ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΕΛΣΤΑΤ: Μειώνονται συνεχώς οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα από το 2010- Το 2013 το μεγαλύτερο ποσοστό της ανεργίας

news room 5 λεπτά ανάγνωση
ανεργια

Φθί­νουσα πορεία έχει από το 2010 το εργα­τικό δυνα­μικό της χώρας ακο­λου­θώ­ντας τη μείωση του πλη­θυ­σμού των ατόμων ηλικίας άνω των 15 ετών. Μάλιστα, από το συγκε­κρι­μένο έτος και μετά, μειώ­νε­ται και ως ποσοστό του συνο­λι­κού πλη­θυ­σμού, ενώ από το 1981 έως και το 2009, το εργα­τικό δυνα­μικό αυξα­νό­ταν.

Αυτό προ­κύ­πτει από την έρευνα εργα­τι­κού δυνα­μι­κού της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 1981- 2015, από την οποία συνά­γο­νται επίσης τα εξής:

Έως και το 2009, οι ετήσιες μετα­βο­λές στο πλήθος των απα­σχο­λου­μέ­νων και των ανέργων κυμαί­νο­νται σε επίπεδα κάτω των 100.000 ατόμων. Από το 2010, οι μετα­βο­λές είναι μεγα­λύ­τε­ρες, με έντονη αύξηση των ανέργων και αντί­στοιχη μείωση του απα­σχο­λου­μέ­νων. Η τάση αυτή κορυ­φώ­νε­ται το 2013, ενώ τα επόμενα δύο χρόνια, η κατά­σταση στην αγορά εργα­σίας παρου­σιά­ζει μικρή βελ­τί­ωση.

Ένα από τα κύρια χαρα­κτη­ρι­στικά της περιό­δου 1981- 2015 είναι η διευ­ρυ­νό­μενη συμ­με­τοχή των γυναι­κών στην αγορά εργα­σίας και η συνε­πα­κό­λουθη αύξηση της συμ­με­το­χής τους στην απα­σχό­ληση. Αντί­θετα, η συμ­με­τοχή των ανδρών μειώ­νε­ται, με απο­τέ­λε­σμα τη συνεχή συρ­ρί­κνωση των δια­φο­ρών μεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, η οικο­νο­μική κρίση είχε μεγα­λύ­τερο αντί­κτυπο στους άνδρες, καθώς κατά την περίοδο 2009- 2015 το ποσοστό απα­σχό­λη­σης των ανδρών υπο­χώ­ρησε κατά 13% έναντι 6% των γυναι­κών.

Πολύ σημα­ντική είναι η άνοδος του επι­πέ­δου εκπαί­δευ­σης του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού. Το 1981, το 67% του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού ήταν, το πολύ, από­φοι­τοι δημο­τι­κού, ενώ μόλις το 8% κατείχε τίτλο τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης. Το 2015, η κατά­σταση έχει αντι­στρα­φεί και τα ποσοστά δια­μορ­φώ­νο­νται στο 13% και 32%, αντί­στοιχα. Παρό­μοια αύξηση παρα­τη­ρεί­ται και στο ποσοστό των ατόμων που έχουν ολο­κλη­ρώ­σει την ανώτερη δευ­τε­ρο­βάθ­μια ή μετα­δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκπαί­δευση.

Ειδι­κό­τερα:

– Η διαφορά στο ποσοστό συμ­με­το­χής των δύο φύλων στη σύνθεση του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού μειώ­νε­ται σταθερά. Το 1981, το 70% του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού ήταν άνδρες, ενώ το αντί­στοιχο ποσοστό το 2015 είναι 55%.

– Η μέση ηλικία του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού αυξά­νε­ται. Αυτό οφεί­λε­ται, κυρίως, στο ότι αυξά­νε­ται το ποσοστό συμ­με­το­χής των ατόμων ηλικίας 45- 64 στη σύνθεση του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού ενώ, αντί­θετα, μειώ­νε­ται αυτό των ατόμων ηλικίας 15- 29 ετών.

– Οι πτυ­χιού­χοι τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης αυξά­νο­νται σταθερά και πλέον ξεπερ­νούν το 30%.

