ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Καμπανάκι» από ΓΣΕΒΕΕ: Έξι στις δέκα επιχειρήσεις έχουν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας λόγω ακρίβειας

news room 12 λεπτά ανάγνωση
POS - Ταμειακή

«Η επίμονη ακρί­βεια που αντα­να­κλά­ται στο αυξη­μένο κόστος λει­τουρ­γίας, σε συν­δυα­σμό με τις αυξη­μέ­νες επι­βα­ρύν­σεις, φαί­νε­ται ότι έχει επι­δει­νώ­σει περαι­τέρω το δια­χρο­νικό πρό­βλημα ρευ­στό­τη­τας που αντι­με­τω­πί­ζουν οι μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις και η σοβαρή υπο­χώ­ρηση του Δείκτης Οικο­νο­μι­κού Κλί­μα­τος των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων υπο­δη­λώ­νει την αβε­βαιό­τητα που κυριαρ­χεί κυρίως λόγω της επί­μο­νης πλη­θω­ρι­στι­κής κρίσης».

Αυτό ανα­φέ­ρε­ται, μεταξύ άλλων, στα συμπέ­ρα­σμα της εξα­μη­νιαίας έρευνα που έδωσε σήμερα στη δημο­σιό­τητα το Ινστι­τούτο Μικρών Επι­χει­ρή­σεων της ΓΣΕΒΕΕ.

Σύμφωνα με τα ευρή­ματα της έρευνας, δια­πι­στώ­θηκε σημα­ντική υπο­χώ­ρηση κατά 14,3 μονάδες – σε σχέση με το προη­γού­μενο εξάμηνο – του Δείκτη Οικο­νο­μι­κού Κλί­μα­τος των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων το Α΄ε­ξά­μηνο του 2024. Ο δείκτης δια­μορ­φώ­νε­ται στις 49,6 μονάδες από τις 63,9 που ήταν το Β΄ε­ξά­μηνο του 2023.

Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι η επι­δεί­νωση της κατά­στα­σης των επι­χει­ρή­σεων είχε αρχίσει να γίνεται ορατή ήδη από την προη­γού­μενη έρευνα κλί­μα­τος τον Φεβρουά­ριο του 2024, όταν ο Δείκτης Οικο­νο­μι­κού Κλί­μα­τος υπο­χώ­ρησε από τις 66,7 μονάδες, που βρι­σκό­ταν το πρώτο εξάμηνο του 2023, στις 63,9 μονάδες.

Στα βασικά συμπε­ρά­σματα της έρευνας επι­ση­μαί­νο­νται τα εξής:

Η σοβαρή υπο­χώ­ρηση του δείκτη υπο­δη­λώ­νει την αβε­βαιό­τητα που κυριαρ­χεί κυρίως λόγω της επί­μο­νης πλη­θω­ρι­στι­κής κρίσης. Περαι­τέρω και δεδο­μέ­νου ότι από τα υπό­λοιπα στοι­χεία της έρευνας φαί­νε­ται πως τις μεγα­λύ­τε­ρες δυσκο­λίες αντι­με­τω­πί­ζουν οι πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις και οι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τίες, εκτι­μά­ται ότι σημα­ντικό παρά­γο­ντα για την υπο­χώ­ρησή του έχει δια­δρα­μα­τί­σει ο νέος τεκ­μαρ­τός τρόπος φορο­λό­γη­σης των ατο­μι­κών επι­χει­ρή­σεων.

