ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η νύχτα της Ρόδου: Οι χρυσές δεκαετίες ’70, ’80, ΄90 και το σήμερα

Νατάσα Παμπρή 10 λεπτά ανάγνωση
hiway

Με πρω­το­πόρα κατα­στή­ματα που ζήλευαν μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, τους καλύ­τε­ρους dj’s, barmen, σερ­βι­τό­ρους, επαγ­γελ­μα­τίες του είδους και με επι­χει­ρη­μα­τίες δυνα­τούς, η Ρόδος ξεχώ­ρισε στα μονο­πά­τια της νύχτας τις χρυσές δεκα­ε­τίες του ’70, ’80 και ’90, μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά το 2000 και το millennium.

Ένα σμα­ρα­γδέ­νιο νησί που είχε ζωή μέρα και νύχτα, ήταν δημο­φι­λές σε όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη για την περί­φημη νυχτε­ρινή δια­σκέ­δασή του και όσοι πρό­λα­βαν να δια­σκε­δά­σουν εκείνα τα χρόνια, ανα­πο­λούν τις στιγμές στο πέρασμα του χρόνου. Με αμέ­τρη­τες επι­λο­γές για το night life, από τις υπέ­ρο­χες ντίσκο ανοι­κτές και κλει­στές για κάθε γούστο, πολλά μπου­ζου­ξί­δικα που λει­τουρ­γού­σαν και καθη­με­ρι­νές, ρεμπε­τά­δικα, μπαρ, live stages με ροκ, jazz κλπ. Με ατε­λεί­ωτα πάρτι στις disco και ξέφρενη δια­σκέ­δαση μέχρι το πρωί (με εξαί­ρεση την περίοδο που έβαλε «φρένο» ο νόμος Παπα­θε­μελή).

Σήμερα έχουμε περάσει σε μία νέα εποχή, όπου κυριαρ­χούν τα μπαρ, μικρό­τερα club, αλλά με το ίδιο στυλ μου­σι­κής και τα lounge bar restaurants.

Επι­χει­ρη­μα­τίες της νυχτε­ρι­νής δια­σκέ­δα­σης, αλλά και άνθρω­ποι που έχουν εργα­σθεί στη νύχτα της Ρόδου, μιλούν στη «δ», για το τότε και το σήμερα.

Γιάννης Κλούβας

Ο επι­χει­ρη­μα­τίας Γιάννης Κλούβας, πρό­ε­δρος του Σωμα­τείου Εστια­τό­ρων Ρόδου «Η Πρω­το­πο­ρία», με δεκα­ε­τίες στην «πλάτη» και αμέ­τρητα «βαρέα ένσημα» στο χώρο της νυχτε­ρι­νής δια­σκέ­δα­σης, ίσως ο μακρο­βιό­τε­ρος επι­χει­ρη­μα­τίας στη Ρόδο με αδιά­λει­πτη παρου­σία μέσα από τα κατα­στή­ματά του, Space, John Players Special, HI WAY, Le Palais, Blue Lagoon κ.α. ανα­πο­λεί τις «χρυσές» δεκα­ε­τίες στο νησί, όπου το συνώ­νυμο της νυχτε­ρι­νής δια­σκέ­δα­σης ήταν η Ρόδος. Με πληθώρα μαγα­ζιών για κάθε γούστο, είδος μου­σι­κής κλπ όπως περι­γρά­φει στη «δ», μία Ρόδος που ξεχώ­ριζε και γι’ αυτό υπήρχε κόσμος σε όλα τα μαγαζιά και με ουρές ανα­μο­νής από τους ντό­πιους και τους του­ρί­στες.

