ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στις 19 Μαρτίου 2026 η εκδίκαση της αγωγής κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου από δικαστική λειτουργό και τον δικηγόρο σύζυγό της

Δαμιανός Αθανασίου 6 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΟΔΟΥ

Διεκ­δι­κεί­ται χρη­μα­τική ικα­νο­ποί­ηση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη από τον καθένα με συμ­βο­λικό, χαρα­κτήρα και με επί­κε­ντρο ισχυ­ρι­σμούς για έλλειψη κλήσης και προη­γού­με­νης ακρό­α­σης, καθώς και για ζήτημα θεσμι­κής αρμο­διό­τη­τας

Η εκδί­καση της αγωγής που έχει ασκηθεί κατά του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου προσ­διο­ρί­στηκε από το Διοι­κη­τικό Πρω­το­δι­κείο Ρόδου για τις 19 Μαρτίου 2026 ενώπιον του 2ου Τμή­μα­τος της Μονο­με­λούς του σύν­θε­σης. Στην αγωγή ενά­γο­ντες είναι μια δικα­στική λει­τουρ­γός και ο δικη­γό­ρος σύζυγός της, οι οποίοι ζητούν χρη­μα­τική ικα­νο­ποί­ηση λόγω ηθικής βλάβης και θέτουν στο επί­κε­ντρο συγκε­κρι­μέ­νες ενέρ­γειες του Συλ­λό­γου, οι οποίες, όπως υπο­στη­ρί­ζουν, έγιναν χωρίς προη­γού­μενη ενη­μέ­ρωση, χωρίς πρό­σκληση σε ακρόαση και χωρίς δυνα­τό­τητα να δια­τυ­πώ­σουν τις θέσεις τους πριν από τη λήψη από­φα­σης και την απο­στολή σχε­τι­κής επι­στο­λής σε ανώτατη δικα­στική αρχή.

Σύμφωνα με το περιε­χό­μενο της αγωγής, το ποσό των 10.000 ευρώ που ζητεί­ται από τον καθένα ανα­φέ­ρε­ται ως συμ­βο­λικό, με τους ενά­γο­ντες να απο­δί­δουν μεγα­λύ­τερη σημασία στην ανα­γνώ­ριση, από το δικα­στή­ριο, ότι υπήρξε προ­σβολή της προ­σω­πι­κό­τη­τας και της επαγ­γελ­μα­τι­κής τους υπό­στα­σης μέσω πράξεων που κοι­νο­ποι­ή­θη­καν σε ανώ­τε­ρους λει­τουρ­γούς της δικαιο­σύ­νης και σε τρίτους.

Το αντι­κεί­μενο της δια­φο­ράς όπως περι­γρά­φε­ται στην αγωγή

Στην αγωγή περι­γρά­φε­ται ότι ο Δικη­γο­ρι­κός Σύλ­λο­γος Ρόδου προ­χώ­ρησε σε συνε­δρί­αση του διοι­κη­τι­κού του συμ­βου­λίου και ακο­λού­θως σε απόφαση και ενέρ­γειες που αφο­ρού­σαν άμεσα τη δικα­στική λει­τουργό και τον σύζυγό της. Οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι δια­τυ­πώ­θη­καν κρίσεις και χαρα­κτη­ρι­σμοί εις βάρος τους, χωρίς να προη­γη­θεί κλήση ή ακρόασή τους και χωρίς να τους δοθεί δυνα­τό­τητα να απα­ντή­σουν σε όσα απο­δί­δο­νταν στο πρόσωπό τους.

Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται το ζήτημα της αρμο­διό­τη­τας του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου να λαμ­βά­νει θέση με τρόπο που στρέ­φε­ται κατά δικα­στι­κών λει­τουρ­γών, δηλαδή προ­σώ­πων που δεν είναι μέλη του και δεν υπά­γο­νται στην πει­θαρ­χική του εξουσία. Η αγωγή συνδέει το σημείο αυτό με τον τρόπο που λει­τουρ­γεί ένας θεσμι­κός φορέας, όταν παρεμ­βαί­νει σε ζητή­ματα που αφορούν τη συγκρό­τηση και τη διοί­κηση δικα­στη­ρίων και όταν απευ­θύ­νε­ται σε δικα­στι­κές αρχές.

Το χρονικό της μετά­θε­σης και τα υπη­ρε­σιακά δεδο­μένα που επι­κα­λού­νται οι ενά­γο­ντες

Η δικα­στική λει­τουρ­γός, όπως ανα­φέ­ρε­ται, υπη­ρε­τεί στη δικαιο­σύνη από το 2007 και κατά τον χρόνο των γεγο­νό­των είχε βαθμό Προ­έ­δρου Πρω­το­δι­κών.