Η επίμονη ακρί­βεια που αντα­να­κλά­ται στο αυξη­μένο κόστος λει­τουρ­γίας, σε συν­δυα­σμό με τις αυξη­μέ­νες επι­βα­ρύν­σεις, φαί­νε­ται ότι έχει επι­δει­νώ­σει περαι­τέρω το δια­χρο­νικό πρό­βλημα ρευ­στό­τη­τας που αντι­με­τω­πί­ζουν οι μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις. Αυτό του­λά­χι­στον προ­κύ­πτει από την αύξηση του αριθμού των επι­χει­ρή­σεων που είτε δεν έχουν καθόλου ρευστά δια­θέ­σιμα (29,6%) ή αυτά επαρ­κούν το πολύ για έναν μήνα (22,5%). Επι­πλέον, οι επι­πτώ­σεις από το πλη­θω­ρι­στικό κύμα των τελευ­ταίων ετών είναι εμφα­νείς στην αύξηση του λει­τουρ­γι­κού κόστους των επι­χει­ρή­σεων το οποίο, με βάση τα ευρή­ματα της έρευνας, έχει αυξηθεί μεσο­σταθ­μικά κατά 37,4%. Ιδιαί­τερα υψηλό παρα­μέ­νει και το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων με καθυστερημένες-ληξιπρόθεσμες υπο­χρε­ώ­σεις (29%). Για τις επι­χει­ρή­σεις αυτές, τα προ­βλή­ματα ρευ­στό­τη­τας είναι εντο­νό­τερα και, αντι­στρό­φως, ασθε­νέ­στερη η δυνα­τό­τητά τους να αντα­πο­κρι­θούν στις υπο­χρε­ώ­σεις τους και να ξεφύ­γουν από τον φαύλο κύκλο της υπερ­χρέ­ω­σης.

Στα θετικά ευρή­ματα συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η συνε­χι­ζό­μενη αύξηση της απα­σχό­λη­σης, καθώς το ισο­ζύ­γιο των επι­χει­ρή­σεων που μετέ­βα­λαν το προ­σω­πικό τους κατά το Α΄ε­ξά­μηνο του 2024 παρέ­μεινε θετικό. Θετικές είναι, επίσης, οι εκτι­μή­σεις και για το δεύτερο εξάμηνο του 2024, καθώς το 9,2% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ότι θα αυξήσει το προ­σω­πικό, έναντι 6,0 % που δήλωσε ότι θα το μειώσει. Παρά, ωστόσο, τα θετικά ευρή­ματα για την απα­σχό­ληση, περισ­σό­τε­ρες από 1 στις 3 επι­χει­ρή­σεις δήλωσαν ότι αντι­με­τω­πί­ζουν δυσκο­λίες εξεύ­ρε­σης προ­σω­πι­κού.

Τέλος, επι­δεί­νωση κατα­γρά­φε­ται στον δείκτη βιω­σι­μό­τη­τας των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων, καθώς το 3,2% κιν­δυ­νεύει με άμεση διακοπή της δρα­στη­ριό­τη­τάς του.

Σχετικά με την έρευνα υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι διε­ξά­γε­ται σε εξα­μη­νιαία βάση από τον Μάιο του 2009, είναι η δεύτερη για το 2024 και οι τηλε­φω­νι­κές συνε­ντεύ­ξεις διε­νερ­γή­θη­καν από την εται­ρεία MARC AE σε πανελ­λα­δικό δείγμα 803 μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων (0-49 άτομα προ­σω­πικό), μεταξύ 2-14 Ιουλίου του 2024.

Τα σημα­ντι­κό­τερα ευρή­ματα της εξα­μη­νιαίας έρευνας κλί­μα­τος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ

Πιο ανα­λυ­τικά κατα­γρά­φο­νται τα εξής:

– Ο Δείκτης Οικο­νο­μι­κού Κλί­μα­τος των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων παρου­σιά­ζει σημα­ντική επι­δεί­νωση, υπο­χω­ρώ­ντας κατά 14,3 μονάδες σε σχέση με το προη­γού­μενο εξάμηνο. Συγκε­κρι­μένα, δια­μορ­φώ­νε­ται στις 49,6 μονάδες από τις 63,9 που ήταν το Β΄ε­ξά­μηνο του 2023.

– Ο Δείκτης Προσ­δο­κιών των ΜμΕ υπο­χω­ρεί στις μόλις 55 μονάδες, εμφα­νί­ζο­ντας πτώση 8,9 μονάδων σε σχέση με το προη­γού­μενο εξάμηνο, απο­τυ­πώ­νο­ντας την έντονη ανη­συ­χία των επι­χει­ρή­σεων για την πορεία της οικο­νο­μίας και τη βιω­σι­μό­τητά τους.

