ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Τελεσίδικη ακύρωση πλειστηριασμού ακινήτου

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
πλειστηριασμοί
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Το Μο­νο­με­λές Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου ακύ­ρω­σε ορι­στι­κά την κα­τα­σχε­τή­ρια έκ­θε­ση του ακι­νή­του της οφει­λέ­τι­δας, δι­καιώ­νο­ντάς την για δεύ­τε­ρη φορά.
  • Η υπό­θε­ση ξε­κί­νη­σε με ανα­κο­πή της οφει­λέ­τι­δας στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, το οποίο δέ­χθη­κε εν μέρει την ανα­κο­πή και ακύ­ρω­σε τις πρά­ξεις εκτέ­λε­σης.
  • Η εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σε­ων, που είχε ανα­λά­βει το χαρ­το­φυ­λά­κιο δα­νεί­ων, άσκη­σε έφεση, υπο­στη­ρί­ζο­ντας εσφαλ­μέ­νη ερ­μη­νεία του νόμου από το Πρω­το­δι­κείο.
  • Το Εφε­τείο έκρι­νε ότι η εται­ρεία είχε επαρ­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση και ότι το Πρω­το­δι­κείο είχε εσφαλ­μέ­να εκτι­μή­σει τις απο­δεί­ξεις, οδη­γώ­ντας στην απο­δο­χή της έφε­σης.

• Το Μο­νο­με­λές Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου έκρι­νε ανεκ­κα­θά­ρι­στη και αό­ρι­στη την απαί­τη­ση για την οποία είχε επι­σπευ­σθεί η εκτέ­λε­ση, δι­καιώ­νο­ντας για δεύ­τε­ρη φορά την οφει­λέ­τι­δα και ακυ­ρώ­νο­ντας ορι­στι­κά την κα­τα­σχε­τή­ρια έκ­θε­ση του ακι­νή­του της

Στο πλευ­ρό της οφει­λέ­τι­δας τά­χθη­κε τε­λι­κά και ο δεύ­τε­ρος βαθ­μός δι­καιο­δο­σί­ας. Με την υπ’ αριθ­μόν 99/2026 από­φα­σή του, το Μο­νο­με­λές Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου, δι­κά­ζο­ντας κατά την ει­δι­κή δια­δι­κα­σία των πε­ριου­σια­κών δια­φο­ρών, έκλει­σε μια υπό­θε­ση ανα­γκα­στι­κής εκτέ­λε­σης που είχε ξε­κι­νή­σει με την κα­τά­σχε­ση ακι­νή­του και κα­τέ­λη­ξε στην ακύ­ρω­ση του πλει­στη­ρια­σμού, καθώς και στην επι­βά­ρυν­ση της εται­ρεί­ας δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σε­ων με τα δι­κα­στι­κά έξοδα και των δύο βαθ­μών. Η ημε­δα­πή οφει­λέ­τι­δα είδε για δεύ­τε­ρη φορά την πε­ριου­σία της να μένει εκτός πλει­στη­ρια­σμού, αυτή τη φορά ορι­στι­κά.

Πώς έφτα­σε η υπό­θε­ση στο Εφε­τείο

Αφε­τη­ρία της δι­κα­στι­κής δια­μά­χης υπήρ­ξε ανα­κο­πή που είχε ασκή­σει η οφει­λέ­τι­δα ενώ­πιον του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, ζη­τώ­ντας να ακυ­ρω­θούν η έκ­θε­ση ανα­γκα­στι­κής κα­τά­σχε­σης της ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας της και το σχε­τι­κό από­σπα­σμα που όριζε τον πλει­στη­ρια­σμό. Το πρω­το­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο, με την υπ’ αριθ­μόν 336/2024 ορι­στι­κή από­φα­σή του, δέ­χθη­κε εν μέρει την ανα­κο­πή και ακύ­ρω­σε τις δύο πρά­ξεις εκτέ­λε­σης. Η ητ­τη­θεί­σα εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σε­ων, στην οποία είχε ανα­τε­θεί η δια­χεί­ρι­ση του χαρ­το­φυ­λα­κί­ου δα­νεί­ων όπου εντασ­σό­ταν και η επί­μα­χη απαί­τη­ση, άσκη­σε έφεση, επι­διώ­κο­ντας να ανα­τρα­πεί η πρω­τό­δι­κη κρίση και να απορ­ρι­φθεί η ανα­κο­πή στο σύ­νο­λό της.