Ο κ. Κλούβας ανα­φέ­ρει μεταξύ άλλων ότι «Τις δεκα­ε­τίες 1970-‘80-‘90 ο κόσμος έκανε προ­γραμ­μα­τι­σμό πού θα δια­σκε­δά­σει κάθε βράδυ. Υπήρχαν πολλά μαγαζιά από μπου­ζού­κια μέχρι ντίσκο και μεγάλες πίστες. Έβγαι­ναν σε μεγάλες παρέες, όχι ανά δύο ή μονα­χι­κοί όπως σήμερα με ένα ποτήρι στο χέρι, που πολλές φορές είναι εκεί και δεν είναι εκεί, γιατί στο άλλο χέρι έχει το τηλέ­φωνο και είναι χωμένος στο Facebook ή στο Instagram. Εκείνες οι δεκα­ε­τίες είχαν μια οικο­νο­μική άνεση. Σήμερα ο κόσμος τρέχει με ταχύ­τητα φωτός και μόνο το Σαβ­βα­το­κύ­ριακο ίσως κατα­φέ­ρει να βγει για ένα καφέ ή έναν μεζέ. Έχουν αλλάξει τα πάντα! Οι παρα­λίες πήραν το παι­χνίδι πάνω τους, πολλές φορές παρά­νομα μετα­τρέ­πο­νται σε νυχτε­ρινά κέντρα με την ανοχή των αρχών. Πού να σταθεί νυχτε­ρινό κέντρο που πρέπει να έχει δικό του πάρ­κινγκ και αν δεν έχει πρέπει να ενοι­κιά­σει; Μετά είναι και το άλλο, τα μπη­τσό­μπαρα, οι ταβέρ­νες και τα παρα­δο­σιακά καφε­νεία κ.α πλη­ρώ­νουν 0,50 % δημο­τικό φόρο (παρε­πι­δη­μού­ντων) ενώ το νυχτε­ρινό κέντρο 5% από τις εισπρά­ξεις του. Άλλαξαν όλα και επι­στροφή δεν βλέπω, τυχεροί όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια τα ξέγνοια­στα, σήμερα όλα είναι δήθεν και πλα­στικά!!».

Σάββας Γεράκης

Στη δεκα­ε­τία του ‘80 στην περιοχή του Μόντε Σμιθ γίνεται χαμός στις μεγάλες δισκο­θή­κες, κήπους. Aquarius, Mikes, Babylon, White horse κ.α. Ένας εξ αυτών, ο ιδιο­κτή­της της Babylon Σάββας Γεράκης θυμάται χαρα­κτη­ρι­στικά. «Εκείνα τα χρόνια ήταν μονα­δικά. Από πού να ξεκι­νή­σεις, πού να κατα­λή­ξεις. Δεν ήταν απλά η χρυσή εποχή της Ρόδου αλλά και η βάση της σημε­ρι­νής ανά­πτυ­ξης. Με πιο καθα­ρούς όρους, ως προς την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τητα. Από τα ωραία της εποχής και τα περί­φημα καμάκια της Ρόδου. Όλοι έκαναν «σκοπιά», λέει χαμο­γε­λώ­ντας ο κ. Γεράκης. «Σε κάθε δισκο­θήκη υπήρχαν καμάκια που συνέ­βα­λαν, ώστε στο μαγαζί να έρχο­νται γυναι­κο­πα­ρέες. Άρα και περισ­σό­τε­ροι πελάτες. H Babylon ήταν το δεύ­τε­ροό τους σπίτι. Να μην πω το πρώτο. Είχαμε και καμάκια με ειδι­κό­τη­τες, άλλος στις Σου­η­δέ­ζες, στις Γερ­μα­νί­δες, στις Φιν­λαν­δέ­ζες και πάει λέγο­ντας. Καμάκι δεν «έτρωγε» γυναίκα άλλου καμα­κιού, ακόμη κι αν εκείνη τον προ­κα­λούσε. Αυτό τηρού­σαν τα καμάκια που δρούσαν στο babylon. Παν­ζουρ­λι­σμός στα μαγαζιά, από τις 10 μια τερά­στια ουρά που έφτανε μέχρι το Liberty σχη­μα­τι­ζό­ταν στο πεζο­δρό­μιο της Βορείου Ηπείρου. Φοβεροί Djs, πολύ καλή μουσική και ωραίες παρέες. Πραγ­μα­τικά όμορφα χρόνια. Δεν γίνεται να συγκρί­νεις εκείνη την εποχή με το σήμερα, θα ήταν ιερο­συ­λία» τονίζει ο Σάββας Γεράκης.

Κώστας Καμπού­ρης

Ο Κώστας Καμπού­ρης, με πολύ­χρονη εμπει­ρία στη νυχτε­ρινή ζωή, αλλά και στο χώρο της εστί­α­σης, όποια πέτρα κι αν σηκώ­σεις… θα τον βρεις από κάτω. Ο ίδιος τα προη­γού­μενα χρόνια και ως επι­χει­ρη­μα­τίας λει­τούρ­γησε δικά του κατα­στή­ματα, αλλά και ως υπεύ­θυ­νος μέχρι σήμερα σε πάρα πολλές επι­χει­ρή­σεις, μπαρ, club, beach bar, bar restaurant κλπ. γνω­ρί­ζει τη νύχτα σαν «κάλπικη δεκάρα».