– Σημα­ντική είναι η επι­δεί­νωση στον κύκλο εργα­σιών των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων σε σύγκριση με ολό­κληρο το 2023 αλλά και το δεύτερο εξάμηνο του 2022, σχε­τι­ζό­μενη, προ­φα­νώς, με τη μακρό­χρονη κρίση ακρί­βειας και εξα­σθέ­νη­σης της αγο­ρα­στι­κής δύναμης των κατα­να­λω­τών.

– Το ποσοστό των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων που σημειώ­νουν αύξηση του κύκλου εργα­σιών τους περιο­ρί­ζε­ται σε μόλις 20,5% επί του συνόλου, έναντι των μισών περίπου που δήλωσαν μείωση του κύκλου εργα­σιών (46,2%).

– Παρα­τη­ρεί­ται μια θετική σχέση του κύκλου εργα­σιών με το μέγεθος των επι­χει­ρή­σεων. Δηλαδή, όσο μεγα­λύ­τερο είναι το μέγεθος της επι­χεί­ρη­σης, τόσο καλύ­τε­ρες είναι και οι επι­δό­σεις ως προς τον κύκλο εργα­σιών. Ειδι­κό­τερα, το 47,6% των επι­χει­ρή­σεων με προ­σω­πικό 10 άτομα και άνω δήλωσε ότι ο κύκλος εργα­σιών του αυξή­θηκε το Α΄ε­ξά­μηνο του 2024, έναντι του 23,3% των πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων (1-9 εργα­ζό­με­νους) και 10,2% των επι­χει­ρή­σεων χωρίς προ­σω­πικό.

– Τομεακά, η μεγα­λύ­τερη επι­δεί­νωση κατα­γρά­φε­ται στις εμπο­ρι­κές επι­χει­ρή­σεις, με το 57,9% αυτών να δηλώ­νουν μείωση του κύκλου εργα­σιών το Α΄ε­ξά­μηνο του 2024.

Απο­τε­λέ­σματα χρήσης

– Περίπου 6 στις 10 επι­χει­ρή­σεις (56,2%) δήλωσαν ότι είχαν κέρδη το 2023, ποσοστό αυξη­μένο σε σχέση με το 2022 (51%).

– Από την άλλη μεριά, το 21% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ζημίες (22,4% το αντί­στοιχο ποσοστό το 2022), ενώ το 14,8% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσε πως δεν είχε ούτε κέρδη, ούτε ζημίες (16,1% το αντί­στοιχο ποσοστό το 2022).

– Όσον αφορά τις ατο­μι­κές επι­χει­ρή­σεις περίπου 1 στις 2 έκλει­σαν με κέρδη το 2023. Αυτό σημαί­νει ότι του­λά­χι­στον οι μισές ατο­μι­κές επι­χει­ρή­σεις κλή­θη­καν να πλη­ρώ­σουν αυξη­μένο φόρο για το 2023, αφού πλέον η φορο­λο­γία τους υπο­λο­γί­ζε­ται με βάση τον νέο τεκ­μαρτό τρόπο.

Ρευ­στό­τητα – Ταμειακά δια­θέ­σιμα

– Η έλλειψη ρευ­στό­τη­τας παρα­μέ­νει ένα από τα σημα­ντι­κό­τερα προ­βλή­ματα των πολύ μικρών και μικρών επι­χει­ρή­σεων, αντα­να­κλώ­ντας τη δια­χρο­νικά περιο­ρι­σμένη πρό­σβασή τους σε χρη­μα­το­δο­τι­κές πηγές, είτε για κεφά­λαια κίνησης, είτε για επεν­δύ­σεις.

– Για το πρώτο εξάμηνο του 2024 κατα­γρά­φε­ται μείωση της ρευ­στό­τη­τας για σχεδόν 6 στις 10 επι­χει­ρή­σεις (55,9%).

