ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Δημοσιεύθηκε απόφαση του Αρείου Πάγου για ρευματοκλοπή μεγάλης αξίας στη Ρόδο

Δαμιανός Αθανασίου 6 λεπτά ανάγνωση
ΡΕΥΜΑΤΟΚΛΟΠΕΣ

• Ζ’ Ποινικό Τμήμα απέρ­ριψε αίτηση αναί­ρε­σης κατά κατα­δι­κα­στι­κής από­φα­σης, κρί­νο­ντας ότι το κλη­τή­ριο  θέσπι­σμα ήταν επαρκώς προσ­διο­ρι­σμένο, ότι ο ΔΕΔΔΗΕ νομι­μο­ποιεί­ται να υπο­στη­ρί­ζει την κατη­γο­ρία και ότι η αιτιο­λο­γία για την ενοχή δεν εμφα­νί­ζει κενά ή αντι­φά­σεις

Η απόφαση 1532/2025 του Αρείου Πάγου, του Ζ Ποι­νι­κού Τμή­μα­τος, που καθα­ρο­γρά­φηκε και δημο­σιεύ­θηκε, αφορά υπόθεση ρευ­μα­το­κλο­πής που απο­δό­θηκε σε Ροδίτη κατη­γο­ρού­μενο, με αντι­κεί­μενο κατα­νά­λωση ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας η οποία, κατά τα δικα­στικά πορί­σματα, δεν κατα­γρα­φό­ταν κατά τα 2/3 λόγω τεχνι­κής παρέμ­βα­σης σε μετρη­τική διάταξη, με απο­τέ­λε­σμα να απο­δί­δε­ται συνο­λική αξία άνω των 120.000 ευρώ, κατ’ εξα­κο­λού­θηση και κατ’ επάγ­γελμα.

Στο επί­κε­ντρο της από­φα­σης του ανώ­τα­του δικα­στη­ρίου βρέ­θη­καν οι αιτιά­σεις περί ακυ­ρό­τη­τας του κλη­τη­ρίου θεσπί­σμα­τος, η ένσταση περί παρά­νο­μης παρά­στα­σης προς υπο­στή­ριξη της κατη­γο­ρίας από τον ΔΕΔΔΗΕ, καθώς και οι ισχυ­ρι­σμοί περί ελλι­πούς αιτιο­λο­γίας και περί εσφαλ­μέ­νης εφαρ­μο­γής της ουσια­στι­κής ποι­νι­κής διά­τα­ξης για τη δια­κε­κρι­μένη κλοπή ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας. Ο Άρειος Πάγος κατέ­ληξε ότι οι λόγοι αναί­ρε­σης δεν ευστα­θούν και επι­κύ­ρωσε, ως προς την αναι­ρε­τική κρίση, την κατα­δι­κα­στική πορεία της υπό­θε­σης, επι­βάλ­λο­ντας στον αναι­ρε­σεί­ο­ντα δικα­στικά έξοδα 800 ευρώ.

Η δικο­νο­μική δια­δρομή μέχρι την καθα­ρο­γραφή και τη δημο­σί­ευση

Η αίτηση αναί­ρε­σης στρε­φό­ταν κατά της υπ’ αριθ. 78, 104, 134/2024 από­φα­σης του Τρι­με­λούς Εφε­τείου Κακουρ­γη­μά­των Δωδε­κα­νή­σου.

Στη δια­δι­κα­σία ενώπιον του Αρείου Πάγου παρέ­στη­σαν ως υπο­στη­ρί­ζου­σες την κατη­γο­ρία οι εται­ρείες ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και ΔΕΗ ΑΕ, ενώ το δικα­στή­ριο, μετά την εισαγ­γε­λική πρόταση περί απόρ­ρι­ψης, προ­χώ­ρησε στην αξιο­λό­γηση τόσο του παρα­δε­κτού όσο και της βασι­μό­τη­τας των προ­βαλ­λό­με­νων λόγων.

Ο κατη­γο­ρού­με­νος εκπρο­σω­πή­θηκε από τον δικη­γόρο κ. Εμμα­νουήλ Κου­τσούκο και οι υπο­στη­ρί­ζου­σες την κατη­γο­ρία από τους κ.κ. Γεώργιο Μαυ­ρομ­μάτη, Άγγελο Κων­στα­ντι­νίδη και Ιωάννη Μορο­ζίνη.

