ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Economist: Χάνουμε τη μάχη με την κλιματική αλλαγή

news room 1 λεπτό ανάγνωση
περιβάλλον

Όπως ανα­φέ­ρει, αυτό που κάποτε ήταν μια εξαί­ρεση, σήμερα είναι πια κοινός τόπος. Υπεν­θυ­μί­ζει ότι, σύμφωνα με τους επι­στή­μο­νες, καθώς ο πλα­νή­της μας ανε­βά­ζει θερ­μο­κρα­σία (σήμερα είναι περίπου ένα βαθμό Κελσίου υψη­λό­τερη σε σχέση με τα προ­βιο­μη­χα­νικά επίπεδα), ο καιρός ανα­μέ­νε­ται να “τρε­λα­θεί” ακόμη πιο πολύ. Παρα­πέ­μπει και σε μια επι­στη­μο­νική μελέτη, σύμφωνα με την οποία, αν δεν υπήρχε η ανθρω­πο­γε­νής κλι­μα­τική αλλαγή, το φετινό καυτό καλο­καίρι στην Ευρώπη πιθα­νό­τατα δεν θα είχε καν υπάρξει.

Tο βρε­τα­νικό περιο­δικό -η γνώμη του οποίου ανέ­κα­θεν λαμ­βα­νό­ταν σοβαρά υπόψη από τους δια­μορ­φω­τές πολι­τι­κών στις μεγα­λύ­τε­ρες χώρες (και όχι μόνο)- επι­ση­μαί­νει ότι «καθώς η επί­πτωση της κλι­μα­τι­κής αλλαγής γίνεται όλο και πιο φανερή, το ίδιο γίνεται και η κλίμακα της πρό­κλη­σης που αντι­με­τω­πί­ζουμε».


Oπως λέει, είναι ενδει­κτικό ότι, τρία χρόνια μετά τις δεσμεύ­σεις των χωρών στο Παρίσι ότι θα κρα­τή­σουν την άνοδο της θερ­μο­κρα­σίας «αρκετά κάτω» από τους δύο βαθμούς σε σχέση με τα προ­βιο­μη­χα­νικά επίπεδα, οι εκπο­μπές «αερίων του θερ­μο­κη­πίου» αυξά­νο­νται ξανά. Το ίδιο και οι ρυπο­γό­νες επεν­δύ­σεις στο πετρέ­λαιο και στο φυσικό αέριο, ενώ το 2017, για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, αυξή­θηκε η ζήτηση για τον «βρώμικο» άνθρακα (στον οποίο περι­λαμ­βά­νε­ται και ο λιγνί­της).

Από την άλλη, σε πολλές χώρες οι επι­δο­τή­σεις για νέες επεν­δύ­σεις στις ανα­νε­ώ­σι­μες πηγές ενέρ­γειας (ηλιακή, αιολική κ.α.) μειώ­νο­νται αντί να αυξά­νουν, με απο­τέ­λε­σμα ο τομέας της «πρά­σι­νης» ενέρ­γειας να εμφα­νί­ζει μάλλον στα­σι­μό­τητα, ενώ η -σύμμαχος κατά της κλι­μα­τι­κής αλλαγής- «καθαρή» πυρη­νική ενέρ­γεια είναι τόσο ακριβή όσο και αντι­δη­μο­φι­λής διεθνώς.

Ο «Economist» προει­δο­ποιεί ότι δυστυ­χώς μάλλον δεν πρό­κει­ται για ένα προ­σω­ρινό πισω­γύ­ρι­σμα και ότι ίσως η ανθρω­πό­τητα θα πρέπει πλέον να δει καθαρά τη δυσά­ρε­στη αλήθεια: χάνει τον πόλεμο.

Aυτό δεν σημαί­νει ότι δεν υπάρχει καλο­δε­χού­μενη πρόοδος, καθώς οι «πρά­σι­νες» ενερ­γεια­κές τεχνο­λο­γίες γίνο­νται φθη­νό­τε­ρες, απο­δο­τι­κό­τε­ρες και ευκο­λό­τε­ρες στην πρό­σβαση (υπάρ­χουν μάλιστα πια χώρες όπου οι ανα­νε­ώ­σι­μες ενέρ­γειες κοστί­ζουν λιγό­τερο και από τον άνθρακα). Επίσης ενθαρ­ρυ­ντική είναι η συνεχής εξά­πλωση των ηλε­κτρο­κί­νη­των αυτο­κι­νή­των.

