ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο Δήμος Ρόδου υποχρεώνεται να καταβάλει δώρα εορτών και επίδομα αδείας σε 41 υπαλλήλους του ΔΟΠΑΡ

Δαμιανός Αθανασίου 6 λεπτά ανάγνωση
ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου δικαί­ωσε εν μέρει 41 εργα­ζο­μέ­νους του πρώην ΔΟΠΑΡ, επι­δι­κά­ζο­ντας 2.000 ευρώ στον καθένα για τα επι­δό­ματα εορτών και αδείας των ετών 2023 και 2024.
  • Ο Δήμος Ρόδου, ως καθο­λι­κός διά­δο­χος του ΔΟΠΑΡ, καλεί­ται να κατα­βά­λει συνο­λικά 82.000 ευρώ, πλέον τόκων.
  • Το ποσό ανά εργα­ζό­μενο περι­λαμ­βά­νει 1.000 ευρώ για τα δώρα Χρι­στου­γέν­νων, 500 ευρώ για το δώρο Πάσχα και 500 ευρώ για το επίδομα αδείας.
  • Το δικα­στή­ριο δέχθηκε ότι οι προη­γού­με­νες απο­φά­σεις για την ίδια εργα­σιακή σχέση και νομική βάση δημιουρ­γούν δεδι­κα­σμένο, παρά την αντί­θετη θέση του Δήμου που επι­κα­λέ­στηκε μετα­γε­νέ­στε­ρες απο­φά­σεις του Αρείου Πάγου.

Νέα δικα­στική απόφαση υπέρ εργα­ζο­μέ­νων του πρώην Δημο­τι­κού Οργα­νι­σμού Πολι­τι­σμού Αθλη­τι­σμού Ρόδου (ΔΟΠΑΡ) προ­στί­θε­ται στην πολυετή αντι­δι­κία για τα επι­δό­ματα εορτών και αδείας, που καταρ­γή­θη­καν στον δημόσιο τομέα από την 1 Ιανουα­ρίου 2013.

Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 634/2026 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή 41 υπαλ­λή­λων του ΔΟΠΑΡ και υπο­χρέ­ωσε τον Δήμο Ρόδου, ως καθο­λικό διάδοχο του καταρ­γη­μέ­νου οργα­νι­σμού πολι­τι­σμού και αθλη­τι­σμού, να κατα­βά­λει σε καθέναν από αυτούς 2.000 ευρώ για τα δώρα Χρι­στου­γέν­νων και Πάσχα και το επίδομα αδείας των ετών 2023 και 2024.

Για το σύνολο των ενα­γό­ντων, η επι­δι­κα­σθείσα οφειλή ανέρ­χε­ται σε 82.000 ευρώ, πλέον τόκων.

Πώς προ­κύ­πτουν τα 2.000 ευρώ

Σύμφωνα με το δια­τα­κτικό, το ποσό που αντι­στοι­χεί σε κάθε εργα­ζό­μενο ανα­λύ­ε­ται σε 1.000 ευρώ για το δώρο Χρι­στου­γέν­νων, δηλαδή 500 ευρώ ανά έτος, σε 500 ευρώ για το δώρο Πάσχα και σε άλλα 500 ευρώ για το επίδομα αδείας, με 250 ευρώ ανά έτος για καθένα από αυτά. Πρό­κει­ται για τα ποσά στα οποία είχαν περιο­ρι­στεί τα επι­δό­ματα του Δημο­σίου πριν καταρ­γη­θούν ορι­στικά.