Το ιστο­ρικό της απο­δι­δό­με­νης ρευ­μα­το­κλο­πής και το τεχνικό εύρημα

Κατά το κατη­γο­ρη­τή­ριο και τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά που έγιναν δεκτά από τα δικα­στή­ρια της ουσίας, η πράξη τοπο­θε­τεί­ται στη Ρόδο και αφορά χρονικό διά­στημα από 25 Σεπτεμ­βρίου 2008 έως 1 Ιουνίου 2015. Η απο­δι­δό­μενη μεθο­δο­λο­γία συν­δέ­ε­ται με παρέμ­βαση σε κιβώτιο δοκιμών που παρεμ­βάλ­λε­ται στη μετρη­τική διάταξη. Το κιβώτιο δοκιμών, όπως περι­γρά­φε­ται στο απο­δει­κτικό υλικό, λει­τουρ­γεί ως ενδιά­μεση διάταξη μεταξύ τρι­φα­σι­κού μετρητή κατα­νά­λω­σης και μετα­σχη­μα­τι­στών έντασης, επι­τρέ­πο­ντας τη μέτρηση μεγάλης παροχής.

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, δια­πι­στώ­θηκε ότι στους ακρο­δέ­κτες έντασης της Β και Γ φάσης είχε τοπο­θε­τη­θεί υλικό τύπου κόλλα ή βερνίκι, με μονω­τι­κές ιδιό­τη­τες, ώστε να δια­κό­πτε­ται η ηλε­κτρική συνέ­χεια χωρίς να είναι άμεσα εμφανές μακρο­σκο­πικά. Κατά το δικα­στικό πόρισμα, η συνέ­πεια ήταν μηδε­νική κατα­γραφή ενέρ­γειας στις 2 από τις 3 φάσεις, άρα μη κατα­γραφή των 2/3 της κατα­να­λι­σκό­με­νης ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας.

Η υπόθεση συν­δέ­θηκε και με χρονική εξέλιξη ελέγχων. Έγινε δεκτό ότι το 2014 τέθηκε σε λει­τουρ­γία σύστημα τηλε­μέ­τρη­σης που επέ­τρεψε τον εντο­πι­σμό απο­κλί­σεων στην κατα­νά­λωση, ενώ στις 4 Σεπτεμ­βρίου 2014 τοπο­θε­τή­θηκε ψηφια­κός μετρη­τής. Ακο­λού­θησε αιφ­νι­δια­στι­κός έλεγχος στις 3 Ιουνίου 2015, κατά τον οποίο εντο­πί­στηκε παρα­βί­αση. Στη συνέ­χεια, στις 19 Ιουνίου 2015, τρι­με­λές συνερ­γείο προ­χώ­ρησε σε έλεγχο, αφαί­ρεση μετρητή, αντι­κα­τά­σταση κιβω­τίου δοκιμών, σφρά­γιση και απο­στολή του παρα­βια­σμέ­νου κιβω­τίου στην Αθήνα για περαι­τέρω έλεγχο.

Σημα­ντικό ρόλο είχε πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη με ημε­ρο­μη­νία 12 Δεκεμ­βρίου 2017, από ηλε­κτρο­λό­γους μηχα­νι­κούς που είχαν ορισθεί με ανα­κρι­τική διάταξη. Η πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη απο­τυ­πώ­νει ως εύρημα την επι­κά­λυψη συν­δε­τή­ρων και περιο­χών επαφής με διαφανή ουσία μονω­τι­κού χαρα­κτήρα, με σκοπό την παρε­μπό­διση της συνέ­χειας στους ακρο­δέ­κτες της Β και Γ φάσης.

Παράλ­ληλα, αξιο­ποι­ή­θηκε συγκρι­τική εικόνα κατα­νά­λω­σης. Το δικα­στή­ριο της ουσίας, όπως ανα­φέ­ρε­ται, αξιο­λό­γησε ότι μετά τις 25 Σεπτεμ­βρίου 2008 εμφα­νί­στηκε εντυ­πω­σιακή πτώση σε μετρή­σεις και ότι μετά την αντι­κα­τά­σταση του κιβω­τίου δοκιμών υπήρξε αισθητή αύξηση, σε σύγκριση με αντί­στοι­χες περιό­δους προη­γού­με­νου έτους. Η ανάλυση αυτή συν­δέ­θηκε, στο δικα­νικό σκε­πτικό, με συμπέ­ρα­σμα περί ύπαρξης παρέμ­βα­σης που ωφε­λούσε την ηλε­κτρο­δο­τού­μενη επι­χεί­ρηση.

