ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Νίκος Γιωργάκης: «Η παράδοση δεν είναι ένα μουσειακό έκθεμα που αντιγράφουμε, αλλά ένας τρόπος ζωής και έκφρασης»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
463264199_10224645377417114_5868370045645349042_n
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Ο λυ­ρά­ρης το­νί­ζει τον ση­μα­ντι­κό ρόλο του στα πα­νη­γύ­ρια ως φο­ρέ­ας της πα­ρά­δο­σης και την ανά­γκη σε­βα­σμού προς τους πα­λιούς σκο­πούς και τους γλε­ντι­στές.
  • Τα πα­νη­γύ­ρια πα­ρα­μέ­νουν θε­σμός κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής και δια­τή­ρη­σης της το­πι­κής ταυ­τό­τη­τας, ενώ συν­δυά­ζουν δια­σκέ­δα­ση με βα­θύ­τε­ρο πο­λι­τι­σμι­κό νόημα.
  • Η επί­δρα­ση των social media έχει αλ­λά­ξει την εμπει­ρία των πα­νη­γυ­ριών, προ­σφέ­ρο­ντας ευ­ρύ­τε­ρη διά­δο­ση αλλά και κίν­δυ­νο εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης της πα­ρά­δο­σης.
  • Η βιω­μα­τι­κή επαφή με τα έθιμα και η ενερ­γή συμ­με­το­χή των νέων θε­ω­ρού­νται κρί­σι­μες για τη δια­τή­ρη­ση και ανα­νέ­ω­ση της πα­ρα­δο­σια­κής μου­σι­κής και των το­πι­κών εθί­μων.

Στη συ­νέ­ντευ­ξή του στη «δη­μο­κρα­τι­κή», μιλά για τον ιδιαί­τε­ρο ρόλο του λυ­ρά­ρη στα πα­νη­γύ­ρια, τις αλ­λα­γές που έχουν επέλ­θει τα τε­λευ­ταία χρό­νια και τον κίν­δυ­νο εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σής τους. Ανα­φέ­ρε­ται ακόμη στην επί­δρα­ση των social media, στις δυ­να­τό­τη­τες που προ­σφέ­ρουν για τη διά­δο­ση της πα­ρα­δο­σια­κής μου­σι­κής και στη ση­μα­σία της δια­τή­ρη­σης του αυ­θε­ντι­κού χα­ρα­κτή­ρα των το­πι­κών εθί­μων.

Πα­ράλ­λη­λα, εξη­γεί πώς συν­δυά­ζει την ιδιό­τη­τά του ως λυ­ρά­ρη και ιε­ρο­ψάλ­τη, μοι­ρά­ζε­ται προ­σω­πι­κές εμπει­ρί­ες από τα πα­νη­γύ­ρια της Ολύ­μπου και εκ­φρά­ζει την αι­σιο­δο­ξία του για το αυ­ξα­νό­με­νο εν­δια­φέ­ρον των νέων αν­θρώ­πων για την πα­ρά­δο­ση, το­νί­ζο­ντας ότι η ου­σια­στι­κή συ­νέ­χι­σή της προ­ϋ­πο­θέ­τει βιω­μα­τι­κή επαφή με τα έθιμα και τους αν­θρώ­πους που τα δια­τη­ρούν ζω­ντα­νά.

• «Ένας σω­στός πα­ρα­δο­σια­κός λυ­ρά­ρης οφεί­λει να γνω­ρί­ζει σε βάθος τους πα­λιούς σκο­πούς, να μην εν­δί­δει σε φθη­νούς εντυ­πω­σια­σμούς και να σέ­βε­ται τους γλε­ντι­στές»

-«Το πα­νη­γύ­ρι εξα­κο­λου­θεί να είναι ο κα­θρέ­φτης της το­πι­κής κοι­νω­νί­ας, ένας θε­σμός που κρατά ζω­ντα­νή την ταυ­τό­τη­τα του τόπου»