– Περισ­σό­τε­ρες από τις μισές επι­χει­ρή­σεις δεν έχουν (29,6%) ή έχουν το πολύ για ένα μήνα (22,5%) ταμειακά δια­θέ­σιμα, αντι­κα­το­πτρί­ζο­ντας το πρό­βλημα ρευ­στό­τη­τας που αντι­με­τω­πί­ζει ένας αρκετά μεγάλος αριθμός μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων.

– Η ταμειακή επάρ­κεια των επι­χει­ρή­σεων συσχε­τί­ζε­ται με το μέγεθός τους, καθώς οι μικρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις εμφα­νί­ζουν σημα­ντικά μεγα­λύ­τερη έλλειψη ρευστών δια­θε­σί­μων από ό,τι οι μεγα­λύ­τε­ρες.

– Ειδι­κό­τερα, το 40,49% των επι­χει­ρή­σεων χωρίς προ­σω­πικό δήλωσε ότι δεν έχει ταμειακά δια­θέ­σιμα, ενώ το ποσοστό αυτό μειώ­νε­ται όσο αυξά­νε­ται το μέγεθος της επι­χεί­ρη­σης, αντι­στοι­χώ­ντας στο 24,89% των πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων (1-9 εργα­ζό­με­νους) και στο 14,29% των επι­χει­ρή­σεων με προ­σω­πικό από 10 άτομα και άνω.

– Σοβαρό πρό­βλημα ρευ­στό­τη­τας φαί­νε­ται να αντι­με­τω­πί­ζει το 35,1% των εμπο­ρι­κών επι­χει­ρή­σεων, το 26,4% των επι­χει­ρή­σεων στον τομέα των υπη­ρε­σιών και το 26% των επι­χει­ρή­σεων στον τομέα της μετα­ποί­η­σης, δεδο­μέ­νου ότι τα προ­α­να­φε­ρό­μενα ποσοστά αφορούν σε επι­χει­ρή­σεις με μηδε­νικά ρευστά δια­θέ­σιμα.

– Ιδιαί­τερα δυσμενή είναι τα στοι­χεία για τις επι­χει­ρή­σεις εστί­α­σης, καθώς το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν καθόλου ταμειακά δια­θέ­σιμα ανέρ­χε­ται στο 30% και εκείνων που τα δια­θέ­σιμά τους επαρ­κούν το πολύ για έναν μήνα ανέρ­χε­ται στο 37,1%.

Απα­σχό­ληση

– Στην απα­σχό­ληση το ισο­ζύ­γιο των επι­χει­ρή­σεων που μετέ­βα­λαν το προ­σω­πικό τους παρέ­μεινε θετικό. Συγκε­κρι­μένα, το πρώτο εξάμηνο του 2024, οι επι­χει­ρή­σεις οι οποίες δήλωσαν ότι αύξησαν το προ­σω­πικό τους αντι­στοι­χούν στο 10,3%, έναντι 6,6,% που δήλωσε ότι το μείωσε.

– Θετικές είναι οι εκτι­μή­σεις και για το δεύτερο εξάμηνο του 2024, καθώς το 9,2% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ότι θα αυξήσει το προ­σω­πικό, έναντι 6,0 % που δήλωσε ότι θα το μειώσει.

– Το σύνολο των κλάδων της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας παρου­σί­ασε θετικό ισο­ζύ­γιο, με τον κλάδο της μεταποίησης-βιοτεχνίας να παρου­σιά­ζει τη μεγα­λύ­τερη αύξηση ως προς την απα­σχό­ληση (15,1% των επι­χει­ρή­σεων δήλωσαν ότι αύξησαν το προ­σω­πικό τους, έναντι 7,3% που δήλωσαν ότι το μείωσαν), αντι­στρέ­φο­ντας, μάλιστα, το πρόσημό του από αρνη­τικό που ήταν κατά το προη­γού­μενο εξάμηνο σε θετικό.

– Οι επι­χει­ρή­σεις με κύκλο εργα­σιών άνω των 300.000 ευρώ και άνω των πέντε ατόμων προ­σω­πικό συνε­χί­ζουν να παρου­σιά­ζουν τη θετι­κό­τερη σχέση αύξησης/μείωσης εργα­ζο­μέ­νων.

