Του Κώστα Ράπτη

Οι λεονταρισμοί περισσεύουν – αλλά και τα ερωτήματα επίσης. Πού σταματά το επικοινωνιακό παιχνίδι της Άγκυρας και πού αρχίζει η πραγματικάανησυχητική κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις με την Αθήνα; Τι από όσα ζούμε την τελευταία εβδομάδα καθορίζεται από τρέχουσες επιδιώξεις και τι υπακούει σε μακροχρόνιους σχεδιασμούς; Πόσο αρραγές είναι το τουρκικό εσωτερικό μέτωπο και πόσο οι εσωτερικές διασπάσεις ευνοούν τυχοδιωκτισμούς εκτός συνόρων; Πόσο η συνολική επιδείνωση της οικονομικής, πολιτικής και διπλωματικής θέσης της Τουρκίας ωθεί τη γείτονα να αναζητεί «εύκολους πόντους» εις βάρος της Ελλάδας;

Από τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων μέχρι τον πρωθυπουργό, όλοι οι Τούρκοι ιθύνοντες έβαλαν την εβδομάδα αυτή από μία ψηφίδα ο καθένας στη δημιουργία ενός μωσαϊκού προκλήσεων – όμως αυτός που πραγματικά λαμβάνει τις αποφάσεις στη γείτονα, ήτοι ο Ταγίπ Ερντογάν, ήταν και ο πιο συγκρατημένος.

Η συγκυρία των τριβών σχετικά με τη μη έκδοση των 8 Τούρκων φυγάδωνστρατιωτικών συναντάται με τη μακρόπνοη προσπάθεια της Άγκυρας να ανατρέψει τα δεδομένα στο Αιγαίο, όπως δείχνει ο συνολικός πολλαπλασιασμός των τουρκικών υπερπτήσεων και αντιστρόφως η μείωση των αερομαχιών τα τελευταία χρόνια.

Οι καθιερωμένοι «κανόνες του παιχνιδιού» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις συναντώνται με την κατάργηση κάθε καθιερωμένου κανόνα στην πολιτική ζωή της Τουρκίας μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, τις εκκαθαρίσεις στις ένοπλες δυνάμεις και τον όλο κρατικό μηχανισμό, τις άκαρπες στρατιωτικές περιπέτειες εκτός συνόρων (βόρεια Συρία, βόρειο Ιράκ), την εμμονή ότι η χώρα απειλείται με εδαφική συρρίκνωση και άρα θα πρέπει να προβάλει τις δικές της αναθεωρητικές βλέψεις, την περιθωριοποίηση της κεμαλιστικής αντιπολίτευσης η οποία αντιδρά κατηγορώντας την κυβέρνηση των ισλαμιστών για «μειοδοτική στάση» στο θέμα των νησιών του Αιγαίου.

Πέταγμα του γαντιού στον Αλέξη Τσίπρα

Η επετειακή επίσκεψη στα Ίμια στις 29 Ιανουαρίου του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Χουλουσί Ακάρ, συνοδευόμενου από τους επικεφαλής όλων των κλάδων (στρατού, ναυτικού, αεροπορίας) ήταν μόνο η αρχή. Ο «πόλεμος των λέξεων» και των συμβολικών χειρονομιών κορυφώθηκε το βράδυ της Πέμπτης με τον Τούρκο πρωθυπουργό να ανεβάζει σε 130 τον αριθμό των διαφιλονικούμενων βραχονησίδων στο Αιγαίο και να καλεί τον Αλέξη Τσίπρα σε ανοίκειους τόνους να «συμπεριφερθεί ως γείτονας».