Θετικό ακόμη είναι ότι η κοινή γνώμη ευαι­σθη­το­ποιεί­ται ολοένα περισ­σό­τερο. Μια πρό­σφατη δημο­σκό­πηση σε 38 χώρες βρήκε ότι έξι στους δέκα άνθρω­ποι (το 61%) θεωρούν την κλι­μα­τική αλλαγή σοβαρή απειλή. Μόνο οι ισλα­μι­στές τρο­μο­κρά­τες θεω­ρού­νται μεγα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος. Στις ΗΠΑ, παρά την αντι­δρα­στική πολι­τική του Ντό­ναλντ Τραμπ σε αυτό το θέμα, αρκετές πόλεις και πολι­τείες παίρ­νουν μέτρα ενάντια την κλι­μα­τική αλλαγή. Σε χώρες «πνιγ­μέ­νες» από τον άνθρακα, όπως η Κίνα και η Ινδία, αρκετοί πολίτες ασκούν πιέσεις στις κυβερ­νή­σεις τους.

Οι αισιό­δο­ξοι θεωρούν ότι η απαλ­λαγή από τον άνθρακα είναι εφικτή, αλλά στην πράξη, τονίζει ο «Εκό­νο­μιστ», «απο­δει­κνύ­ε­ται τρομερά δύσκολη». Η πιο βασική αιτία είναι η μεγάλη αύξηση της ζήτησης ενέρ­γειας ιδίως από την Ασία, καθώς η κινε­ζική και οι άλλες ασια­τι­κές οικο­νο­μίες ανα­πτύσ­σο­νται ταχύ­τατα. Η παγκό­σμια χρήση άνθρακα, του πιο ρυπο­γό­νου ορυκτού καυ­σί­μου, εμφά­νισε μέση ετήσια αύξηση 3,1% κατά τη δεκα­ε­τία 2006-2016, έναντι 2,9% του πετρε­λαίου και 5,2% του -συγκριτικά πιο καθαρού- φυσικού αερίου.

 

Η δεύτερη αιτία είναι η οικο­νο­μική και πολι­τική αδρά­νεια, η τάση να ακο­λου­θεί κανείς την πεπα­τη­μένη. Πρό­κει­ται για ένα είδος εθισμού: όσο περισ­σό­τερα ορυκτά καύσιμα κατα­να­λώ­νει μια χώρα, τόσο πιο δύσκολο είναι να απαλ­λα­γεί από αυτά. Ισχυρά επι­χει­ρη­μα­τικά και άλλα λόμπι, καθώς και οι ψηφο­φό­ροι που τα υπο­στη­ρί­ζουν λόγω συμ­φέ­ρο­ντος, παίζουν καθο­ρι­στικό ρόλο στην «οχύρωση» του άνθρακα στο ενερ­γειακό μίγμα κάθε χώρας. Για να αλλά­ξουν τα πράγ­ματα, θα χρεια­σθούν αρκετά χρόνια.

Η τρίτη μεγάλη δυσκο­λία είναι τεχνικο-οικονομικής φύσης. Δεν είναι καθόλου εύκολο για τις μεγάλες βιο­μη­χα­νίες χάλυβα, τσι­μέ­ντου, μετα­φο­ρών κ.α. να λει­τουρ­γή­σουν με μαζική παρα­γωγή ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας, που δεν θα βασί­ζε­ται στα ορυκτά καύσιμα. Υπάρ­χουν εναλ­λα­κτι­κές τεχνο­λο­γίες (π.χ. παρα­γωγή χάλυβα με μηδε­νική κατα­νά­λωση άνθρακα ή ακόμη και με αρνη­τική, που απορ­ροφά δηλαδή περισ­σό­τερο διο­ξεί­διο του άνθρακα από όσο εκπέ­μπει στην ατμό­σφαιρα), όμως η ευρεία εφαρ­μογή τους δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

 

Ο «Economist» καλεί τις δυτικές χώρες να συνει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι «πλού­τι­σαν χάρη σε μια “δίαιτα” βιο­μη­χα­νι­κής ανά­πτυ­ξης πλούσια σε άνθρακα» και, γι’ αυτό, πρέπει να τιμή­σουν τις δεσμεύ­σεις τους στο Παρίσι. Όπως υπο­στη­ρί­ζει, το οικο­νο­μικό κόστος απο­φυ­γής της κλι­μα­τι­κής αλλαγής θα είναι βρα­χυ­πρό­θε­σμο σε σχέση με τα μακρο­πρό­θε­σμα οφέλη. Επι­ση­μαί­νει ότι «οι πολι­τι­κοί έχουν ένα ουσια­στικό ρόλο στο να υπο­στη­ρί­ξουν τις ανα­γκαίες μεταρ­ρυθ­μί­σεις και να δια­σφα­λί­σουν ότι οι πιο ευά­λω­τοι δεν θα φέρουν το κύριο βάρος της αλλαγής».

Αλλά, μέχρι να γίνει αυτό, το περιο­δικό θεωρεί δεδο­μένο ότι ο κόσμος μας θα γίνει σίγουρα πολύ πιο ζεστός – με ό,τι αυτό μπορεί να σημαί­νει.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, ECONOMIST

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.