεια διαμονής τους συνδέεται ούτως ή άλλως άμεσα με τον εργοδότη που τους μετακάλεσε και η αλλαγή εργοδότη μπορεί να γίνει μόνο με επίσημη διαδικασία και υπό συγκεκριμένες νόμιμες προϋποθέσεις. Ελλείψει δόλου, δεν στοιχειοθετήθηκε ούτε το αδίκημα της παρακράτησης γνήσιου διαβατηρίου.
Η εταιρεία και η διαδικασία μετάκλησης
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης έπαιξε η συνολική εικόνα της επιχείρησης και της διαδικασίας που είχε τηρηθεί. Πρόκειται για εταιρεία που ιδρύθηκε το 2012 με αντικείμενο τη συνολική διαχείριση αποβλήτων και απασχολεί 750 εργαζομένους πανελλαδικά. Στη Ρόδο δραστηριοποιείται από το 2017, έχοντας αναλάβει υπηρεσίες αποκομιδής, μεταφοράς και διαχείρισης απορριμμάτων και καθαρισμού κοινοχρήστων χώρων, βάσει σύμβασης ύψους 11.871.942,27 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, που ανανεώθηκε στη συνέχεια με συμπληρωματικές συμβάσεις.
Για την κάλυψη των επιχειρησιακών της αναγκών, η εταιρεία ενίσχυσε το δυναμικό της με προσωπικό από το εξωτερικό, μέσω αδειοδοτημένης εταιρείας παροχής εργατικού δυναμικού. Η πρώτη ομάδα υπηκόων Νεπάλ αφίχθη τον Αύγουστο του 2024, ενώ σήμερα 76 εκ των απασχολουμένων στη Ρόδο προέρχονται από τη συγκεκριμένη χώρα. Στο βούλευμα αποτυπώνεται αναλυτικά η τηρηθείσα διαδικασία, με τη σύνταξη συμβάσεων με γνήσιο υπογραφής, την καταβολή παραβόλων, τις αιτήσεις μετάκλησης στα αρμόδια Τμήματα Αδειών Διαμονής, τη θεώρηση εισόδου μέσω πρεσβείας, τους ιατρικούς ελέγχους και τον έλεγχο ποινικού παρελθόντος, καθώς και την έκδοση άδειας διαμονής για λόγους εργασίας, ΑΦΜ, ΑΜΚΑ και τραπεζικού λογαριασμού με την έλευση των εργαζομένων στη χώρα.
Η υπεράσπιση
Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν εξαρχής τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι συμβάσεις με τους υπηκόους Νεπάλ συνήφθησαν με κάθε νομιμότητα και ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες παράμετροι για τους μετακλητούς εργαζομένους. Οι υπερασπιστικοί τους ισχυρισμοί κρίθηκαν απόλυτα βάσιμοι και πειστικοί, καθώς υποστηρίχθηκαν από πλήθος εγγράφων που επιβεβαίωσαν τις εξηγήσεις τους. Την υπεράσπιση των δύο κατηγορουμένων ανέλαβαν οι δικηγόροι κ.κ. Μιχάλης Καντιδενός και Στέλιος Κιουρτζής, οι οποίοι είχαν προβάλει από την πρώτη στιγμή ότι οι εργαζόμενοι είχαν έρθει στη χώρα μέσω απολύτως νόμιμων διαδικασιών και ότι η υπόθεση οφειλόταν σε παρερμηνεία των συνθηκών φύλαξης των εγγράφων και της καθημερινής διοικητικής διαχείρισης, θέση που εν τέλει δικαιώθηκε πλήρως.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)

