Ανά τομέα της οικο­νο­μίας, ο πρω­το­γε­νής είναι αυτός με τη μεγα­λύ­τερη πτώση, ωστόσο τα τελευ­ταία χρόνια υπήρξε συγκρά­τηση του σχε­τι­κού ποσο­στού και το τελευ­ταίο έτος μια μικρή αύξηση. Αντί­θετα, το μερίδιο του δευ­τε­ρο­γε­νούς τομέα στην απα­σχό­ληση, τόσο της βιομηχανίας- ενέρ­γειας όσο και των κατα­σκευών, μειώ­νε­ται σταθερά. Από την άλλη πλευρά, αυξή­θηκε η απα­σχό­ληση στον τρι­το­γενή τομέα: οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κές και επι­χει­ρη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες σχεδόν τετρα­πλα­σιά­στη­καν, ενώ οι «άλλες υπη­ρε­σίες», δηλαδή, κατά κύριο λόγο, η δημόσια διοί­κηση, η εκπαί­δευση και η υγεία, σχεδόν διπλα­σιά­στη­καν. Αξίζει να ανα­φερ­θεί ότι, ενώ το 1981 στον πρω­το­γενή και τον δευ­τε­ρο­γενή τομέα απα­σχο­λού­νταν περισ­σό­τε­ροι από τους μισούς εργα­ζο­μέ­νους, το 2015 απα­σχο­λού­νταν περίπου ένας στους τέσ­σε­ρις (24%).

Εξίσου σημα­ντι­κές αλλαγές παρα­τη­ρού­νται στην κατα­νομή της απα­σχό­λη­σης κατά κατη­γο­ρίες επαγ­γελ­μά­των. Το κύριο χαρα­κτη­ρι­στικό είναι η μετα­τό­πιση της απα­σχό­λη­σης από τα χει­ρω­να­κτικά στα μη χει­ρω­να­κτικά επαγ­γέλ­ματα. Ενώ το 1983 στα πρώτα αντι­στοι­χούσε το περίπου 62% των απα­σχο­λου­μέ­νων, το 2015 το αντί­στοιχο ποσοστό πέφτει στο 34%.

Η περί­ο­δος 1981- 2015 χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από σημα­ντική αύξηση των μισθω­τών, σχετική στα­θε­ρό­τητα των αυτο­α­πα­σχο­λου­μέ­νων χωρίς προ­σω­πικό και μείωση των αυτο­α­πα­σχο­λου­μέ­νων με προ­σω­πικό, καθώς και των βοηθών στην οικο­γε­νειακή επι­χεί­ρηση. Οι μετα­βο­λές αυτές δια­φέ­ρουν ανάμεσα στα δύο φύλα: α) οι άνδρες αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νοι μειώ­νο­νται, ενώ οι γυναί­κες αυξά­νο­νται ελαφρά, β) οι γυναί­κες μισθω­τοί αυξά­νο­νται με μεγα­λύ­τερο ρυθμό, και γ) μειώ­νε­ται ραγδαία το ποσοστό των γυναι­κών που εργά­ζο­νται ως βοηθοί στην οικο­γε­νειακή επι­χεί­ρηση.

Η μερική απασχόληση6 είναι ένα φαι­νό­μενο που εντεί­νε­ται τα τελευ­ταία χρόνια. Ενώ το ποσοστό απα­σχο­λού­με­νων που εργά­ζο­νται με μερική απα­σχό­ληση κυμαι­νό­ταν γύρω στο 5% έως το 2005, από το 2006 αυξά­νε­ται σταθερά φτά­νο­ντας τελικά στο 9,5% κατά το 2015.

Επίσης, παρα­τη­ρού­νται τα εξής:

– Η μερική απα­σχό­ληση είναι πιο συχνή στις γυναί­κες ενώ η διαφορά των ποσο­στών τους με τους άνδρες κυμαί­νε­ται, σε γενικές γραμμές, μεταξύ 5% και 7%.