– «Με­γά­λω­σα σε ένα πε­ρι­βάλ­λον όπου η πα­ρά­δο­ση ήταν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, χάρη στους γο­νείς μου, που μου με­τέ­δω­σαν την αγάπη και τον σε­βα­σμό για τις ρίζες μας»

• Κύριε Γιωρ­γά­κη, είστε ένας νέος άν­θρω­πος που ασχο­λεί­ται ενερ­γά με την πα­ρα­δο­σια­κή μου­σι­κή ως μου­σι­κός και ορ­γα­νο­παί­κτης. Πώς ξε­κί­νη­σε αυτή η σχέση και τι είναι αυτό που σας κρατά κοντά της;

Η σχέση μου με την πα­ρα­δο­σια­κή μου­σι­κή ξε­κί­νη­σε σχε­δόν ασυ­ναί­σθη­τα, μέσα από το σπίτι μου. Με­γά­λω­σα σε ένα πε­ρι­βάλ­λον όπου η πα­ρά­δο­ση ήταν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, χάρη στους γο­νείς μου, που μου με­τέ­δω­σαν την αγάπη και τον σε­βα­σμό για τις ρίζες μας. Από μι­κρός, μέσα από τα δικά τους ακού­σμα­τα και ερε­θί­σμα­τα, μα­γεύ­τη­κα από τον ήχο της λύρας που για μένα δεν ήταν απλώς ένα όρ­γα­νο, αλλά μια φωνή που μι­λού­σε απευ­θεί­ας στην ψυχή μου.

Με­γα­λώ­νο­ντας, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ότι αυτή η μου­σι­κή είναι μια ζω­ντα­νή γλώσ­σα. Αυτό που με κρα­τά­ει δε­μέ­νο μαζί της είναι η αυ­θε­ντι­κό­τη­τά της και η μο­να­δι­κή ενέρ­γεια που νιώθω κάθε φορά που κρατώ τη λύρα στα χέρια μου και επι­κοι­νω­νώ με τον κόσμο, συ­νε­χί­ζο­ντας την κλη­ρο­νο­μιά που πήρα από την οι­κο­γέ­νειά μου.

• Τι ση­μαί­νει για εσάς ένα πα­νη­γύ­ρι σή­με­ρα; Είναι κυ­ρί­ως μου­σι­κή και δια­σκέ­δα­ση ή εξα­κο­λου­θεί να έχει έναν βα­θύ­τε­ρο ρόλο μέσα στην το­πι­κή κοι­νω­νία;

Για μένα, το πα­νη­γύ­ρι σαφώς και προ­σφέ­ρει δια­σκέ­δα­ση, αλλά ο πυ­ρή­νας του είναι βα­θύ­τε­ρος. Είναι μια ιερή στιγ­μή κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής. Εκεί σμί­γουν οι γε­νιές, γε­φυ­ρώ­νο­νται οι απο­στά­σεις και οι άν­θρω­ποι γί­νο­νται μια παρέα, μοι­ρα­ζό­με­νοι κοινά συ­ναι­σθή­μα­τα. Το πα­νη­γύ­ρι εξα­κο­λου­θεί να είναι ο κα­θρέ­φτης της το­πι­κής κοι­νω­νί­ας, ένας θε­σμός που κρατά ζω­ντα­νή την ταυ­τό­τη­τα του τόπου.

• Έχουν αλ­λά­ξει τα πα­νη­γύ­ρια στα τε­λευ­ταία χρό­νια ει­δι­κά με την εμ­φά­νι­ση των social media;

Τα πα­νη­γύ­ρια σί­γου­ρα έχουν αλ­λά­ξει, καθώς ακο­λου­θούν την εποχή τους. Η εμ­φά­νι­ση των social media έχει φέρει μια έντο­νη οπτι­κο­ποί­η­ση. Πα­λαιό­τε­ρα, η εμπει­ρία του πα­νη­γυ­ριού ήταν βιω­μα­τι­κή και πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε όσους ήταν σω­μα­τι­κά πα­ρό­ντες.