Στην αγωγή γίνεται ανα­λυ­τική αναφορά στη μετά­θεσή της στο Πρω­το­δι­κείο Ρόδου. Περι­γρά­φε­ται ότι η μετά­θεση απο­φα­σί­στηκε με απόφαση του Ανώ­τα­του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου στις 12.7.2024 κατόπιν αίτησής της και ότι ολο­κλη­ρώ­θηκε με την έκδοση Προ­ε­δρι­κού Δια­τάγ­μα­τος στις 26.7.2024, μετά από πρόταση του υπουρ­γού Δικαιο­σύ­νης και δημο­σί­ευση σε ΦΕΚ.

Στα στοι­χεία που παρα­τί­θε­νται, οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι τα καθή­κο­ντα της δικα­στι­κής λει­τουρ­γού ως διευ­θύ­νου­σας στο Πρω­το­δι­κείο Ρόδου έχουν κυρίως οργα­νω­τικό και διοι­κη­τικό χαρα­κτήρα. Παράλ­ληλα, προ­βάλ­λε­ται ότι στο σχετικό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει ειδική πρό­βλεψη που, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς τους, αφορά στην υπη­ρε­σία δικα­στι­κού λει­τουρ­γού σε πόλη όπου ο ή η σύζυγος ασκεί δικη­γο­ρία και ότι, για τη Ρόδο, το συγκε­κρι­μένο κώλυμα δεν εφαρ­μό­ζε­ται, όπως ανα­φέ­ρε­ται σε σχέση με το άρθρο 49 του ν. 4938/2022.

Η έκτακτη συνε­δρί­αση του Ιουλίου 2024 και οι θέσεις που κατα­γρά­φο­νται

Η αγωγή περι­γρά­φει ότι στις 16.7.2024 συγκλή­θηκε έκτακτη συνε­δρί­αση του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου για την 17.7.2024, με μονα­δικό θέμα ημε­ρή­σιας διά­τα­ξης την τοπο­θέ­τηση νέων δικα­στών στο Πρω­το­δι­κείο Ρόδου.

Κατά τους ενά­γο­ντες, παρότι το θέμα εμφα­νί­στηκε ως γενικό, η συζή­τηση επι­κε­ντρώ­θηκε στην πράξη στη συγκε­κρι­μένη μετά­θεση της δικα­στι­κής λει­τουρ­γού στη Ρόδο, με ανα­φο­ρές στο νόμιμο και στο ηθικό της μετά­θε­σης και με τοπο­θε­τή­σεις που, όπως υπο­στη­ρί­ζουν, αφο­ρού­σαν και στους δύο ενά­γο­ντες.

Ο δεύ­τε­ρος ενάγων, ο οποίος ήταν μέλος του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου του Συλ­λό­γου μέχρι την παραί­τησή του στις 7.1.2025, κατέ­θεσε εισή­γηση κατά τη συνε­δρί­αση της 17.7.2024. Στην εισή­γηση αυτή, όπως περι­γρά­φε­ται, υπο­στή­ριξε ότι δεν συντρέ­χει κώλυμα του άρθρου 49 για τη Ρόδο και ότι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική νομο­θε­τική πρό­βλεψη, δεν μπορεί να στε­ρη­θεί το δικαί­ωμα οικο­γε­νεια­κής συμ­βί­ω­σης μετά από πολυετή υπη­ρε­σία της συζύγου του σε δια­φο­ρε­τι­κές περιο­χές της χώρας.

Στο ίδιο τμήμα της αγωγής κατα­γρά­φο­νται στοι­χεία που προ­σκο­μί­στη­καν, κατά τους ενά­γο­ντες, για το εύρος της δικη­γο­ρι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας του δεύ­τε­ρου ενά­γο­ντος και του γρα­φείου του στα δικα­στή­ρια της Ρόδου.

Η επι­στολή προς ανώτατη δικα­στική αρχή και η απο­στολή της στις 26.7.2024

Κεντρικό στοι­χείο της αγωγής απο­τε­λεί επι­στολή του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου με ημε­ρο­μη­νία 22.7.2024, η οποία, όπως ανα­φέ­ρε­ται, απε­στάλη στις 26.7.2024 προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι με την επι­στολή αυτή ο Σύλ­λο­γος ζήτησε την ανά­κληση της μετά­θε­σης της δικα­στι­κής λει­τουρ­γού στη Ρόδο και ότι στο περιε­χό­μενό της περι­λαμ­βά­νο­νται δια­τυ­πώ­σεις που τους θίγουν προ­σω­πικά και επαγ­γελ­μα­τικά.

Στην αγωγή δίνεται επίσης έμφαση στο ότι πριν από τη δια­τύ­πωση τέτοιων ανα­φο­ρών δεν ζητή­θη­καν εξη­γή­σεις από τους ίδιους και δεν υπήρξε δια­δι­κα­σία ακρό­α­σης, παρότι τα πρόσωπά τους ανα­φέ­ρο­νται και κρί­νο­νται στο σκε­πτικό και στις δια­τυ­πώ­σεις που ακο­λού­θη­σαν.