Τα οικο­νο­μικά μεγέθη που τέθηκαν στη δίκη

Στο πλαίσιο της απο­δι­δό­με­νης πράξης, περι­γρά­φη­καν ποσό­τη­τες και αξίες. Κατά το κατη­γο­ρη­τή­ριο, ανα­φέρ­θηκε δια­φυ­γούσα ηλε­κτρική ενέρ­γεια 3.191.514 Kwh και ποσό­τητα άεργου 988.270 ΩΧΒ. Η αξία απο­τυ­πώ­θηκε ως 534.077,79 ευρώ πλέον ΦΠΑ 57.192 ευρώ, με παρα­πο­μπή σε πίνακες δια­φυ­γού­σας ενέρ­γειας για την περίοδο 25 Σεπτεμ­βρίου 2008 έως 1 Ιουνίου 2015.

Η κατα­δίκη στο Εφετείο και το πλαίσιο της κρίσης

Το Τρι­με­λές Εφετείο Κακουρ­γη­μά­των Δωδε­κα­νή­σου, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατη­γο­ρού­μενο για κλοπή ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας αξίας άνω των 120.000 ευρώ, κατ’ εξα­κο­λού­θηση και κατ’ επάγ­γελμα. Επι­βλή­θηκε ποινή φυλά­κι­σης 2 ετών, με ανα­στολή 3 ετών, με ανα­γνώ­ριση ελα­φρυ­ντι­κών περι­στά­σεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ του ΠΚ.

Η αναι­ρε­τική προ­σβολή επι­κε­ντρώ­θηκε σε σημεία της δια­δι­κα­σίας και της αιτιο­λο­γίας, όχι σε νέα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά. Ο Άρειος Πάγος, εξε­τά­ζο­ντας την προ­σβαλ­λό­μενη απόφαση και τα πρα­κτικά, κινή­θηκε εντός των ορίων του αναι­ρε­τι­κού ελέγχου, δηλαδή στον έλεγχο ακυ­ρο­τή­των, αιτιο­λο­γίας και ορθής εφαρ­μο­γής του νόμου, χωρίς επα­να­ξιο­λό­γηση των απο­δεί­ξεων.

Το κλη­τή­ριο θέσπι­σμα και η ένσταση ακυ­ρό­τη­τας

Ένας βασικός άξονας της αναί­ρε­σης αφο­ρούσε στην ακρί­βεια του κλη­τη­ρίου θεσπί­σμα­τος. Η ένσταση που είχε τεθεί από την υπε­ρά­σπιση εστίαζε στη μη αναφορά του χρόνου διε­νέρ­γειας ελέγχου από συνερ­γείο του ΔΕΔΔΗΕ, με επί­κληση διά­τα­ξης κανο­νι­στι­κού πλαι­σίου περί χρο­νι­κού ορίου υπο­λο­γι­σμού απω­λε­σθεί­σας ενέρ­γειας. Τα δικα­στή­ρια της ουσίας απέρ­ρι­ψαν την ένσταση με σκε­πτικό ότι το κλη­τή­ριο θέσπι­σμα δεν απαιτεί λεπτο­μέ­ρειες που προ­σι­διά­ζουν σε αιτιο­λο­γη­μένη δικα­στική απόφαση και ότι ο χρόνος τελευ­ταίου ελέγχου δεν απο­τε­λεί ανα­γκαίο στοι­χείο για τον ορισμό της ποι­νι­κής κατη­γο­ρίας. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόρ­ριψη αυτή είχε ειδική και επαρκή αιτιο­λο­γία και ότι το κλη­τή­ριο θέσπι­σμα περιέ­γραφε την πράξη με τρόπο που επέ­τρεπε στον κατη­γο­ρού­μενο να προσ­διο­ρί­σει την κατη­γο­ρία.

Με αυτή τη συλ­λο­γι­στική, απορ­ρί­φθηκε ως αβά­σι­μος ο λόγος αναί­ρε­σης που επι­κα­λού­νταν απόλυτη ή σχετική ακυ­ρό­τητα και έλλειψη αιτιο­λο­γίας ως προς το ζήτημα του κλη­τη­ρίου θεσπί­σμα­τος.

Η παρά­σταση προς υπο­στή­ριξη της κατη­γο­ρίας από τον ΔΕΔΔΗΕ

Δεύ­τε­ρος κεντρι­κός πυλώνας ήταν η ένσταση περί παρά­νο­μης παρά­στα­σης του ΔΕΔΔΗΕ. Η υπε­ρά­σπιση υπο­στή­ριξε ότι δικαιού­χος της αξίας της κλα­πεί­σας ενέρ­γειας είναι άλλος φορέας και ότι ο ΔΕΔΔΗΕ δεν υφί­στα­ται άμεση περιου­σιακή ζημία από την κλοπή. Από το δικα­στή­ριο υιο­θε­τή­θηκε η κρίση ότι ο ΔΕΔΔΗΕ έχει άμεσο έννομο συμ­φέ­ρον και μπορεί να θεμε­λιώ­νει παρά­σταση για χρη­μα­τική ικα­νο­ποί­ηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά κύρος, φήμη και αξιο­πι­στία, καθώς και λόγω άμεσης ζημίας που συν­δέ­ε­ται με απώ­λειες από Χρε­ώ­σεις Χρήσης Δικτύου.