Σή­με­ρα, μια στιγ­μή του πα­νη­γυ­ριού μπο­ρεί να τα­ξι­δέ­ψει σε δευ­τε­ρό­λε­πτα σε όλο τον κόσμο, κάτι που αλ­λά­ζει τον τρόπο που οι άν­θρω­ποι συμ­με­τέ­χουν και “κα­τα­να­λώ­νουν” το γε­γο­νός.

• Τα social media έχουν βοη­θή­σει πολ­λούς νέους να γνω­ρί­σουν μου­σι­κές, χο­ρούς και έθιμα που ίσως δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα συ­να­ντού­σαν ποτέ. Μπο­ρούν τε­λι­κά να λει­τουρ­γή­σουν και υπέρ της πα­ρά­δο­σης;

Πι­στεύω ακρά­δα­ντα ότι μπο­ρούν να λει­τουρ­γή­σουν υπέρ της πα­ρά­δο­σης, αρκεί να χρη­σι­μο­ποιού­νται με σε­βα­σμό. Έχουν γίνει μια τε­ρά­στια ψη­φια­κή βι­βλιο­θή­κη και ένα κα­νά­λι επι­κοι­νω­νί­ας που φέρ­νει σε επαφή νέους από κάθε γωνιά του πλα­νή­τη με σπά­νιους σκο­πούς και χο­ρούς. Η τε­χνο­λο­γία δεν είναι εχθρός, είναι ένα ερ­γα­λείο που, αν έχει σωστή αι­σθη­τι­κή, μπο­ρεί να δώσει νέα πνοή και εξω­στρέ­φεια στην κλη­ρο­νο­μιά μας.

• Πού θε­ω­ρεί­τε ότι βρί­σκε­ται το όριο ανά­με­σα στην εξέ­λι­ξη ενός πα­νη­γυ­ριού και στην εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σή του;

Το όριο βρί­σκε­ται στον σκοπό και στο κί­νη­τρο. Εξέ­λι­ξη ση­μαί­νει να επι­τρέ­πεις στο πα­νη­γύ­ρι να ανα­πνέ­ει στο σή­με­ρα, να δέ­χε­σαι νέους αν­θρώ­πους και να προ­σαρ­μό­ζεις τις ανά­γκες χωρίς να αλ­λοιώ­νεις τον χα­ρα­κτή­ρα του. Εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση, από την άλλη, συμ­βαί­νει όταν το πα­νη­γύ­ρι με­τα­τρέ­πε­ται σε ένα απρό­σω­πο “του­ρι­στι­κό προ­ϊ­όν” ή ένα υπαί­θριο κέ­ντρο δια­σκέ­δα­σης, όπου η μου­σι­κή γί­νε­ται θό­ρυ­βος και χά­νε­ται η τε­λε­τουρ­γία του χορού και της πα­ρέ­ας.

• Ο με­γά­λος αριθ­μός επι­σκε­πτών μπο­ρεί να δώσει ζωή σε ένα χωριό και να ενι­σχύ­σει την το­πι­κή οι­κο­νο­μία. Τι χρειά­ζε­ται ώστε αυτή η εξω­στρέ­φεια να μη με­τα­βάλ­λει την ουσία ενός πα­ρα­δο­σια­κού πα­νη­γυ­ριού;

Η κοι­νό­τη­τα και οι διορ­γα­νω­τές πρέ­πει να θέ­τουν τους κα­νό­νες. Για να μην χαθεί η ουσία, ο ξένος επι­σκέ­πτης δεν πρέ­πει να αντι­με­τω­πί­ζε­ται απλώς ως κα­τα­να­λω­τής, αλλά να εν­σω­μα­τώ­νε­ται στο έθιμο. Χρειά­ζε­ται να δια­τη­ρεί­ται η ποιό­τη­τα στη μου­σι­κή, ο σε­βα­σμός στη σειρά του χορού και στα το­πι­κά γα­στρο­νο­μι­κά ή εθι­μο­τυ­πι­κά στοι­χεία. Η εξω­στρέ­φεια είναι ευ­λο­γία, αρκεί οι ίδιοι οι ντό­πιοι να κρα­τούν τα κλει­διά της πα­ρά­δο­σής τους.

