- Ο ελληνικός τουρισμός έχει αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα της οικονομίας, αλλά η δημόσια συζήτηση γύρω από αυτόν είναι στρεβλή και βασίζεται σε λανθασμένες παραδοχές.
- Η αύξηση των τουριστικών αφίξεων και εσόδων δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική βιωσιμότητα και κερδοφορία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίες αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό κόστος και αυστηρές περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
- Η δομή του ελληνικού ξενοδοχειακού τομέα είναι κατά βάση μικρομεσαία, με πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις που αγωνίζονται να προσαρμοστούν στις σύγχρονες προκλήσεις.
- Η αξιολόγηση του τουριστικού κλάδου πρέπει να περιλαμβάνει την ικανότητά του να επενδύει και να καινοτομεί, αντί να εστιάζει μόνο στη ζήτηση και στα ρεκόρ αφίξεων.
Σε άρθρο του ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων κ Γιάννης Χατζής αναφέρει τα εξής: Υπάρχει ένα παράδοξο που χαρακτηρίζει σήμερα τη δημόσια συζήτηση για τον ελληνικό τουρισμό. Όσο μεγαλύτερη γίνεται η συμβολή του στην εθνική οικονομία, τόσο περισσότερο αξιολογείται με δείκτες που αδυνατούν να περιγράψουν την πραγματική του κατάσταση.
Την τελευταία δεκαπενταετία ο τουρισμός δεν εξελίχθηκε απλώς σε έναν ακόμη παραγωγικό κλάδο. Κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες οικονομικής ανθεκτικότητας. Στην περίοδο της πανδημίας απέδειξε ότι διαθέτει θεσμική ωριμότητα, επιχειρησιακή ευελιξία και επενδυτική αντοχή, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ταχύτερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα αποτελεί τον σημαντικότερο εξαγωγικό κλάδο υπηρεσιών της χώρας, στηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα σε περιοχές όπου ελάχιστοι άλλοι κλάδοι μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλοί ανάπτυξης.
Η επιτυχία αυτή, όμως, συνοδεύτηκε από μια στρεβλή δημόσια συζήτηση. Ο τουρισμός μετατράπηκε σταδιακά σε εύκολο πεδίο λαϊκισμού. Η έννοια του υπερτουρισμού χρησιμοποιείται συχνά χωρίς χωρική ή χρονική τεκμηρίωση. Η αδυναμία πολλών ελληνικών νοικοκυριών να πραγματοποιήσουν διακοπές αποδίδεται αποκλειστικά στον τουρισμό, παραβλέποντας ότι πρόκειται κυρίως για ζήτημα διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, η εικόνα που δημιουργείται είναι ότι το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου λειτουργεί σε συνθήκες υψηλής κερδοφορίας.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.
Το μεγαλύτερο σφάλμα της δημόσιας συζήτησης είναι ότι συγχέει τις επιδόσεις του προορισμού με την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων που τον συγκροτούν. Οι αφίξεις αυξάνονται. Τα συνολικά έσοδα αυξάνονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται η βιωσιμότητα, η παραγωγικότητα ή η δυνατότητα επένδυσης των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε μια οικονομία στην οποία η ονομαστική αύξηση των τουριστικών εσόδων οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό και όπου η πραγματική αξία ανά επισκέπτη είναι στάσιμη πάνω από 15 χρόνια.
Η δομή του ελληνικού ξενοδοχειακού τομέα παραμένει κατά βάση μικρομεσαία. Χιλιάδες οικογενειακές επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα περιβάλλον συνεχούς αύξησης του λειτουργικού κόστους, υψηλού κόστους χρηματοδότησης, αυστηρότερων περιβαλλοντικών απαιτήσεων και διαρκούς ανάγκης αναβάθμισης των εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών τους. Οι μακροοικονομικοί δείκτες δεν αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα. Αποτυπώνουν μόνο το μέγεθος της αγοράς, όχι την υγεία της.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο καμπής στο οποίο βρίσκεται σήμερα ο ελληνικός τουρισμός. Εάν συνεχίσουμε να πανηγυρίζουμε για τα ρεκόρ αφίξεων χωρίς να εξετάζουμε την πραγματική ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε λανθασμένες πολιτικές επιλογές. Ένας στρατηγικός κλάδος δεν αξιολογείται αποκλειστικά από τη ζήτηση. Αξιολογείται από την ικανότητά του να συνεχίσει να επενδύει, να καινοτομεί, να δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και να παραμένει διεθνώς ανταγωνιστικός.
Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που αξίζει να αποτελέσουν τη βάση της δημόσιας συζήτησης.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα από τα πλέον αναβαθμισμένα ξενοδοχειακά προϊόντα της Μεσογείου, αποτέλεσμα πολυετών ιδιωτικών επενδύσεων. Οι εργασιακές σχέσεις στον ξενοδοχειακό κλάδο ρυθμίζονται εδώ και πάνω από μισό αιώνα από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ενώ ο κλάδος επενδύει διαρκώς στη βιωσιμότητα, στην ενεργειακή αναβάθμιση και στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Κυρίως όμως αποτελεί τον βασικό αναπτυξιακό πυλώνα της ελληνικής περιφέρειας και ιδιαίτερα της νησιωτικής Ελλάδας, δημιουργώντας οικονομική δραστηριότητα, συγκρατώντας τον πληθυσμό και στηρίζοντας την κοινωνική συνοχή σε περιοχές όπου οι δυνατότητες οικονομικής διαφοροποίησης είναι περιορισμένες.
Η δημόσια συζήτηση οφείλει επομένως να απομακρυνθεί από τους εύκολους τίτλους και να επικεντρωθεί στις πραγματικές προκλήσεις. Από τις αφίξεις στην παραγωγικότητα. Από τα συνολικά έσοδα στην απόδοση των επενδύσεων. Από τις γενικεύσεις στη δομή της αγοράς. Από τον λαϊκισμό στη χάραξη τεκμηριωμένης πολιτικής.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν ο ελληνικός τουρισμός θα καταγράψει ακόμη μία επιτυχημένη χρονιά. Είναι αν η χώρα θα συνεχίσει να χαράσσει πολιτικές που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την ανάπτυξη της περιφέρειας ή αν θα εγκλωβιστεί σε μια δημόσια συζήτηση που βασίζεται σε εσφαλμένες παραδοχές.
Όταν επιμένουμε να αξιολογούμε έναν στρατηγικό κλάδο με τους λάθος δείκτες, η κοινή γνώμη αναπόφευκτα αποπροσανατολίζεται από απλουστευτικές αναγνώσεις και επιφανειακά επιχειρήματα. Και όταν η στρατηγική πορεία της οικονομίας αρχίζει να επηρεάζεται από δογματικές προσεγγίσεις ή από αφηγήματα που αναδεικνύουν ανύπαρκτα προβλήματα, ενώ υποβαθμίζουν τις πραγματικές διαρθρωτικές αδυναμίες, η δημόσια πολιτική καταλήγει με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια στην εφαρμογή εσφαλμένων και οριζόντιων παρεμβάσεων.
Τα μέτρα αυτά μπορεί να ανταποκρίνονται πρόσκαιρα στις πιέσεις της συγκυρίας ή της επικαιρότητας, όμως σπάνια αντιμετωπίζουν την ουσία των προβλημάτων. Αντίθετα, διαταράσσουν τη λειτουργία της αγοράς, αποδυναμώνουν την επενδυτική εμπιστοσύνη, επιβαρύνουν δυσανάλογα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τελικά αλλοιώνουν τη δομή ενός κλάδου που αποτελεί θεμέλιο της οικονομικής ζωής της περιφέρειας. Η συζήτηση για τον χωροταξικό σχεδιασμό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου που δημιουργείται όταν σύνθετες αναπτυξιακές επιλογές επιχειρείται να αντιμετωπιστούν με οριζόντιες λογικές και όχι με τεκμηριωμένη ανάλυση.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολιτικές που βασίζονται στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας και όχι στις εντυπώσεις. Διότι όταν οι λάθος δείκτες παράγουν λάθος συμπεράσματα, ακολουθούν αναπόφευκτα λάθος πολιτικές. Και το κόστος αυτών των πολιτικών δεν το πληρώνει μόνο ο τουρισμός. Το πληρώνει η ανταγωνιστικότητα της χώρας, η αναπτυξιακή προοπτική της περιφέρειας και, τελικά, η ίδια η ελληνική οικονομία.
Πηγή: insider.gr
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