Οι ειδι­κό­τη­τες που παρου­σιά­ζουν έλλειψη στην αγορά

– Σημα­ντικό εύρημα της έρευνας απο­τε­λεί το αρνη­τικό ισο­ζύ­γιο που απο­τυ­πώ­νε­ται όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον οι επι­χει­ρή­σεις αντι­με­τω­πί­ζουν πρό­βλημα στην εξεύ­ρεση εργα­ζο­μέ­νων, ανα­δει­κνύ­ο­ντας δομικά προ­βλή­ματα στην ελλη­νική αγορά εργα­σίας, όπως αυτό της «ανα­ντι­στοι­χίας δεξιο­τή­των». Πιο συγκε­κρι­μένα, στο ερώτημα αυτό το 35,2% των επι­χει­ρή­σεων απά­ντησε ότι αντι­με­τω­πί­ζει πρό­βλημα, έναντι 34,6% που απά­ντησε ότι δεν αντι­με­τω­πί­ζει πρό­βλημα.

– Ανα­φο­ρικά με τις ειδι­κό­τη­τες που παρου­σιά­ζουν έλλειψη στην αγορά εργα­σίας, οι ειδι­κευ­μέ­νοι τεχνί­τες/χει­ρι­στές μηχα­νη­μά­των (37,1%), οι εργάτες/βοηθοί μαστό­ρων και το προ­σω­πικό καθα­ριό­τη­τας (17,9%), καθώς και οι ειδι­κό­τη­τες που σχε­τί­ζο­νται με τον τομέα του του­ρι­σμού και της εστί­α­σης (σερ­βι­τό­ροι, μάγει­ρες και ζαχα­ρο­πλά­στες) (13,2%) απο­τε­λούν, κατά σειρά προ­τε­ραιό­τη­τας, τις τρεις σημα­ντι­κό­τε­ρες κατη­γο­ρίες.

– Σε κλαδικό επίπεδο, η πλειο­νό­τητα των επι­χει­ρή­σεων που αντι­με­τω­πί­ζουν πρό­βλημα στην εξεύ­ρεση εργα­ζο­μέ­νων ανήκουν στη μετα­ποί­ηση.

– Ανα­φο­ρικά με τους κυριό­τε­ρους παρά­γο­ντες για τη έλλειψη προ­σω­πι­κού στην αγορά εργα­σίας, οι επι­κρα­τέ­στε­ρες απα­ντή­σεις, σύμφωνα με τις επι­χει­ρή­σεις, αφορούν με σειρά προ­τε­ραιό­τη­τας τις μη αντα­γω­νι­στι­κές αμοιβές (41,3%), την επι­δο­μα­τική πολι­τική της κυβέρ­νη­σης (36,9%), καθώς και την έλλειψη εξει­δι­κευ­μέ­νου προ­σω­πι­κού (35,4%), ενώ σημα­ντικό είναι και το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων που έδωσε ως απά­ντηση τη μετα­νά­στευση εργα­ζο­μέ­νων σε άλλες χώρες (18,8%).

– Σε επίπεδο μεγέ­θους, οι μικρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις, με ετήσιο τζίρο έως 50.000 ευρώ και χωρίς προ­σω­πικό θεωρούν ότι ο κυριό­τε­ρος λόγος δυσκο­λίας εύρεσης εργα­ζο­μέ­νων είναι οι μη αντα­γω­νι­στι­κές αμοιβές (50,0%), ενώ στις μεγα­λύ­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις (4-5 άτομα και άνω των 5 ατόμων) η δημο­φι­λέ­στερη απά­ντηση είναι η έλλειψη εξει­δί­κευ­σης (47,5% και 44,8% αντί­στοιχα).

– Ο τομέας της μετα­ποί­η­σης απο­τε­λεί τον κλάδο στον οποίον η κυριό­τερη αιτία δυσκο­λίας εύρεσης εργα­ζο­μέ­νων θεω­ρεί­ται η έλλειψη ειδι­κευ­μέ­νου προ­σω­πι­κού (42,2%).