«Δεν μπορούμε να επιλέξουμε τους γείτονές μας, η γεωγραφία είναι το πεπρωμένο μας», τόνισε, μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Μπιναλί Γιλντιρίμ για να προσθέσει: «αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της άλλης πλευράς με χαμόγελο, αλλά δεν πρέπει να το παρερμηνεύσουν αυτό». Κατά τον Τούρκο πρωθυπουργό «τα προβλήματα στο Αιγαίο δεν είναι κάτι καινούργιο, έχουν μακρά ιστορία», ωστόσο, «στην εχθρότητα έχουμε τη δύναμη να απαντάμε πάντα με εχθρότητα από όπου κι αν αυτή προέρχεται». Παράλληλα, ο Μπιναλί Γιλντιρίμ επανέφερε το ζήτημα των 8 Τούρκων αξιωματικών, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την απόφαση του Αρείου Πάγου και γνωστοποιώντας ότι έχει στείλει σχετική επιστολή στον Έλληνα ομόλογό του, χωρίς έως τώρα να λάβει απάντηση.

Είχε προηγηθεί ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο οποίος προειδοποίησε ανοιχτά για «κίνδυνο ατυχήματος» στο Αιγαίο από το οποίο «δεν θα υπάρξει επιστροφή». Κάλεσε, δε, τον Έλληνα υπουργό Άμυνας,Πάνο Καμμένο (ο οποίος τίμησε την επέτειο των Ιμίων με τη ρίψη στεφάνου από ελικόπτερο) να… «έρθει στα συγκαλά του». Μάλιστα παρεμβαλλόμενος στις εσωτερικές πολιτικές διεργασίες της Ελλάδας, ο Τσαβούσογλου ανέφερε ότι χαρακτηριστικά ότι ο Έλληνας υπουργός «κάνει του κεφαλιού του» και συμπλήρωσε: «Εμείς αυτά τα έχουμε πει στον Τσίπρα και τα λέμε».

Από τις υπερπτήσεις στη Μέρκελ

Η τουρκική πλευρά δεν αρκέστηκε στα λόγια, καθώς η πρωτοβουλία Καμμένου απαντήθηκε με παροξυσμό αεροπορικής δραστηριότητας που μεταφράστηκε σε 162 παραβιάσεις ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου και 12 υπερπτήσεις.

Την πινακοθήκη συμπληρώνουν ο Τούρκος υπουργός Άμυνας, ο οποίος τόνισε ότι η Τουρκία δεν θα υποκύψει σε τετελεσμένα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Βεϊσί Καϊνάκ, που επέμεινε ότι «δεν θα επιτραπεί στην Ελλάδα να αποκτήσει νέες περιοχές» (έχοντας προφανώς κατά νου το πρόγραμμα κατοίκησης 28 νησίδων που εξήγγειλε τον Ιανουάριο ο υφυπουργός Ναυτιλίας, Νεκτάριος Σαντορινιός), φθάνοντας μέχρι τον βουλευτή Σμύρνης του κυβερνώντος κόμματος Χουσεΐν Κοτζαμπιγίκ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο ελληνικός στόλος σώθηκε το 1996 εξαιτίας ενός «δειλού ναυάρχου» που παράκουσε τις πολιτικές εντολές της κυβέρνησης Τσιλέρ, αλλά η σημερινή Τουρκία είναι μια διαφορετική χώρα και δεν θα διστάσει να «πυροβολήσει”…

Από την πλευρά του ο Ταγίπ Ερντογάν έκανε γνωστό ότι κατά τη συνάντησή του με τη Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, συζητήθηκαν (άγνωστο με ποιας πλευράς την πρωτοβουλία) και τα θέματα του Αιγαίου – τα οποία προφανώς προορίζονται να αποτελέσουν αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος, όσο και αν η συγκυρία της αλλαγής φρουράς στην Ουάσινγκτον, και δη των σαρωτικών αλλαγών στον μηχανισμό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, συνεπάγεται ότι ο υπερατλαντικός παράγοντας θα μείνει προς το παρόν σιωπηλός.