Οι ενά­γο­ντες, που εκπρο­σω­πή­θη­καν από τους δικη­γό­ρους κ.κ. Μανώλη Παπαϊ­ω­άν­νου και Από­στολο Γκατζιό, συν­δέ­ο­νται με τον ΔΟΠΑΡ με σχέση εργα­σίας ιδιω­τι­κού δικαίου αορί­στου χρόνου. Οι προ­σλή­ψεις τους χρο­νο­λο­γού­νται από το 1999 έως το 2013, ενώ οι περισ­σό­τε­ροι προ­σε­λή­φθη­σαν τον Ιούλιο του 2009. Οι 27 από τους 41 ανήκουν στον κλάδο των μου­σι­κών και των καθη­γη­τών μου­σι­κής. Ακο­λου­θούν 8 γυμνα­στές και καθη­γη­τές φυσικής αγωγής και 4 διοι­κη­τι­κοί υπάλ­λη­λοι. Την αγωγή υπο­γρά­φουν επίσης υπάλ­λη­λος τεχνι­κής ειδι­κό­τη­τας και φύλακας.

Όπως υπο­στη­ρί­ζουν οι ίδιοι, οι μηνιαίες απο­δο­χές τους ουδέ­ποτε ξεπέ­ρα­σαν τις 3.000 ευρώ. Το μισθο­λο­γικό τους καθε­στώς διε­πό­ταν από τον Ν. 3205/2003 έως τις 31 Οκτω­βρίου 2011 και στη συνέ­χεια από τον Ν. 4024/2011 για το ενιαίο μισθο­λό­γιο.

Το δεδι­κα­σμένο που έκρινε την υπόθεση

Η αγωγή κατα­τέ­θηκε στις 16 Δεκεμ­βρίου 2024. Αρχικά ορί­στηκε να συζη­τη­θεί στις 20 Ιανουα­ρίου 2026, όμως η δίκη πήρε αναβολή για τον Οκτώ­βριο. Οι εργα­ζό­με­νοι υπο­στή­ρι­ξαν αφενός ότι η διάταξη του Ν. 4093/2012, με την οποία καταρ­γή­θη­καν τα επι­δό­ματα, είναι αντι­συ­νταγ­μα­τική και αφε­τέ­ρου ότι υπάρχει δεδι­κα­σμένο από τις απο­φά­σεις 184/2018, 23/2020 και 89/2020 του πρώην Ειρη­νο­δι­κείου Ρόδου, οι οποίες αφο­ρού­σαν παλαιό­τερα χρονικά δια­στή­ματα.

Το δικα­στή­ριο απο­δέ­χθηκε τον δεύτερο ισχυ­ρι­σμό. Έκρινε ότι υπάρχει ταυ­τό­τητα δια­δί­κων, καθώς και ταυ­τό­τητα ιστο­ρι­κής και νομικής αιτίας, αφού η νέα αξίωση πηγάζει από την ίδια εργα­σιακή σχέση με τον ΔΟΠΑΡ και στη­ρί­ζε­ται στην ίδια διάταξη νόμου. Η μόνη διαφορά είναι ότι αφορά μετα­γε­νέ­στερο χρονικό διά­στημα.

Ο Δήμος δια­τει­νό­ταν ότι στο μεταξύ έχει μετα­βλη­θεί το νομικό τοπίο, επι­κα­λού­με­νος απο­φά­σεις του Αρείου Πάγου με αντί­θετο περιε­χό­μενο. Η Πρω­το­δί­κης δεν δέχθηκε αυτή την άποψη. Όπως σημειώ­νε­ται στην απόφαση, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Ανώ­τα­του Ειδικού Δικα­στη­ρίου που να κρίνει τη συγκε­κρι­μένη διάταξη αντι­συ­νταγ­μα­τική με ισχύ έναντι πάντων, ώστε να ισο­δυ­να­μεί με νομο­θε­τική μετα­βολή. Οι απο­φά­σεις του Αρείου Πάγου που προ­σκό­μισε ο Δήμος κρίνουν συγκε­κρι­μέ­νες περι­πτώ­σεις, δεν δεσμεύ­ουν το δικα­στή­ριο και δεν ανα­τρέ­πουν το δεδι­κα­σμένο. Το δικα­στή­ριο υπεν­θύ­μισε ακόμη ότι το δεδι­κα­σμένο παρά­γε­ται ακόμη κι αν η προη­γού­μενη τελε­σί­δικη απόφαση είναι για οποιον­δή­ποτε λόγο εσφαλ­μένη.