Η ουσια­στική διάταξη της κλοπής ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας και η αιτιο­λο­γία της ενοχής

Ως προς την ουσία, η απόφαση ανα­πτύσ­σει το πλαίσιο της κλοπής, με αναφορά ότι κινητό πράγμα θεω­ρεί­ται και η ενέρ­γεια του ηλε­κτρι­σμού, ενώ περι­γρά­φε­ται ο συνήθης τρόπος τέλεσης της κλοπής ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας μέσω τεχνι­κής επέμ­βα­σης που οδηγεί σε μειω­μένη κατα­γραφή.

Η αναί­ρεση προ­έ­βαλε ισχυ­ρι­σμούς περί εκ πλαγίου παρα­βί­α­σης του άρθρου 374 ΠΚ, δηλαδή περί αντι­φά­σεων ή κενών που θα καθι­στού­σαν ανέ­φι­κτο τον αναι­ρε­τικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση του Εφε­τείου περιείχε σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά αιτιο­λο­γία, παρα­θέ­το­ντας τα περι­στα­τικά που συγκρο­τούν την αντι­κει­με­νική και υπο­κει­με­νική υπό­σταση, τις κατη­γο­ρίες απο­δει­κτι­κών μέσων και το σκε­πτικό υπα­γω­γής.

Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώ­νε­ται και η διά­κριση μεταξύ παλαιό­τε­ρης και ισχύ­ου­σας μορφής της διά­τα­ξης περί δια­κε­κρι­μέ­νης κλοπής, με παρα­τή­ρηση ότι το ποσο­τικό κρι­τή­ριο των 120.000 ευρώ παρα­μέ­νει ως στοι­χείο δια­κε­κρι­μέ­νης μορφής, ενώ η ποινική μετα­χεί­ριση δια­φο­ρο­ποιεί­ται ως προς το σκέλος της χρη­μα­τι­κής ποινής στο νεότερο πλαίσιο. Η αναι­ρε­τική κρίση, ωστόσο, δεν κινή­θηκε στη στάθ­μιση ποινής, αλλά στην ορθό­τητα εφαρ­μο­γής και αιτιο­λο­γίας.

Η έμπρα­κτη μετά­νοια, οι κατα­βο­λές και οι ισχυ­ρι­σμοί περί παρα­γρα­φής

Ιδιαί­τερη αναφορά γίνεται στην επί­κληση έμπρα­κτης μετά­νοιας και σε ισχυ­ρι­σμούς περί εξά­λει­ψης του αξιο­ποί­νου και παρα­γρα­φής. Κατά τα ανα­φε­ρό­μενα, προ­βλή­θη­καν κατα­βο­λές συνο­λι­κού ύψους 180.896 ευρώ πριν από την πρω­τό­δικη εκδί­καση, οι οποίες συν­δέ­θη­καν με προ­σω­ρι­νές δια­τα­γές στο πλαίσιο ασφα­λι­στι­κών μέτρων.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, κατά το μέρος που επι­χει­ρή­θηκε θεμε­λί­ωση εξά­λει­ψης αξιο­ποί­νου, ο ισχυ­ρι­σμός ήταν απα­ρά­δε­κτος ως αόρι­στος, επειδή δεν περιείχε τα απαι­τού­μενα στοι­χεία περί εκού­σιας ικα­νο­ποί­η­σης πριν από την πρώτη εξέταση ως υπόπτου ή κατη­γο­ρου­μέ­νου. Παράλ­ληλα, κρίθηκε ότι ο ισχυ­ρι­σμός περί μετα­τρο­πής της πράξης σε πλημ­μέ­λημα λόγω μετα­γε­νέ­στε­ρων μερικών κατα­βο­λών είναι μη νόμιμος, διότι, όταν η πράξη απο­δί­δε­ται κατ’ εξα­κο­λού­θηση και αξιο­λο­γεί­ται με βάση τη συνο­λική αξία κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, η μετα­γε­νέ­στερη μείωση υπο­λοί­που δεν αλλάζει τον νομικό χαρα­κτη­ρι­σμό.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.