– Σε γεω­γρα­φικό επίπεδο, η έλλειψη ειδι­κευ­μέ­νου προ­σω­πι­κού θεω­ρεί­ται ως ο κυριό­τε­ρος λόγος δυσκο­λίας εύρεσης εργα­ζο­μέ­νων στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και στα Νησιά Αιγαίου και την Κρήτη, ενώ το υψη­λό­τερο ποσοστό επι­χει­ρή­σεων που θεωρεί ως βασικό λόγο δυσκο­λίας εύρεσης προ­σω­πι­κού τις μη αντα­γω­νι­στι­κές αμοιβές σημειώ­νε­ται στην περιοχή της Αττικής.

Μείωση παραγ­γε­λιών για το 47,3%.

– Η ζήτηση το πρώτο εξάμηνο του 2024 υπο­λεί­πε­ται σημα­ντικά ολό­κλη­ρου του 2023, με μόλις 1 στις 5 επι­χει­ρή­σεις (20,4%) να δηλώνει αύξηση της ζήτησης, έναντι περίπου των μισών επι­χει­ρή­σεων (45,7%) που δηλώ­νουν μείωση της ζήτησης.

– Το μεγα­λύ­τερο ποσοστό μείωσης της ζήτησης εντο­πί­ζε­ται στις επι­χει­ρή­σεις του εμπο­ρίου (58,9%), έναντι μόλις 12,4% που δηλώνει αύξηση.

– Αντί­στοιχα, συνο­λικά αρνη­τική φαί­νε­ται να είναι και η εικόνα των παραγ­γε­λιών των επι­χει­ρή­σεων προς τους προ­μη­θευ­τές τους.

– Για το πρώτο εξάμηνο του 2024 κατα­γρά­φηκε αύξηση των παραγ­γε­λιών μόλις για το 17,2% των επι­χει­ρή­σεων και μείωση των παραγ­γε­λιών για το 47,3%.

Υψηλό ποσοστό επι­χει­ρή­σεων πραγ­μα­το­ποί­ησε επεν­δύ­σεις, αλλά μικρής κλί­μα­κας

– Περισ­σό­τε­ρες από 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις (34,1%) πραγ­μα­το­ποί­ησε κάποιας μορφής επέν­δυση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024, δια­τη­ρώ­ντας τον αριθμό των επι­χει­ρή­σεων που πραγ­μα­το­ποί­η­σαν επεν­δύ­σεις σε υψηλά ποσοστά.

– Το 22,8% των επι­χει­ρή­σεων πραγ­μα­το­ποί­ησε επεν­δύ­σεις σε τεχνο­λο­γικό εξο­πλι­σμό και ψηφια­κές τεχνο­λο­γίες, το 12,8% επεν­δύ­σεις σε μηχα­νο­λο­γικό εξο­πλι­σμό και λοιπά μηχα­νή­ματα, το 8,6% σε κτι­ρια­κές εγκα­τα­στά­σεις και λοιπό εξο­πλι­σμό και το 6,7% σε κατάρ­τιση και εκπαί­δευση προ­σω­πι­κού, ποσοστά μειω­μένα σε σχέση με το προη­γού­μενο κύμα της έρευνας.

– Παρά το ότι ένα υψηλό ποσοστό επι­χει­ρή­σεων δήλωσε ότι έχει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει επεν­δύ­σεις, αυτές ήταν μικρής κλί­μα­κας. Πάνω από τις μισές επι­χει­ρή­σεις (56,2%) που επέν­δυ­σαν, διέ­θε­σαν κεφά­λαια έως 5.000 ευρώ.

– Το ζήτημα της πρό­σβα­σης σε χρη­μα­το­δό­τηση για επεν­δύ­σεις εξα­κο­λου­θεί να είναι σοβαρό. Συγκε­κρι­μένα, σχεδόν 9 στις 10 επι­χει­ρή­σεις (87,4%) που επέν­δυ­σαν, χρη­σι­μο­ποί­η­σαν δικά τους κεφά­λαια. Το 5,8% κάλυψε τις επεν­δύ­σεις μέσω χρη­μα­το­δο­τι­κών προ­γραμ­μά­των (ΕΣΠΑ), ενώ μόλις το 2,9% χρη­μα­το­δο­τή­θηκε μέσω τρα­πε­ζι­κού δανει­σμού.

