ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ακυρώθηκε κατάσχεση ακινήτων τριών αδελφών για οφειλή 615.888 ευρώ λόγω άκυρης επίδοσης

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου ακύρωσε την κατα­σχε­τή­ρια έκθεση σε βάρος τριών αδελφών λόγω πλημ­με­λούς επί­δο­σης, καθώς η έκθεση θυρο­κολ­λή­θηκε σε λάθος τόπο κατοι­κίας.
  • Η απαί­τηση των 615.888,83 ευρώ προ­έ­κυψε από δανειακή σχέση με ανώνυμη τράπεζα υπό ειδική εκκα­θά­ριση και μετα­βι­βά­στηκε σε εται­ρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Δου­βλίνο.
  • Η δια­χεί­ριση των απαι­τή­σεων ανα­τέ­θηκε σε ελλη­νική εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης, η οποία ενήρ­γησε ως αντι­πρό­σω­πος της αλλο­δα­πής εται­ρείας.
  • Οι τρεις αδελφοί ζήτησαν την ακύρωση της κατά­σχε­σης και την κατα­δίκη της επι­σπεύ­δου­σας στα δικα­στικά τους έξοδα, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι οι πραγ­μα­τι­κές τους διευ­θύν­σεις ήταν ήδη γνωστές και δια­φο­ρε­τι­κές από αυτές που ανα­γρά­φη­καν.

• Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου έκανε δεκτή την ανακοπή των οφει­λε­τών, κρί­νο­ντας ότι ο δικα­στι­κός επι­με­λη­τής θυρο­κόλ­λησε την κατα­σχε­τή­ρια έκθεση σε τόπο που δεν ήταν η κατοι­κία τους, παρότι η εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σεων γνώριζε τις πραγ­μα­τι­κές τους διευ­θύν­σεις

Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου ακύρωσε έκθεση ανα­γκα­στι­κής κατά­σχε­σης ακί­νη­της περιου­σίας που είχε επι­βλη­θεί σε βάρος τριών αδελφών, ημε­δα­πών, για απαί­τηση ύψους 615.888,83 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η κατά­σχεση είχε επι­σπευ­σθεί από εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σεων από δάνεια και πιστώ­σεις, η οποία ενερ­γούσε ως εντο­λο­δό­χος και αντι­πρό­σω­πος εται­ρείας ειδικού σκοπού με έδρα το Δου­βλίνο, στην οποία είχε μετα­βι­βα­στεί η απαί­τηση στο πλαίσιο τιτλο­ποί­η­σης. Το δικα­στή­ριο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανα­κο­πής, που αφο­ρούσε την πλημ­μελή επίδοση της κατα­σχε­τή­ριας έκθεσης, και κατα­δί­κασε την επι­σπεύ­δουσα στα δικα­στικά έξοδα των ανα­κο­πτό­ντων, τα οποία προσ­διό­ρισε στο ποσό των 3.079,44 ευρώ.

Η δια­δρομή της απαί­τη­σης

Η απαί­τηση είχε αρχικά γεν­νη­θεί από δανειακή σχέση με ανώνυμη τρα­πε­ζική εται­ρεία που έχει τεθεί υπό ειδική εκκα­θά­ριση. Η τράπεζα αυτή, μέσω του ειδικού εκκα­θα­ρι­στή πιστω­τι­κών ιδρυ­μά­των που ορί­στηκε με απόφαση της Επι­τρο­πής Πιστω­τι­κών και Ασφα­λι­στι­κών Θεμάτων της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος το 2016, μετα­βί­βασε απαι­τή­σεις από δάνεια και πιστώ­σεις σε εται­ρεία ειδικού σκοπού με έδρα την Ιρλαν­δία, η οποία κατέστη ειδική διά­δο­χος. Η δια­χεί­ριση των απαι­τή­σεων ανα­τέ­θηκε σε ελλη­νική εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης, αδειο­δο­τη­μένη από την Τράπεζα της Ελλάδος αρχικά το 2017 και εκ νέου το 2024 βάσει του νεό­τε­ρου νομο­θε­τι­κού πλαι­σίου, η οποία παρί­στα­ται στις δίκες ως μη δικαιού­χος διά­δι­κος και αντί­κλη­τος της αλλο­δα­πής εται­ρείας.

Με αίτηση της εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης εκδό­θηκε το 2025 διαταγή πλη­ρω­μής από το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Αθηνών σε βάρος των τριών αδελφών για το ποσό των 615.888,83 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Σε εκτέ­λεση της δια­τα­γής αυτής, η επι­σπεύ­δουσα προ­χώ­ρησε σε επιβολή ανα­γκα­στι­κής κατά­σχε­σης επί ακι­νή­των των οφει­λε­τών στη Ρόδο.

Τι ζήτησαν οι ανα­κό­πτο­ντες

Οι τρεις αδελφοί κατέ­θε­σαν στις 28 Απρι­λίου 2026 ανακοπή ενώπιον του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου, ζητώ­ντας την ακύρωση τόσο της κατα­σχε­τή­ριας έκθεσης όσο και της από 31 Μαρτίου 2026 εντολής επι­βο­λής κατά­σχε­σης, καθώς και κάθε συνα­φούς προ­γε­νέ­στε­ρης ή μετα­γε­νέ­στε­ρης πράξης. Ζήτησαν επίσης να κατα­δι­κα­στεί η καθ’ ης στα δικα­στικά τους έξοδα και στην αμοιβή της πλη­ρε­ξού­σιας δικη­γό­ρου τους.