Διόλου αρραγές το εσωτερικό μέτωπο

Πάντως, η εσωτερική διάσταση του θέματος εμφανίζεται κυρίαρχη, καθώς είναι κυρίως τα μέσα ενημέρωσης του κλίματος της κεμαλιστικής αντιπολίτευσης που δίνουν το βήμα στις περισσότερο προκλητικές τοποθετήσεις, ενώ το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έφθασε να καταγγέλλει την επίσκεψη της στρατιωτικής ηγεσίας στα Ίμια ως προεκλογική κίνηση εν όψει του δημοψηφίσματος του Απριλίου για την αναθεώρηση του τουρκικού συντάγματος. «Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δεν κερδίζουν κύρος όταν παρελαύνουν στρατηγοί με «πλάκα τα γαλόνια” εκεί όπου το 1996 είχαμε αποβιβάσει δέκα καταδρομείς μόνιμους υπαξιωματικούς», ανέφερε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Ενγκίν Αλτάι, κάνοντας λόγο για «τουριστική βόλτα» στο Αιγαίο και διερωτώμενος αν ο αρχηγός του γενικού επιτελείου θέλει να συμμετέχει ως πολιτικό πρόσωπο στην καμπάνια για το δημοψήφισμα, κατά το παράδειγμα των τοπικών επάρχων.

Την ειρωνεία του πράγματος υπογραμμίζει η σύλληψη της αντισμηνάρχου, Μπιλγκεχάν Μπουλμπούλ, ευθύς μετά την επιστροφή της στη βάση της από τα Ίμια όπου συνόδευε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου. Η κατηγορία αφορά και στην περίπτωσή της καταγγελλόμενες σχέσεις με το δίκτυο του εξόριστου στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα, Φετουλάχ Γκιουλέν, πρώην συμμάχου του Ερντογάν και νυν φερόμενου ως εγκεφάλου του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου.

Πραγματικός αποδέκτης των πιέσεων είναι η Ε.Ε.

«Οι Τούρκοι πολίτες κάτω των 20 ή και 30 ετών ούτε πού γνωρίζουν τι είναι οι βραχονησίδες Καρντάκ (Ίμια)» σημειώνει, σε ανάλυσή του στο al-monitor.com, ο Τούρκος αρθρογράφος Τζενγκίζ Τσαντάρ. Το επιχείρημά του είναι ότι οι εντάσεις στο Αιγαίο δεν αφορούν πλέον ένα διακύβευμα που κρίνεται διμερώς, αλλά συνολικά τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση. Κατά τον Τσαντάρ, η Ελλάδα κρίνεται ως ο αδύναμος κρίκος για την άσκηση πιέσεων προς την Ε.Ε., η οποία δείχνει να παίρνει όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις από την Άγκυρα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Σύμφωνα, άλλωστε, με τους «Times» του Λονδίνου, οι εκκαθαρίσεις στους κόλπους του στρατεύματος εκτιμάται ότι έχουν πάει πολύ πέρα από τους κύκλους των πιστών στον ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν, με αποτέλεσμα φιλοδυτικοί κοσμικοί Τούρκοι αξιωματικοί να αντικαθίστανται πλέον σε θέσεις ΝΑΤΟ από συναδέλφους τους με αντιδυτικές απόψεις και φιλορωσικές-ευρασιατικές συμπάθειες. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα των 8 φυγάδων Τούρκων στρατιωτικών στην Ελλάδα δεν είναι για την Άγκυρα απλώς θέμα γοήτρου, αλλά και δημιουργεί προηγούμενο για τους περίπου 40 Τούρκους αξιωματικούς που έχουν ζητήσει άσυλο από τη Γερμανία, όπου υπηρετούσαν σε συμμαχικές βάσεις.

Ο αγγλοσαξονικός παράγοντας

Σύμφωνα με τον Τσαντάρ, τα όσα γίνονται στα Ίμια έχουν σημασία περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική και αφορούν περισσότερο την Ε.Ε. στο σύνολό της παρά στενά την Ελλάδα. Άλλωστε, η αδυναμία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων να καταλάβουν από τους τζιχαντιστές την πόλη αλ-Μπαμπ της βόρειας Συρίας, στα πρόθυρα της οποίας βρίσκονται από τον Αύγουστο, λέει πολλά.