Τιμές

– Περίπου 1 στις 3 επι­χει­ρή­σεις αύξησε τις τιμές της το Α΄ε­ξά­μηνο του 2024, ποσοστό που βαίνει μειού­μενο σε σύγκριση με τις προη­γού­με­νες έρευνες.

– Σε κλαδικό επίπεδο, το μεγα­λύ­τερο ποσοστό επι­χει­ρή­σεων που δήλωσαν αύξηση τιμών είναι οι επι­χει­ρή­σεις του κλάδου του εμπο­ρίου (37,1%), με τους κλάδους της μετα­ποί­η­σης – βιο­τε­χνίας και τον κλάδο των υπη­ρε­σιών να ακο­λου­θούν με μικρές δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις (31,3% και 30,1% αντί­στοιχα).

– Σε πολι­τική αύξησης τιμών προ­σα­να­το­λί­ζο­νται κυρίως οι επι­χει­ρή­σεις με μεγα­λύ­τερο κύκλο εργα­σιών (ετήσιος κύκλος εργα­σιών άνω των 100.000), από τις οποίες 1 στις 4 περίπου δηλώνει πρόθεση αύξησης, έναντι 1 στις 5 μικρό­τε­ρου κύκλου εργα­σιών (ετήσιος κύκλος εργα­σιών μικρό­τε­ρος των 100.000 ευρώ).

– Αντί­στοιχη είναι η εικόνα ανάλογα και με το μέγεθος της επι­χεί­ρη­σης, με τις μικρό­τε­ρες σε μέγεθος επι­χει­ρή­σεις να φαί­νε­ται να κατα­βάλ­λουν προ­σπά­θειες σε μεγα­λύ­τερο βαθμό όχι μόνο να δια­τη­ρή­σουν αμε­τά­βλη­τες τις τιμές τους, αλλά και να τις μειώ­σουν.

Επι­πτώ­σεις ανα­τι­μή­σεων – Αύξηση λει­τουρ­γι­κού κόστους

– Ως προς το κόστος λει­τουρ­γίας, σχεδόν 9 στις 10 επι­χει­ρή­σεις (89,8%) δήλωσαν ότι το κόστος λει­τουρ­γίας τους αυξή­θηκε.

– Για την πλειο­νό­τητα των επι­χει­ρή­σεων (47,6%), η αύξηση του λει­τουρ­γι­κού κόστους κυμαί­νε­ται μεταξύ 11%-30%.

– Μεσο­σταθ­μικά, το κόστος λει­τουρ­γίας των μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων αυξή­θηκε από την έναρξη της ενερ­γεια­κής κρίσης κατά 37,4%.

– Τομεακά, το λει­τουρ­γικό κόστος των εμπο­ρι­κών επι­χει­ρή­σεων αυξή­θηκε μεσο­σταθ­μικά κατά 34%, στη μετα­ποί­ηση κατά 44,1% και στις υπη­ρε­σίες κατά 36,4%.

Το 43,1% των οφει­λε­τών έχουν οφειλές ως 10.000 ευρώ

– Η κατά­σταση σχετικά με τα ποσοστά μικρών και πολύ μικρών επι­χει­ρή­σεων με καθυ­στε­ρη­μέ­νες οφειλές παρου­σιά­ζει ελαφρά βελ­τί­ωση. Ωστόσο, το ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων που δυσκο­λεύ­ο­νται να καλύ­ψουν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους παρα­μέ­νει ιδιαί­τερα υψηλό, με το 29% να έχει του­λά­χι­στον μία ληξι­πρό­θε­σμη οφειλή, παρου­σιά­ζο­ντας μια μικρή μείωση σε σχέση με το προη­γού­μενο ποσοστό του 30,6%.