Η εκ­κα­λού­σα προ­έ­βα­λε εσφαλ­μέ­νη ερ­μη­νεία και εφαρ­μο­γή του νόμου, αλλά και κακή εκτί­μη­ση των απο­δεί­ξε­ων από το Πρω­το­δι­κείο. Υπο­στή­ρι­ζε ότι λαν­θα­σμέ­να είχε γίνει δεκτή η ανα­κο­πή με την αι­τιο­λο­γία ότι δεν είχε απο­δει­χθεί η ενερ­γη­τι­κή της νο­μι­μο­ποί­η­ση για την έναρ­ξη της εκτέ­λε­σης, καθώς δεν είχε συ­γκοι­νο­ποι­η­θεί, μαζί με την επι­τα­γή προς εκτέ­λε­ση, το τμήμα του πα­ραρ­τή­μα­τος της σύμ­βα­σης δια­χεί­ρι­σης στο οποίο εμ­φα­νι­ζό­ταν η συ­γκε­κρι­μέ­νη απαί­τη­ση.

Το ση­μείο στο οποίο δι­καιώ­θη­κε η εται­ρεία

Στο πρώτο και κρι­σι­μό­τε­ρο για τη νο­μι­μο­ποί­η­σή της ζή­τη­μα, η εται­ρεία βρήκε δίκιο. Το Εφε­τείο, με­λε­τώ­ντας τα έγ­γρα­φα που είχαν προ­σκο­μι­στεί και στους δύο βαθ­μούς, έκρι­νε ότι από τη συ­νο­λι­κή ει­κό­να προ­έ­κυ­πτε επαρ­κώς πως η εκ­κα­λού­σα είχε κα­τα­στεί δια­χει­ρί­στρια του χαρ­το­φυ­λα­κί­ου δα­νεί­ων στο οποίο πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν και η απαί­τη­ση από το στε­γα­στι­κό δά­νειο της οφει­λέ­τι­δας. Όπως ανα­φέ­ρε­ται στην από­φα­ση, με την επι­τα­γή προς εκτέ­λε­ση είχαν συ­γκοι­νο­ποι­η­θεί τόσο η πε­ρί­λη­ψη της σύμ­βα­σης μα­κρο­πρό­θε­σμης δια­χεί­ρι­σης όσο και τα έντυ­πα κα­τα­χώ­ρι­σης στο Ενε­χυ­ρο­φυ­λα­κείο Αθη­νών, από τα οποία τεκ­μη­ριω­νό­ταν η με­τα­βί­βα­ση των απαι­τή­σε­ων και ο διο­ρι­σμός της εται­ρεί­ας ως δια­χει­ρί­στριας.

Με βάση τη συλ­λο­γι­στι­κή αυτή, το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι το Πρω­το­δι­κείο, αν και ορθά ερ­μή­νευ­σε τον νόμο, εσφαλ­μέ­να εκτί­μη­σε τις απο­δεί­ξεις, αφού δεν αξιο­λό­γη­σε σωστά το πε­ριε­χό­με­νο εγ­γρά­φων που το ίδιο μνη­μό­νευε. Έτσι, η έφεση έγινε δεκτή ως προς τον λόγο αυτόν, η πρω­τό­δι­κη από­φα­ση εξα­φα­νί­στη­κε και η υπό­θε­ση κρα­τή­θη­κε προς εκ­δί­κα­ση από το ίδιο το Εφε­τείο.

πλειστηριασμοί

Το αό­ρι­στο ποσό που γκρέ­μι­σε την εκτέ­λε­ση

Η ανα­τρο­πή, ωστό­σο, δεν σή­μα­νε και νίκη για την επι­σπεύ­δου­σα. Κρα­τώ­ντας την υπό­θε­ση, το δι­κα­στή­ριο προ­χώ­ρη­σε στην εξέ­τα­ση και των υπό­λοι­πων λόγων της ανα­κο­πής που δεν είχαν κρι­θεί πρω­το­δί­κως. Εκεί εστιά­στη­κε στον πέμ­πτο λόγο, με τον οποίο η οφει­λέ­τι­δα είχε κα­ταγ­γεί­λει ότι η κα­τα­σχε­τή­ρια έκ­θε­ση έπα­σχε ακυ­ρό­τη­τας λόγω αο­ρι­στί­ας του ποσού για το οποίο επι­βλή­θη­κε η κα­τά­σχε­ση.