Όπως τονίζει στις δηλώ­σεις του: «Η κοσμο­πο­λί­τικη Ρόδος του χθες σε σύγκριση με τη μαζική Ρόδο του σήμερα. Ένας τίτλος ο οποίος επι­γραμ­μα­τικά περι­γρά­φει την πραγ­μα­τι­κό­τητα στην εξέλιξη της δια­σκέ­δα­σης στην νύχτα της Ρόδου από τη δεκα­ε­τία του ’80 έως και σήμερα. Είχα την τύχη να ζήσω τη Ρόδο την δεκα­ε­τία του ’80 δια­σκε­δά­ζο­ντας στα τότε υπέροχα 5 καλο­και­ρινά club που διέθετε μόνο η πόλη της Ρόδου μαζί με πάρα πολλά άλλα μικρά και μεγάλα κλειστά club και μπου­ζού­κια. Ένας νυχτε­ρι­νός περί­πα­τος στους δρόμους και στα σοκάκια της πόλης σε έκανε να νιώθεις ότι ζεις σε έναν άλλο μαγικό τόπο, τόσο για την ιστορία του όσο και για τις σύγ­χρο­νες ιδέες που προ­έ­βαλε.

Άνθρω­ποι με φινέτσα, με πολι­τι­σμό αλλά και κουλ­τούρα επέ­λε­γαν να περά­σουν τις δια­κο­πές τους σ’ αυτό το μικρό αλλά ταυ­τό­χρονα και τόσο μαγικό νησί που ήταν από τους κορυ­φαί­ους προ­ο­ρι­σμούς δια­σκέ­δα­σης σε όλη την Ελλάδα. Αυτό ολο­φά­νερα επι­κρα­τούσε, για το λόγο ότι, από όλα τα υπό­λοιπα πολι­τι­σμένα και εκσυγ­χρο­νι­σμένα μέρη της Ελλάδος αλλά ακόμη και του εξω­τε­ρι­κού, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, αντι­θέ­τως ήταν πρω­το­πό­ρος προ­ο­ρι­σμός, θέτο­ντας υψηλά τον πήχη και κάνο­ντας, τους σημε­ρι­νούς κορυ­φαί­ους προ­ο­ρι­σμούς, να υιο­θε­τούν και να μιμού­νται τις ιδέες του. Δυστυ­χώς, όσο περνάνε τα χρόνια, φτά­νο­ντας στο σήμερα και συγκρί­νο­ντάς το με το παρελ­θόν, παρα­τη­ρούμε την ραγδαία αλλαγή στην ετικέτα του νησιού μας, αφού η Ρόδος πλέον δεν απο­τε­λεί, για την ‘’ελίτ’’, έναν προ­ο­ρι­σμό για δια­κο­πές και ποιο­τική δια­σκέ­δαση, αλλά απο­τε­λεί πια έναν ‘’εύκολο’’ προ­ο­ρι­σμό για δια­κο­πές, που είναι στο­χευ­μέ­νος κυρίως από την μεγάλη βιο­μη­χα­νία του μαζικού του­ρι­σμού.

Η ανάγκη για την εξυ­πη­ρέ­τηση αυτού του τότε, νέου μοντέ­λου του­ρι­σμού, επέβαλε την ανα­προ­σαρ­μογή όλων των ειδών των επι­χει­ρή­σεων, μετριά­ζο­ντας την ποιό­τητα και παράλ­ληλα αυξά­νο­ντας την ποσό­τητα. Κάπως έτσι, από εκεί που για χρόνια προ­σέλ­κυε τους άνετους οικο­νο­μικά ταξι­διώ­τες, βρι­σκό­μενη στο επί­κε­ντρο της μόδας χάθηκε ο πολι­τι­σμός της δια­σκέ­δα­σης αφού τα μεγάλα νυχτε­ρινά κέντρα έπαψαν να υπάρ­χουν και ταυ­τό­χρονα να δια­φη­μί­ζουν την Ρόδο μας σε όλο τον πλανήτη. Ο ‘’μαζικός’’ του­ρι­σμός λοιπόν κυριάρ­χησε, κάνο­ντας το νησί μας πλέον να μην έχει την θέση στον κοσμο­πο­λί­τικο χάρτη της χώρας».

Τάκης Χρυ­σο­βέρ­γης

Ο Τάκης Χρυ­σο­βέρ­γης, γνωστός ως «Θεός», ήταν ένας από τους κορυ­φαί­ους dj’s της Ρόδου.