– Οι απα­σχο­λού­με­νοι ηλικίας από 30 έως 64 ετών παρου­σιά­ζουν τα χαμη­λό­τερα ποσοστά μερικής απα­σχό­λη­σης, ωστόσο, όχι πολύ δια­φο­ρε­τικά από το σύνολο καθώς απο­τε­λούν και τον κύριο όγκο των απα­σχο­λού­με­νων. Αντί­θετα, οι απα­σχο­λού­με­νοι ηλικίας 15-24 ετών έχουν πάντα υψη­λό­τερα ποσοστά από το σύνολο.

Μετά από μια σχετικά απότομη άνοδο από το 1981 έως το 1983, το ποσοστό ανερ­γίας εμφα­νί­ζει μικρές μετα­βο­λές καθ’ όλη τη διάρ­κεια της δεκα­ε­τίας του 1980. Η επόμενη δεκα­ε­τία, όμως, είναι δια­φο­ρε­τική: η ανεργία αυξά­νε­ται σταθερά, ξεπερ­νώ­ντας το 10% για πρώτη φορά το 1998. Η τάση αντι­στρέ­φε­ται το 2001 και η ανεργία ακο­λου­θεί ελαφρά πτωτική πορεία έως το 2008. Τα επόμενα χρόνια σημα­το­δο­τούν την έκρηξη της ανερ­γίας, η οποία κορυ­φώ­νε­ται το 2013 αγγί­ζο­ντας το 27,5%. Έκτοτε ακο­λου­θεί ελαφρά πτωτική πορεία.

Ένα βασικό χαρα­κτη­ρι­στικό της ανερ­γίας είναι η διάρ­κεια του χρόνου ανα­ζή­τη­σης εργα­σίας, η οποία μετα­βάλ­λε­ται δια­χρο­νικά. Οι μακρο­χρό­νια άνεργοι (αυτοί των οποίων η διάρ­κεια ανερ­γίας ξεπερνά τους 12 μήνες), αυξά­νο­νται από τις αρχές της δεκα­ε­τίας του 1980 και λίγο πριν το τέλος της δεκα­ε­τίας το ποσοστό τους αγγίζει το 50%, επίπεδο γύρω από το οποίο θα κυμαί­νε­ται έως το 2007. Ακο­λου­θεί διετής πτωτική πορεία, η οποία αντι­στρέ­φε­ται κατα­λή­γο­ντας στη γιγά­ντωση του ποσο­στού: δύο στους τρεις άνερ­γους είναι μακρο­χρό­νια άνεργοι.

Αντί­θετα, οι «νέοι» άνεργοι, δηλαδή αυτοί που δεν έχουν εργα­στεί ποτέ στο παρελ­θόν, μειώ­νο­νται σταθερά από τις αρχές της δεκα­ε­τίας του 1990. Από το 2009, παρα­τη­ρεί­ται αντί­στροφη σχέση μεταξύ του ποσο­στού των μακρο­χρό­νια ανέργων και του ποσο­στού των «νέων» ανέργων. Αυτό οφεί­λε­ται στον μεγάλο αριθμό απο­λύ­σεων λόγω της οικο­νο­μι­κής κρίσης, που είχε ως απο­τέ­λε­σμα να οδη­γη­θεί στην ανεργία ένα μεγάλο πλήθος ατόμων που προη­γου­μέ­νως εργά­ζο­νταν και, κατά συνέ­πεια, να μειωθεί το ποσοστό των «νέων» ανέργων.

Οι κατη­γο­ρίες του πλη­θυ­σμού που πλήτ­το­νται περισ­σό­τερο από την ανεργία είναι οι γυναί­κες και οι νεό­τε­ρες ηλικίες. Όσον αφορά στην ηλικία, η νεότερη ομάδα ηλικιών 15- 24 ετών εμφα­νί­ζει δια­χρο­νικά τα υψη­λό­τερα ποσοστά ανερ­γίας και έπεται η αμέσως επόμενη κατη­γο­ρία, 25- 29 ετών. Μάλιστα, οι δύο προ­α­να­φερ­θεί­σες ομάδες ηλικιών επλή­γη­σαν περισ­σό­τερο από την οικο­νο­μική κρίση. Δια­χρο­νικά, ο μεγα­λύ­τε­ρος αριθμός ανέργων περι­λαμ­βά­νε­ται στην ομάδα ηλικιών 30- 44 ετών.

Πηγή newsbeast.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.