Ο πρώτος και κεντρι­κός λόγος της ανα­κο­πής αφο­ρούσε τον τρόπο επί­δο­σης της κατα­σχε­τή­ριας έκθεσης. Σύμφωνα με τους ανα­κό­πτο­ντες, ο δικα­στι­κός επι­με­λη­τής ανέ­γραψε ως κατοι­κία τους γενικά τη Ρόδο και θυρο­κόλ­λησε την έκθεση σε τόπο που δεν απο­τε­λούσε την πραγ­μα­τική τους κατοι­κία. Οι ανα­κό­πτο­ντες υπο­στή­ρι­ξαν ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι κάτοι­κος Αττικής, ενώ ο δεύ­τε­ρος και ο τρίτος κατοι­κούν σε χωριό της Ρόδου, και ότι οι διευ­θύν­σεις αυτές ήταν ήδη γνωστές στην επι­σπεύ­δουσα.

Τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά  που απο­δεί­χθη­καν

Από το σύνολο των εγγρά­φων που προ­σκό­μι­σαν οι διά­δι­κοι, το δικα­στή­ριο έκρινε ότι απο­δεί­χθη­καν τα ακό­λουθα. Ο δικα­στι­κός επι­με­λη­τής, επειδή δεν βρήκε τους ανα­κό­πτο­ντες στα ακίνητα που κατα­σχέ­θη­καν, θυρο­κόλ­λησε σε αυτά την κατα­σχε­τή­ρια έκθεση, θεω­ρώ­ντας ότι οι οφει­λέ­τες κατοι­κού­σαν εκεί. Ωστόσο, όπως δέχθηκε το δικα­στή­ριο, ο πρώτος ανα­κό­πτων είναι κάτοι­κος Αττικής, ενώ ο δεύ­τε­ρος και ο τρίτος είναι κάτοι­κοι χωριού της Ρόδου.

Κρίσιμο στοι­χείο για την έκβαση της υπό­θε­σης υπήρξε το γεγονός ότι η επι­σπεύ­δουσα εται­ρεία γνώριζε τις πραγ­μα­τι­κές διευ­θύν­σεις των οφει­λε­τών πριν από την επιβολή της κατά­σχε­σης.

Οι ανα­κό­πτο­ντες είχαν ήδη ασκήσει στις 7 Ιανουα­ρίου 2026 ανακοπή κατά της δια­τα­γής πλη­ρω­μής ενώπιον του Πολυ­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Αθηνών, στην οποία ανα­γρά­φο­νταν οι διευ­θύν­σεις κατοι­κίας τους. Η ανακοπή αυτή επι­δό­θηκε στην εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης στις 8 Ιανουα­ρίου 2026 από δικα­στική επι­με­λή­τρια του Πρω­το­δι­κείου Αθηνών, όπως προ­κύ­πτει από τη σχετική έκθεση επί­δο­σης. Η κατά­σχεση επι­βλή­θηκε περίπου δυόμισι μήνες αργό­τερα, στις 31 Μαρτίου 2026.

Στο σκε­πτικό της από­φα­σης επι­ση­μαί­νε­ται επίσης ότι η καθ’ ης δεν αρνή­θηκε, ούτε γενικά ούτε ειδικά, ότι γνώριζε την πραγ­μα­τική κατοι­κία των ανα­κο­πτό­ντων. Με βάση τα δεδο­μένα αυτά, το δικα­στή­ριο έκρινε ότι η επίδοση της κατα­σχε­τή­ριας έκθεσης ακι­νή­του σε μη πραγ­μα­τική οικία επι­φέ­ρει ακυ­ρό­τητα αυτής, παρα­πέ­μπο­ντας σε σχετική νομο­λο­γία του Αρείου Πάγου.

Το δια­τα­κτικό και οι συνέ­πειες

Κατά παρα­δοχή του πρώτου λόγου, η ανακοπή έγινε δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Το δικα­στή­ριο ακύρωσε την υπ’ αριθμόν 1.167 της 31ης Μαρτίου 2026 έκθεση ανα­γκα­στι­κής κατά­σχε­σης ακί­νη­της περιου­σίας. Η εξέταση των λοιπών λόγων της ανα­κο­πής παρέλ­κει, όπως σημειώ­νε­ται, ως άνευ αντι­κει­μέ­νου, εφόσον και αυτοί κατέ­τει­ναν στην ακύρωση της ίδιας πράξης.

Τα δικα­στικά έξοδα των ανα­κο­πτό­ντων επι­βλή­θη­καν σε βάρος της εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης λόγω της ήττας της. Για τον υπο­λο­γι­σμό τους το δικα­στή­ριο έλαβε υπόψη ότι η αξία του αντι­κει­μέ­νου της ανα­κο­πής ταυ­τί­ζε­ται με το ποσό για το οποίο επι­σπεύ­δε­ται η εκτέ­λεση, δηλαδή 615.888,83 ευρώ, ακόμη και όταν η αντίρ­ρηση δεν αφορά την ίδια την απαί­τηση αλλά το κύρος των πράξεων εκτέ­λε­σης. Με βάση αυτό, τα έξοδα ορί­στη­καν στο ποσό των 3.079,44 ευρώ.

Τους ανα­κό­πτο­ντες εκπρο­σώ­πησε η κ. Αικα­τε­ρίνη Γιαν­νιού, ενώ την καθ’ ης η ανακοπή εται­ρεία η κ. Μάρα Αντω­νιάδη.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.