• Θέλω να μας πείτε για τον τόπο κα­τα­γω­γής σας, την Όλυ­μπο της Καρ­πά­θου. Τι είναι αυτό που κάνει τα πα­νη­γύ­ρια της τόσο ιδιαί­τε­ρα;

Η Όλυ­μπος είναι ένας τόπος όπου ο χρό­νος μοιά­ζει να λει­τουρ­γεί δια­φο­ρε­τι­κά. Αυτό που κάνει τα πα­νη­γύ­ρια μας μο­να­δι­κά είναι η βαθιά θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, η αυ­στη­ρή προ­σή­λω­ση στο τε­λε­τουρ­γι­κό και, φυ­σι­κά, το κα­θι­στό γλέ­ντι με τις μα­ντι­νά­δες. Ως λυ­ρά­ρης, νιώθω δέος σε αυτά τα γλέ­ντια. Η λύρα, μαζί με το λα­ού­το και την τσα­μπού­να, δεν παί­ζουν απλώς για να χο­ρέ­ψου­με, οδη­γούν έναν ζω­ντα­νό ποι­η­τι­κό διά­λο­γο. Ο λυ­ρά­ρης πρέ­πει να “ακού­σει” τους γλε­ντι­στές, να νιώ­σει τον καημό ή τη χαρά τους και να ντύ­σει μου­σι­κά τα λόγια τους. Είναι μια εμπει­ρία κα­θα­ρά μυ­στα­γω­γι­κή.

• Πόσο ση­μα­ντι­κός είναι ο ρόλος του ίδιου του μου­σι­κού στη δια­τή­ρη­ση του ύφους και της ποιό­τη­τας ενός πα­νη­γυ­ριού;

Ο μου­σι­κός, και ει­δι­κά ο λυ­ρά­ρης που κρα­τά­ει το πρώτο όρ­γα­νο, είναι ο τι­μο­νιέ­ρης του πα­νη­γυ­ριού. Έχει τε­ρά­στια ευ­θύ­νη, γιατί από το δικό του δο­ξά­ρι εξαρ­τά­ται ο ρυθ­μός, το συ­ναί­σθη­μα και οι ισορ­ρο­πί­ες της βρα­διάς. Ένας σω­στός πα­ρα­δο­σια­κός λυ­ρά­ρης οφεί­λει να γνω­ρί­ζει σε βάθος τους πα­λιούς σκο­πούς, να μην εν­δί­δει σε φθη­νούς εντυ­πω­σια­σμούς και να σέ­βε­ται τους γλε­ντι­στές. Η ποιό­τη­τα κρί­νε­ται από το αν κα­τα­φέ­ρεις να ενώ­σεις τις ψυχές των αν­θρώ­πων γύρω από το τρα­πέ­ζι.

• Οι νέοι άν­θρω­ποι δεί­χνουν σή­με­ρα εν­δια­φέ­ρον για την πα­ρα­δο­σια­κή μου­σι­κή και τα το­πι­κά έθιμα;

Ναι, και αυτό είναι πολύ ελ­πι­δο­φό­ρο. Πα­ρα­τη­ρώ ότι όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι νέοι επι­στρέ­φουν στις ρίζες τους. Ίσως γιατί σε έναν κόσμο που πα­γκο­σμιο­ποιεί­ται και γί­νε­ται ολο­έ­να πιο απρό­σω­πος, η πα­ρά­δο­ση προ­σφέ­ρει μια στα­θε­ρά, μια αί­σθη­ση ότι ανή­κεις κάπου. Οι νέοι σή­με­ρα δεν βλέ­πουν τα έθιμα ως κάτι ξε­πε­ρα­σμέ­νο, αλλά ως έναν τρόπο έκ­φρα­σης γε­μά­το ζω­ντά­νια, ρυθμό και αλή­θεια.