«Δεν έχουμε και πολλά περι­θώ­ρια να κάνουμε συγκρί­σεις. Από τα μισά και μετά της δεκα­ε­τίας του ’70 μέχρι και τη δεκα­ε­τία του ’90, το 1995, η Ρόδος έζησε τις χρυσές εποχές του night clubbing. Χρυσές εποχές που άφησαν και πολι­τι­στικά και κοι­νω­νικά, αλλά και οικο­νο­μικά απο­τυ­πώ­ματα. Ήταν η εποχή της αθω­ό­τη­τας και της αγάπης. Ήταν η εποχή που βασί­λευε σε όλο τον πλανήτη η disco, η Ρόδος ήταν πολύ μπροστά εκείνη την περίοδο και μουσικά, αλλά και σε ό,τι αφορά τις υπο­δο­μές και τους χώρους δια­σκέ­δα­σης, οι οποίοι ήταν ανα­ρίθ­μη­τοι και σχεδόν γεμάτοι όλοι, γιατί πραγ­μα­τικά το δια­μά­ντι της πόλης μας είχε μία ιδιαί­τερη αξία στο night life. Μεγάλα clubs, πολύ καλοί djs, εξαι­ρε­τική μουσική, από όλο τον πλανήτη, συνέ­θε­ταν ένα σκηνικό, το οποίο άφησε εποχή στις καρδιές όλων μας. Είναι πολύ δύσκολο να γίνουν συγκρί­σεις με το σήμερα, μιας και έχουν αλλάξει σχεδόν όλα όσα αφορούν την καθη­με­ρι­νό­τητά μας, τον τρόπο ζωής μας κι έχουμε περιο­ρι­σθεί σε μικρά πια και αδύναμα κλαμπ, τα οποία ουσια­στικά δεν έχουν και πολλά πράγ­ματα να προ­σφέ­ρουν. Κι αυτό καθρε­φτί­ζε­ται και στην αποδοχή του κόσμου και στον τρόπο που δια­σκε­δά­ζει σήμερα. Τότε ήταν το τρί­πτυχο, χορεύω, ερω­τεύ­ο­μαι, περνάω καλά. Σήμερα όλα έχουν τυπο­ποι­η­θεί και οι δια­φο­ρές είναι τερά­στιες. Δεν υπάρ­χουν πια τόσα πολλά και τόσα μεγάλα, αλλά και τόσο επι­τυ­χη­μένα night clubs που υπήρχαν σε ολό­κληρο το νησί.

Η νεολαία μας σήμερα θεωρεί ότι ζει τη δική της εποχή και γω είμαι μαζί τους, όμως, είναι δύσκολο να γίνουν συγκρί­σεις και συναι­σθη­μα­τι­κές και οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές με την εποχή εκείνη. Θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους όσοι έζησαν εκείνες της εποχής, που είχαν αλλάξει όλο το κοι­νω­νικό status, τα παιδιά μας να ζήσουν του­λά­χι­στον εκείνη την αθω­ό­τητα και τη χαρά της δια­σκέ­δα­σης κι ελπίζω κάποια στιγμή η Ρόδος να ξανα­τρα­βή­ξει προς αυτό τον τρόπο της δια­σκέ­δα­σης» ανα­φέ­ρει ο Τάκης Χρυ­σο­βέρ­γης.

Πέρρυς Βασι­λά­κης

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Πέρρυς Βασι­λά­κης, ο οποίος από πολύ νεαρή ηλικία δούλεψε ως dj σε πολύ γνωστά μαγαζιά της Ρόδου κι έχει φάει τη νύχτα με το «κουτάλι». Ένας από τους καλύ­τε­ρους στο είδος του. Εργά­σθηκε στις disco και τα club Poseidonia, Lazer, La scala, Loft, Buzios, Paschia, Must, Metal must, Sugar, Simposium, Privato, ενώ εργά­σθηκε και 10 χρόνια στη Σκαν­δι­να­βία (Νορ­βη­γία και Σουηδία) και σήμερα είναι ηχο­λή­πτης.

Όπως εξηγεί στη «δ»: Από τη δεκα­ε­τία του ΄80 και μέχρι τα μέσα της δεκα­ε­τίας του ΄90 ήταν η «χρυσή περί­ο­δος» της Ρόδου στη νυχτε­ρινή ζωή με τα καλύ­τερα και τα πιο πρω­το­πόρα νυχτε­ρινά club, μπαρ και καφε­τέ­ριες, και μπου­ζού­κια με ήχο και φωτισμό που υπήρχαν στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Χάρη σε πρω­το­πό­ρους επι­χει­ρη­μα­τίες στο clubbing – Γιάννης Κλούβας, Παντε­λής Καλη­μέ­ρης, Πολ Παυ­λί­δης, Λάκης Ραπτά­κης, τα Αδέλφια Κωστάκη κλπ. και στα ‘90s Κώστας Καμπού­ρης. Ό,τι και να πούμε δεν πρό­κει­ται να ξανα­ζή­σουμε τη μαγεία και τον ρομα­ντι­σμό αυτής της εποχής ξανά, γιατί πλέον δεν υπάρ­χουν επι­χει­ρη­μα­τίες που μπορούν να φτιά­ξουν κάτι πρω­το­πο­ριακό και απλά προ­τι­μούν την εύκολη λύση copy – paste λίγο από ένα μαγαζί και λίγο από άλλο, σημειώ­νει χαρα­κτη­ρι­στικά.