Γιατί δεν ανε­στάλη η δίκη

Ο Δήμος, αρνή­θηκε την αγωγή και ζήτησε να ανα­στα­λεί η δίκη. Το επι­χεί­ρημά του ήταν ότι εκκρε­μούν στον Άρειο Πάγο 2 αιτή­σεις αναί­ρε­σης. Η πρώτη, με ημε­ρο­μη­νία 27 Σεπτεμ­βρίου 2021, στρέ­φε­ται κατά της από­φα­σης 81/2021 του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου και αφορά 34 από τους ενά­γο­ντες. Η δεύτερη, με ημε­ρο­μη­νία 23 Απρι­λίου 2024, στρέ­φε­ται κατά της από­φα­σης 111/2024 και αφορά 5 ενά­γο­ντες. Κατά τον Δήμο, ο πρώτος λόγος και των δύο αναι­ρέ­σεων θέτει ακριβώς το ζήτημα της συνταγ­μα­τι­κό­τη­τας του Ν. 4093/2012.

Το αίτημα απορ­ρί­φθηκε. Το δικα­στή­ριο έκρινε ότι δεν υπάρχει δεσμός νομικής ανα­γκαιό­τη­τας ανάμεσα στις δίκες, αφού στην παρούσα κρί­νε­ται η ύπαρξη δεδι­κα­σμέ­νου, ενώ στον Άρειο Πάγο εξε­τά­ζε­ται η συνταγ­μα­τι­κό­τητα της διά­τα­ξης. Αν κάποτε αναι­ρε­θούν οι απο­φά­σεις 81/2021 και 111/2024, το δεδι­κα­σμένο θα ανα­τρα­πεί. Μέχρι τότε όμως οι τελε­σί­δι­κες απο­φά­σεις εξα­κο­λου­θούν να δεσμεύ­ουν.

Υπήρξε και πρα­κτι­κός λόγος. Από τα στοι­χεία της υπό­θε­σης δεν προ­έ­κυ­πτε αν η αναί­ρεση του 2024 έχει προσ­διο­ρι­στεί προς συζή­τηση, ενώ για εκείνη του 2021 δεν είχε οριστεί δικά­σι­μος έως την έκδοση της από­φα­σης. Μια ανα­στολή, κατά την κρίση του δικα­στη­ρίου, δεν θα εξυ­πη­ρε­τούσε την οικο­νο­μία της δίκης.

Τόκοι, προ­σω­ρινή εκτέ­λεση και δικα­στικά έξοδα

Δεν έγιναν δεκτά όλα τα αιτή­ματα των εργα­ζο­μέ­νων. Απορ­ρί­φθηκε το αίτημα να εκτο­κί­ζο­νται τα ποσά από την ημέρα που κάθε επίδομα έγινε απαι­τητό. Για χρη­μα­τι­κές οφειλές του Δημο­σίου, ο τόκος αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και υπο­λο­γί­ζε­ται με το επι­τό­κιο του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, δηλαδή το επι­τό­κιο των πράξεων κύριας ανα­χρη­μα­το­δό­τη­σης της Ευρω­παϊ­κής Κεντρι­κής Τρά­πε­ζας, προ­σαυ­ξη­μένο κατά 3 εκα­το­στιαίες μονάδες. Η ρύθμιση αυτή αντι­κα­τέ­στησε το σταθερό επι­τό­κιο 6% που ίσχυε παλαιό­τερα. Ο Δήμος θα κατα­βά­λει έτσι τόκους από την επομένη της επί­δο­σης της αγωγής έως την πλήρη εξό­φληση.