Τα στοι­χεία που τέ­θη­καν υπόψη του δι­κα­στη­ρί­ου ήταν απο­κα­λυ­πτι­κά. Με την επι­τα­γή προς πλη­ρω­μή που είχε επι­δο­θεί στις 11 Ια­νουα­ρί­ου 2024, κάτω από αντί­γρα­φο του εκτε­λε­στού απο­γρά­φου της δια­τα­γής πλη­ρω­μής που είχε εκ­δο­θεί το 2013, η οφει­λέ­τι­δα είχε επι­τα­χθεί να κα­τα­βά­λει 190.205,04 ευρώ για επι­δι­κα­σθέν κε­φά­λαιο, 1.902 ευρώ για επι­δι­κα­σθεί­σα δι­κα­στι­κή δα­πά­νη, 50 ευρώ για τη σύ­ντα­ξη της επι­τα­γής και άλλα 50 ευρώ για την επί­δο­ση και την πα­ραγ­γε­λία προς τον δι­κα­στι­κό επι­με­λη­τή. Η απαί­τη­ση, δη­λα­δή, συ­ντί­θε­το από κε­φά­λαιο και έξοδα.

Η κα­τά­σχε­ση, όμως, επι­βλή­θη­κε με δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να. Στην προ­σβαλ­λό­με­νη έκ­θε­ση ανα­γρα­φό­ταν αφε­νός «συ­νο­λι­κό χρη­μα­τι­κό ποσό 113.648,54 ευρώ» και αφε­τέ­ρου, σε πε­ρί­πτω­ση απου­σί­ας, άρ­νη­σης ή αδυ­να­μί­ας πλη­ρω­μής, νέος πε­ριο­ρι­σμός «στο ποσό των 100.000 ευρώ», χωρίς να διευ­κρι­νί­ζε­ται τι ακρι­βώς αντι­προ­σώ­πευε το ποσό αυτό, τι αφο­ρού­σε κε­φά­λαιο, τι τό­κους και τι λοιπά έξοδα ή προ­σαυ­ξή­σεις. Όπως δια­πί­στω­σε το δι­κα­στή­ριο, στο ίδιο έγ­γρα­φο εμ­φα­νί­ζο­νταν δύο δια­φο­ρε­τι­κά ποσά χωρίς να κα­θί­στα­ται σαφές για ποιο από τα δύο επι­βαλ­λό­ταν η κα­τά­σχε­ση, ενώ για κα­νέ­να από αυτά δεν προσ­διο­ρι­ζό­ταν αν αφο­ρού­σε τμήμα του επι­τασ­σό­με­νου κε­φα­λαί­ου, των δι­κα­στι­κών εξό­δων ή των εξό­δων εκτέ­λε­σης.

Γιατί η απαί­τη­ση κρί­θη­κε ανεκ­κα­θά­ρι­στη

Η κρίση του Εφε­τεί­ου πατά σε μια στα­θε­ρή αρχή της ανα­γκα­στι­κής εκτέ­λε­σης. Δεν μπο­ρεί να γίνει εκτέ­λε­ση με βάση εκτε­λε­στό τίτλο αν από αυτόν δεν προ­κύ­πτει το βέ­βαιο και εκ­κα­θα­ρι­σμέ­νο της απαί­τη­σης, δη­λα­δή η πο­σό­τη­τα και η ποιό­τη­τα της πα­ρο­χής. Ο πε­ριο­ρι­σμός της απαί­τη­σης σε μι­κρό­τε­ρο ποσό επι­τρέ­πε­ται, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι είναι ορι­σμέ­νος και δεν με­τα­τρέ­πει την πα­ρο­χή σε ανεκ­κα­θά­ρι­στη. Όταν, όμως, στην έκ­θε­ση κα­τά­σχε­σης δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται σε τι ακρι­βώς συ­νί­στα­ται ο πε­ριο­ρι­σμός και ποια κον­δύ­λια κα­λύ­πτει, η απαί­τη­ση με­τα­πί­πτει σε ανεκ­κα­θά­ρι­στη και η έκ­θε­ση κα­θί­στα­ται άκυρη.