– Οι μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις με 3 ή περισ­σό­τε­ρες ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές παρα­μέ­νουν στα­θε­ρές στο 10,1%. Υπάρχει μικρή μείωση στο ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων με 2 καθυ­στε­ρη­μέ­νες οφειλές (7,1% σε σύγκριση με 7,4% το προη­γού­μενο εξάμηνο) και βελ­τί­ωση στο ποσοστό των επι­χει­ρή­σεων με 1 ληξι­πρό­θε­σμη οφειλή (11,8% έναντι 13,1% το προη­γού­μενο εξάμηνο).

– Οι επι­χει­ρή­σεις εστί­α­σης φαί­νε­ται να αντι­με­τω­πί­ζουν σοβαρά προ­βλή­ματα υπερ­χρέ­ω­σης, με το 21,4% να έχει τρεις ή περισ­σό­τε­ρες ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές, ενώ το 38,6% έχει του­λά­χι­στον μία ληξι­πρό­θε­σμη οφειλή. Επίσης, σημα­ντικά προ­βλή­ματα υπερ­χρέ­ω­σης αντι­με­τω­πί­ζουν οι επι­χει­ρή­σεις χωρίς προ­σω­πικό (38%) και όσες έχουν ετήσιο κύκλο εργα­σιών έως 50.000 ευρώ (37,5%).

– Τα υψη­λό­τερα ποσοστά των υπο­χρε­ώ­σεων των επι­χει­ρή­σεων με καθυ­στε­ρη­μέ­νες οφειλές εντο­πί­ζο­νται να είναι προς τον πρώην ΟΑΕΕ (13,9%), την εφορία (12,7%) και τους προ­μη­θευ­τές (11,8%). Ωστόσο, η πρό­βλεψη αυτών των επι­χει­ρή­σεων για τη δυνα­τό­τητα απο­πλη­ρω­μής των υπο­χρε­ώ­σεών τους αφορά τις υπο­χρε­ώ­σεις ενοι­κίου, σε ποσοστό 12,5%.

– Το 43,1% των οφει­λε­τών συγκε­ντρώ­νο­νται στην χαμη­λό­τερη κατη­γο­ρία με οφειλές ως 10.000 ευρώ. Στην υψη­λό­τερη κατη­γο­ρία ανήκει το 7,9% των επι­χει­ρή­σεων, με οφειλές άνω των 100.000 ευρώ.

Ενι­σχύ­θηκε οριακά η απαι­σιο­δο­ξία

– Η απαι­σιο­δο­ξία στις μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρή­σεις σχετικά με τη μελ­λο­ντική τους βιω­σι­μό­τητα ενι­σχύ­θηκε οριακά, καθώς ο δείκτης αβε­βαιό­τη­τας ανήλθε στις 36,6 μονάδες, κατα­γρά­φο­ντας αύξηση 0,9 μονάδων σε σχέση με το προη­γού­μενο εξάμηνο.

– Αντί­στοιχα, ελαφρά ενι­σχυ­μένη είναι η απαι­σιο­δο­ξία και ως προς τον δείκτη βιω­σι­μό­τη­τας, καθώς το 3,2% των επι­χει­ρή­σεων εκφρά­ζει τον φόβο για διακοπή της δρα­στη­ριό­τη­τάς του το αμέσως επόμενο χρονικό διά­στημα, έναντι του 2,2% που ήταν τον Φεβρουά­ριο του 2024.

– Σκια­γρα­φώ­ντας το προφίλ των επι­χει­ρή­σεων που αντι­με­τω­πί­ζουν τις σοβα­ρό­τε­ρες δυσκο­λίες και κιν­δυ­νεύ­ουν άμεσα με λουκέτο, αυτές είναι οι επι­χει­ρή­σεις με καθυ­στε­ρη­μέ­νες υπο­χρε­ώ­σεις, ιδίως εκείνες που είναι υπερ­χρε­ω­μέ­νες προς το Δημόσιο, οι επι­χει­ρή­σεις χωρίς προ­σω­πικό, οι επι­χει­ρή­σεις με κύκλο εργα­σιών έως 50.000 ευρώ και οι ατο­μι­κές επι­χει­ρή­σεις.

Πηγή: newpost.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.