Μετα­γε­νέ­στε­ρες εξε­λί­ξεις που εντάσ­σο­νται στο ιστο­ρικό της αγωγής

Στο ιστο­ρικό της αγωγής ανα­φέ­ρε­ται ότι η δικα­στική λει­τουρ­γός ανέλαβε καθή­κο­ντα στη Ρόδο στις 16.9.2024 και ότι η μετά­θεσή της ανα­κλή­θηκε στις 20.9.2024, με απόφαση του Ανώ­τα­του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου που έκανε δεκτή εισή­γηση για ανα­γκα­στική μετά­θεση, η οποία πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε στις 31.10.2024.

Οι ενά­γο­ντες συν­δέ­ουν τα γεγο­νότα αυτά με τις ενέρ­γειες και την επι­στολή του Συλ­λό­γου, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι υπήρξε αιτιώ­δης σχέση ως προς τη βλάβη που επι­κα­λού­νται.

Στο ίδιο πλαίσιο, παρα­τί­θε­νται ανα­φο­ρές σε εσω­τε­ρι­κές αντι­δρά­σεις εντός του δικη­γο­ρι­κού σώματος, όπως δήλωση στις 12.9.2024 από δικη­γόρο που είχε υπη­ρε­τή­σει στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο στο παρελ­θόν, καθώς και ανοικτή επι­στολή δήλωση στις 4.9.2024 από 58 δικη­γό­ρους ενεργά μέλη, οι οποίοι δια­τύ­πω­σαν ότι η επίδικη επι­στολή του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου δεν τους εκφρά­ζει.

Οι ενά­γο­ντες εντάσ­σουν τα στοι­χεία αυτά στο επι­χεί­ρημα ότι η επί­κληση «ανη­συ­χίας» ως συλ­λο­γι­κής στάσης δεν τεκ­μη­ριώ­νε­ται, όπως την παρου­σί­ασε ο Δικη­γο­ρι­κός Σύλ­λο­γος Ρόδου τότε στην επι­στολή του.

Τα αιτή­ματα και η βάση της απο­ζη­μί­ω­σης όπως περι­γρά­φο­νται

Οι ενά­γο­ντες ζητούν να κατα­δι­κα­στεί ο Δικη­γο­ρι­κός Σύλ­λο­γος Ρόδου να κατα­βά­λει στον καθένα 10.000 ευρώ, με τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξό­φληση. Περι­γρά­φουν το ποσό ως εύλογη χρη­μα­τική ικα­νο­ποί­ηση λόγω ηθικής βλάβης και το συν­δέ­ουν με προ­σβολή της προ­σω­πι­κό­τη­τας, καθώς και με αμφι­σβή­τηση της προ­σω­πι­κής και επαγ­γελ­μα­τι­κής τους εντι­μό­τη­τας.

Στην αγωγή γίνεται επίσης αναφορά στη νομική βάση της ευθύνης νομικού προ­σώ­που δημο­σίου δικαίου, με επί­κληση των άρθρων 105 και 106 του Εισα­γω­γι­κού Νόμου του Αστικού Κώδικα, καθώς και σε δια­τά­ξεις του Αστικού Κώδικα για την προ­στα­σία της προ­σω­πι­κό­τη­τας και την ηθική βλάβη.

Παράλ­ληλα, προ­βάλ­λε­ται ότι, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς των ενα­γό­ντων, οι ενέρ­γειες του Συλ­λό­γου παρα­βί­α­σαν εγγυ­ή­σεις που συν­δέ­ο­νται με το δικαί­ωμα προη­γού­με­νης ακρό­α­σης και υπε­ρά­σπι­σης, με ανα­φο­ρές στο άρθρο 20 του Συντάγ­μα­τος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το στοι­χείο αυτό παρου­σιά­ζε­ται ως δια­δι­κα­στι­κός πυρήνας της δια­φο­ράς, καθώς οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι δεν είχαν τη δυνα­τό­τητα να τοπο­θε­τη­θούν πριν από πράξεις που τους αφο­ρού­σαν άμεσα. Ο δεύ­τε­ρος λόγος που επι­κα­λού­νται οι ενά­γο­ντες αφορά την αρμο­διό­τητα και τα όρια παρέμ­βα­σης ενός Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου σε ζητή­ματα που σχε­τί­ζο­νται με τη στε­λέ­χωση και την υπη­ρε­σιακή κατά­σταση δικα­στι­κών λει­τουρ­γών, καθώς και με το περιε­χό­μενο επι­στο­λών που απευ­θύ­νο­νται σε ανώ­τα­τες δικα­στι­κές αρχές.

Τέλος, στο κείμενο της αγωγής ανα­φέ­ρε­ται αίτημα να κηρυ­χθεί η απόφαση προ­σω­ρινά εκτε­λε­στή, με το επι­χεί­ρημα ότι πρό­κει­ται για απαί­τηση από αστική ευθύνη ΝΠΔΔ και ότι η αναμονή μέχρι την τελε­σι­δι­κία παρα­τεί­νει, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς τους, τα απο­τε­λέ­σματα της προ­σβο­λής που επι­κα­λού­νται.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.