Με αυτό το σκε­πτι­κό, το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε κα­τα­φα­νώς αό­ρι­στο τον με­ρι­κό πε­ριο­ρι­σμό του οφει­λό­με­νου ποσού και δέ­χθη­κε τον σχε­τι­κό λόγο ανα­κο­πής ως ου­σια­στι­κά βά­σι­μο. Επει­δή μά­λι­στα ο λόγος αυτός επεί­χε θέση αυ­το­τε­λούς βάσης και αρ­κού­σε από μόνος του για την ακύ­ρω­ση των πρά­ξε­ων εκτέ­λε­σης, η εξέ­τα­ση των υπό­λοι­πων λόγων κρί­θη­κε πε­ριτ­τή.

Το πα­ρα­σκή­νιο της οφει­λής

Πίσω από τη δι­κα­στι­κή δια­μά­χη βρί­σκε­ται ένα στε­γα­στι­κό δά­νειο που είχε χο­ρη­γη­θεί στην οφει­λέ­τι­δα από τρα­πε­ζι­κή εται­ρεία τον Δε­κέμ­βριο του 2007. Για την απαί­τη­ση αυτή εκ­δό­θη­κε στη συ­νέ­χεια δια­τα­γή πλη­ρω­μής το 2013, η οποία απο­τέ­λε­σε και τον εκτε­λε­στό τίτλο της υπό­θε­σης. Στο με­σο­διά­στη­μα, η απαί­τη­ση εντά­χθη­κε σε χαρ­το­φυ­λά­κιο που τι­τλο­ποι­ή­θη­κε και με­τα­βι­βά­στη­κε από την τρά­πε­ζα σε αλ­λο­δα­πή εται­ρεία ει­δι­κού σκο­πού, ενώ η δια­χεί­ρι­σή του ανα­τέ­θη­κε στην εται­ρεία που επέ­σπευ­σε την εκτέ­λε­ση. Αυτή η αλυ­σί­δα με­τα­βι­βά­σε­ων απο­τε­λεί πλέον σύ­νη­θες σκη­νι­κό σε υπο­θέ­σεις κόκ­κι­νων δα­νεί­ων, όπου ο αρ­χι­κός δα­νει­στής απο­σύ­ρε­ται και τη σκυ­τά­λη παίρ­νουν εται­ρεί­ες δια­χεί­ρι­σης.

Η πο­ρεία της υπό­θε­σης ενώ­πιον του Εφε­τεί­ου είχε και τις δικές της κα­θυ­στε­ρή­σεις. Η συ­ζή­τη­ση της έφε­σης ορί­στη­κε αρ­χι­κά για τον Μάιο του 2025, ανα­βλή­θη­κε και τε­λι­κά διε­ξή­χθη στις 16 Ια­νουα­ρί­ου 2026, ενώ η από­φα­ση δη­μο­σιεύ­θη­κε σε έκτα­κτη δη­μό­σια συ­νε­δρί­α­ση στις 6 Μαΐου 2026, χωρίς την πα­ρου­σία των δια­δί­κων και των πλη­ρε­ξου­σί­ων τους.

Η κα­τά­λη­ξη

Με το δια­τα­κτι­κό της, η από­φα­ση δέ­χθη­κε τυ­πι­κά και ου­σια­στι­κά την έφεση, εξα­φά­νι­σε την πρω­τό­δι­κη από­φα­ση, κρά­τη­σε και δί­κα­σε την ανα­κο­πή, την έκανε δεκτή και ακύ­ρω­σε τόσο την έκ­θε­ση ανα­γκα­στι­κής κα­τά­σχε­σης όσο και το από­σπα­σμά της. Πα­ράλ­λη­λα, διέ­τα­ξε την επι­στρο­φή του πα­ρα­βό­λου στην εκ­κα­λού­σα, η οποία ωστό­σο κα­τα­δι­κά­στη­κε στα δι­κα­στι­κά έξοδα της οφει­λέ­τι­δας και για τους δύο βαθ­μούς δι­καιο­δο­σί­ας, ποσού 5.300 ευρώ. Το πρα­κτι­κό απο­τέ­λε­σμα ήταν διπλό. Όχι μόνο μα­ταιώ­θη­κε ο πλει­στη­ρια­σμός του ακι­νή­του, αλλά η πλευ­ρά που επι­χεί­ρη­σε την εκτέ­λε­ση επι­βα­ρύν­θη­κε και με τη δι­κα­στι­κή δα­πά­νη.

Την υπό­θε­ση χει­ρί­στη­κε για λο­γα­ρια­σμό της οφει­λέ­τι­δας η δι­κη­γό­ρος Ευαγ­γε­λία Αρ­νι­θε­νού.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.