Η επίδειξη αγέρωχου πνεύματος προς την Ε.Ε., με το βλέμμα πάντοτε στραμμένο στη δυνατότητα πολιτικο-οικονομικής εκμετάλλευσης των φόβων της για τυχόν αναζωπύρωση των προσφυγικών ροών, έχει γίνει ευκολότερη για το καθεστώς Ερντογάν λόγω του απαξιωτικού τόνου των Αγγλοσαξόνων προς το ευρωπαϊκό εγχείρημα, μετά την επικράτηση του Brexit στο βρετανικό δημοψήφισμα και την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ. Διόλου τυχαία, η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, προηγήθηκε της Μέρκελ κατά μία εβδομάδα στην Άγκυρα και συμφώνησε με τους Τούρκους οικοδεσπότες της εξοπλιστικές συμφωνίες ύψους 126 εκατ. δολαρίων.

Δυσάρεστες εκπλήξεις από τον Τραμπ

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η Τουρκία έχει κάθε λόγο να ανησυχεί ότι οι υπό διαμόρφωση νέες ισορροπίες στο διεθνές σύστημα την προσπερνούν. Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να αντιμετωπίζεται από τους κυβερνώντες στην Άγκυρα με κρυφό θαυμασμό και με διόλου υποκρυπτόμενη ανακούφιση, στον βαθμό που δίνει τέλος στην «εποχή Ομπάμα», όμως η δική του θητεία ξεκίνησε ήδη με μια δυσάρεστη έκπληξη για την Τουρκία: την ανακοίνωση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ήτοι του αραβο-κουρδικού μετώπου του οποίου ηγείται η αδελφή οργάνωση του ΡΚΚ στη Συρία) ότι η αποστολή αμερικανικής βοήθειας πέρασε, επί της νέας κυβερνήσεως, από τον ελαφρύ οπλισμό και τα πυρομαχικά στα τεθωρακισμένα οχήματα. Παράλληλα, ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν έχει περιλάβει τον Ταγίπ Ερντογάν στις έως τώρα τηλεφωνικές επαφές του με ξένους ηγέτες. Παρ’ όλα αυτά, συζήτησε ήδη με τον Σαουδάραβα βασιλιά Σαλμάν, αγνοώντας την Άγκυρα, την τουρκικής πατρότητας ιδέα της δημιουργίας «ασφαλών ζωνών» για τους πρόσφυγες στη Συρία. Μάλιστα, η υλοποίηση της ιδέας (που δεν είναι ακόμη σαφές πώς γίνεται αντιληπτή από τον Τραμπ) ενδεχομένως να κρύβει μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη για την Άγκυρα, εάν ο λόγος γίνεται για «ασφαλείς ζώνες» προσφύγων στις κουρδοκρατούμενες περιοχές, με αποτέλεσμα να ενισχύεται ντε φάκτο η αυτονόμησή τους, κατά το ιρακινό προηγούμενο.

Η αχίλλειος πτέρνα της τουρκικής οικονομίας

Η ελληνική πλευρά, ως έχουσα πικράν πείραν, μπορεί να μειδιά. Όμως η Τουρκία μόλις τώρα μπαίνει στον φαύλο κύκλο των υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής της ικανότητας, που θα μπορούσε να πλήξει τις τουρκικές αξιώσεις ισχύος στο πιο ευάλωτο σημείο τους: την οικονομία.

Η προηγούμενη εβδομάδα σημαδεύτηκε από το διπλό πλήγμα της υποβάθμισης του τουρκικού κρατικού αξιόχρεου από τους οίκους Standard & Poor’s (σε αρνητικό outlook) και Fitch (σε κατηγορία junk) με την επίκληση των επιπτώσεων που έχουν για τις οικονομικές επιδόσεις και την ανεξαρτησία των θεσμών οι εξελίξεις στην πολιτική και την ασφάλεια. Ήδη η κεντρική τράπεζα δοκιμάζει (με μια πρώτη δειλή, ελέω Ερντογάν, αύξηση των επιτοκίων) παρεμβάσεις για τη στήριξη της λίρας η οποία έχει υποχωρήσει περίπου 8%ήδη φέτος.

capital.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Εγγραφείτε στο Newsletter της Δημοκρατικής. Καθημερινή ενημέρωση στο e-mail σας.