Απορ­ρί­φθη­καν επίσης ως μη νόμιμες οι επι­κου­ρι­κές βάσεις της αγωγής. Η βάση της αδι­κο­πρα­ξίας δεν στάθηκε, επειδή για την περι­κοπή των επι­δο­μά­των δεν απαι­τή­θηκε ούτε ανα­φέ­ρε­ται κάποια παρά­νομη πράξη ή παρά­λειψη των οργάνων του ΔΟΠΑΡ. Ούτε η βάση του αδι­καιο­λό­γη­του πλου­τι­σμού έγινε δεκτή, λόγω του επι­κου­ρι­κού της χαρα­κτήρα, αφού στη­ρι­ζό­ταν στα ίδια ακριβώς πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά με την κύρια βάση.

Η απόφαση κηρύ­χθηκε προ­σω­ρινά εκτε­λε­στή ως προς την κατα­ψη­φι­στική της διάταξη. Το δικα­στή­ριο υιο­θέ­τησε την άποψη ότι οι δια­τά­ξεις που απα­γο­ρεύ­ουν την ανα­γκα­στική και την προ­σω­ρινή εκτέ­λεση κατά του Δημο­σίου, των νομικών προ­σώ­πων δημο­σίου δικαίου και των ΟΤΑ θεω­ρού­νται καταρ­γη­μέ­νες, καθώς έρχο­νται σε αντί­θεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της απο­τε­λε­σμα­τι­κής δικα­στι­κής προ­στα­σίας. Έκρινε επι­πλέον ότι η καθυ­στέ­ρηση στην εκτέ­λεση ενδέ­χε­ται να προ­κα­λέ­σει σημα­ντική ζημία στους εργα­ζό­με­νους. Τα δικα­στικά έξοδα συμ­ψη­φί­στη­καν, επειδή η ερμη­νεία των δια­τά­ξεων που εφαρ­μό­στη­καν χαρα­κτη­ρί­στηκε ιδιαι­τέ­ρως δυσχε­ρής.

Το χρονικό των περι­κο­πών

Η ιστορία των επι­δο­μά­των ξεκινά το 2010. Με τον Ν. 3833/2010 τα δώρα Χρι­στου­γέν­νων και Πάσχα και το επίδομα αδείας μειώ­θη­καν κατά 30%, με ανα­δρο­μική ισχύ από την 1 Ιανουα­ρίου 2010. Λίγους μήνες αργό­τερα, ο Ν. 3845/2010 τα όρισε στα 500, 250 και 250 ευρώ αντί­στοιχα από την 1 Ιουνίου 2010, ποσά που επα­να­κα­θο­ρί­στη­καν με το ενιαίο μισθο­λό­γιο του Ν. 4024/2011 από την 1 Νοεμ­βρίου 2011. Τελικά ο Ν. 4093/2012 τα κατήρ­γησε ολο­σχε­ρώς από την 1 Ιανουα­ρίου 2013.

Οι εργα­ζό­με­νοι υπο­στη­ρί­ζουν ότι η κατάρ­γηση αντί­κει­ται σε σειρά άρθρων του Συντάγ­μα­τος, στο Πρώτο Πρό­σθετο Πρω­τό­κολλο της ΕΣΔΑ για την προ­στα­σία της περιου­σίας, σε διε­θνείς συμ­βά­σεις εργα­σίας και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα οικο­νο­μικά, κοι­νω­νικά και μορ­φω­τικά δικαιώ­ματα. Ισχυ­ρί­ζο­νται ακόμη ότι η αιτιο­λο­γική έκθεση του νόμου δεν περιείχε καμία αιτιο­λό­γηση της σκο­πι­μό­τη­τας της κατάρ­γη­σης.

Ο Δημο­τι­κός Οργα­νι­σμός Πολι­τι­σμού Αθλη­τι­σμού Ρόδου καταρ­γή­θηκε με απόφαση της Γενικής Γραμ­μα­τέως της Απο­κε­ντρω­μέ­νης Διοί­κη­σης Αιγαίου, που δημο­σιεύ­θηκε στο ΦΕΚ στις 9 Ιανουα­ρίου 2024. Από τότε ο Δήμος Ρόδου υπει­σέρ­χε­ται ως καθο­λι­κός διά­δο­χος στις υπο­χρε­ώ­σεις του, σύμφωνα με τον Ν. 5056/2023.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.