• Τι χρειά­ζε­ται για να πε­ρά­σει η πα­ρά­δο­ση ου­σια­στι­κά στους νε­ό­τε­ρους και να μη μεί­νει μόνο στην εκ­μά­θη­ση ενός χορού, ενός τρα­γου­διού ή ενός μου­σι­κού ορ­γά­νου;

Χρειά­ζε­ται το βίωμα. Η εκ­μά­θη­ση των βη­μά­των ενός χορού ή των νοτών στη λύρα δεν αρκεί αν δεν κα­τα­νο­ή­σεις το “γιατί” πίσω από αυτά. Για να πε­ρά­σει η πα­ρά­δο­ση ου­σια­στι­κά, οι νέοι πρέ­πει να ζή­σουν το έθιμο μέσα στο φυ­σι­κό του πε­ρι­βάλ­λον, να συ­νο­μι­λή­σουν με τους πα­λαιό­τε­ρους και να νιώ­σουν το συ­ναί­σθη­μα που γεννά η μου­σι­κή. Η πα­ρά­δο­ση δεν είναι ένα μου­σεια­κό έκ­θε­μα που αντι­γρά­φου­με, αλλά ένας τρό­πος ζωής και έκ­φρα­σης που πρέ­πει να τον νιώ­σεις για να τον συ­νε­χί­σεις.

• Υπάρ­χει κά­ποιο πα­νη­γύ­ρι ή κά­ποια στιγ­μή που έχετε ζήσει ως μου­σι­κός και έχει μεί­νει έντο­να στη μνήμη σας; Τι ήταν αυτό που την έκανε ξε­χω­ρι­στή;

Είναι πολ­λές οι έντο­νες στιγ­μές, αλλά ξε­χω­ρί­ζω πάντα τη φορά που έπαι­ξα για πρώτη φορά λύρα στο με­γά­λο πα­νη­γύ­ρι της Πα­να­γί­ας, τον Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο στην Όλυ­μπο. Το δέος που νιώ­θεις εκεί­νη τη μέρα είναι ασύλ­λη­πτο. Όταν βλέ­πεις το προ­αύ­λιο της εκ­κλη­σί­ας γε­μά­το κόσμο, με τις γυ­ναί­κες φο­ρώ­ντας τις πα­ρα­δο­σια­κές φο­ρε­σιές, και έμπει­ρους με­ρα­κλή­δες και τρα­γου­δι­στές να πε­ρι­μέ­νουν από το δικό σου δο­ξά­ρι για να βγά­λουν τη μα­ντι­νά­δα τους, το βάρος της ευ­θύ­νης είναι τε­ρά­στιο. Η στιγ­μή που ένιω­σα ότι γί­να­με όλοι μια “παρέα”, ότι η λύρα μου ακο­λου­θού­σε πιστά την ανα­πνοή του κό­σμου και ότι ο καη­μός με­τα­τρε­πό­ταν σε γλέ­ντι, έχει χα­ρα­χτεί ανε­ξί­τη­λα στη μνήμη μου. Εκεί κα­τά­λα­βα τη μυ­στα­γω­γι­κή δύ­να­μη του εθί­μου μας.

• Εσείς είστε και ιε­ρο­ψάλ­της. Πώς συ­νυ­πάρ­χουν στη δική σας ζωή η εκ­κλη­σια­στι­κή μου­σι­κή και η πα­ρα­δο­σια­κή μου­σι­κή;

Για μένα, αυτά τα δύο πεδία δεν είναι απλώς συμ­βα­τά, αλλά συγ­γε­νι­κά. Η βυ­ζα­ντι­νή εκ­κλη­σια­στι­κή μου­σι­κή και η πα­ρα­δο­σια­κή μας μου­σι­κή μοι­ρά­ζο­νται τις ίδιες ρίζες, τους ίδιους δρό­μους και τους ίδιους ήχους. Η πει­θαρ­χία, η πνευ­μα­τι­κό­τη­τα και ο σε­βα­σμός που απαι­τεί το ανα­λό­γιο με βοη­θούν να προ­σεγ­γί­ζω τη λύρα με με­γα­λύ­τε­ρη ωρι­μό­τη­τα και βάθος. Στην Όλυ­μπο Καρ­πά­θου, άλ­λω­στε, η θρη­σκευ­τι­κή ζωή και το πα­ρα­δο­σια­κό γλέ­ντι είναι άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­να· το πα­νη­γύ­ρι ξε­κι­νά από την εκ­κλη­σία και κα­τα­λή­γει στην πλα­τεία ή στο μέ­γα­ρο, οπότε η με­τά­βα­ση από τον ρόλο του ιε­ρο­ψάλ­τη σε αυτόν του λυ­ρά­ρη γί­νε­ται πολύ φυ­σι­κά και με την ίδια ακρι­βώς ευ­λά­βεια.

• Ως νέος άν­θρω­πος που υπη­ρε­τεί αυτή την πα­ρά­δο­ση, πώς θα θέ­λα­τε να τη δείτε να εξε­λίσ­σε­ται τα επό­με­να χρό­νια;

Θα ήθελα να τη δω να πα­ρα­μέ­νει ζω­ντα­νή, αυ­θε­ντι­κή και απαλ­λαγ­μέ­νη από υπερ­βο­λές ή φθη­νές εμπο­ρι­κές αλ­λοιώ­σεις. Εύ­χο­μαι οι νέοι άν­θρω­ποι να συ­νε­χί­σουν να αγκα­λιά­ζουν τα όρ­γα­να, τους χο­ρούς και τα έθιμά μας, όχι ως μια πρό­σκαι­ρη μόδα των social media, αλλά ως μια ου­σια­στι­κή ανά­γκη έκ­φρα­σης. Θέλω η πα­ρά­δο­σή μας να εξε­λίσ­σε­ται “προς τα μέσα”, δη­λα­δή να γί­νε­ται πιο βαθιά, πιο ποιο­τι­κή και να συ­νε­χί­σει να ενώ­νει τους αν­θρώ­πους με τον ίδιο αγνό τρόπο που το έκανε για γε­νιές.

Κλεί­νο­ντας, θα ήθελα να ευ­χα­ρι­στή­σω θερμά την δη­μο­σιο­γρά­φο Μαίρη Φώτη και την εφη­με­ρί­δα “ΔΗ­ΜΟ­ΚΡΑ­ΤΙ­ΚΗ” για τη φι­λο­ξε­νία και την ευ­και­ρία να μοι­ρα­στώ τις σκέ­ψεις μου. Για έναν νέο άν­θρω­πο, η ενα­σχό­λη­ση με τη λύρα, το ανα­λό­γιο και την πα­ρά­δο­ση δεν είναι μια απλή επι­στρο­φή στο πα­ρελ­θόν, αλλά ένας τρό­πος να βα­δί­ζει στο παρόν και στο μέλ­λον με πυ­ξί­δα και αξίες.

Η κλη­ρο­νο­μιά που μας άφη­σαν οι πα­λαιό­τε­ροι στην Όλυ­μπο και σε όλη την Κάρ­πα­θο είναι ένας ανε­κτί­μη­τος θη­σαυ­ρός. Υπό­σχε­σή μου είναι να συ­νε­χί­σω να την υπη­ρε­τώ με την ίδια ευ­λά­βεια, τόσο από το ιερό ανα­λό­γιο όσο και με το δο­ξά­ρι της λύρας μου, κρα­τώ­ντας τη φλόγα της ζω­ντα­νή για τις γε­νιές που έρ­χο­νται.

Τα αγαπώ τα έθιμα γι­΄αυ­τό και τα λυ­πού­μαι

Κι ό,τι περνά απ’ το χέρι μου κάνω να μην χα­θού­νε.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.