Νίκος Γιάννου

Ο Ροδίτης τρα­γου­δι­στής Νίκος Γιάννου, γνωστός και ως «αφρός», ο οποίος ξεκί­νησε την επαγ­γελ­μα­τική του καριέρα στα νυχτε­ρινά κέντρα της Ρόδου πριν από 27 χρόνια, το 1997 και συνε­χί­ζει με μεγάλη επι­τυ­χία μέχρι σήμερα να δια­σκε­δά­ζει το ροδιακό και όχι μόνο κοινό, είχε δηλώσει προ­σφά­τως σε συνέ­ντευξή του στη «δ» για το θέμα και αν η νύχτα σήμερα είναι σε καλύ­τερο ή σε χει­ρό­τερο επίπεδο από ό,τι ήταν παλιά, διότι όλοι μιλάνε για την εξαι­ρε­τική νυχτε­ρινή ζωή που είχε η Ρόδος: «Θεωρώ ότι η νύχτα της Ρόδου δεν είναι όπως ήταν πριν, βασικά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που βλέπετε σήμερα. Είναι σαν να βλέπετε το φάντα­σμα της νύχτας της Ρόδου! Όμως, εμείς πάλι δεν το βάζουμε κάτω και προ­σπα­θούμε να κρα­τή­σουμε ό,τι μπο­ρούμε και με όποιο τρόπο μπο­ρούμε, από την παλιά αίγλη της νυχτε­ρι­νής δια­σκέ­δα­σης», ενώ σε άλλο σημείο επι­σή­μανε: «Εμένα μου λείπει περισ­σό­τερο η νοο­τρο­πία που είχαμε τότε, μου λείπουν αυτοί οι μάγκες με τις παραγ­γε­λίες που ήθελαν το τρα­γούδι τους και το πλή­ρω­ναν. Αυτοί που σέβο­νταν τον καλ­λι­τέ­χνη πραγ­μα­τικά. Τώρα με χαλάει που τρα­γου­δάω και οι μισοί πελάτες με τραβάνε βίντεο με το κινητό τους. Χάνουμε την στιγμή, χάνουμε την πραγ­μα­τική δια­σκέ­δαση και τραβάμε βίντεο για να το δούμε μετά στο σπίτι μας μόνοι μας ή να το ανε­βά­σουμε στα σόσιαλ να δεί­ξουμε ότι ήμασταν στα μπου­ζού­κια. Κάπου εκεί το χάνουμε νομίζω…».

Κώστας Τρι­πο­λί­της

Ο Κώστας Τρι­πο­λί­της, που εργά­ζε­ται πολλά χρόνια ως μετρ στο Καζίνο της Ρόδου και δούλεψε σε νυχτε­ρινά μαγαζιά και την εστίαση τα προη­γού­μενα χρόνια, τονίζει τα εξής: «Νυχτε­ρινή ζωή της Ρόδου τότε και τώρα»: Η Ρόδος είναι ένας από τους δια­ση­μό­τε­ρους προ­ο­ρι­σμούς της Ελλάδας εδώ και πολλά χρόνια. Η ποι­κι­λία χρω­μά­των και αντι­θέ­σεων που προ­σφέ­ρει είναι αρκετή, ώστε να μαγέψει κάθε επι­σκέ­πτη. Η δια­σκέ­δαση του νησιού απο­τε­λεί­ται από πληθώρα μαγα­ζιών για όλα τα γούστα. Πρω­ταρ­χικό ρόλο έχουν τα νυχτε­ρινά μαγαζιά (club) και στη συνέ­χεια ακο­λου­θούν τα εστια­τό­ρια και οι μου­σι­κές σκηνές. Τα παλαιό­τερα χρόνια στο νησί επι­κρα­τού­σαν ακού­σματα ελλη­νι­κής μου­σι­κής, αλλά και ντίσκο γεγονός που αντα­πο­κρι­νό­ταν στα δεδο­μένα της εποχής. Τα μαγαζιά τα οποία προ­σέ­φε­ραν αυτού του είδους τη δια­σκέ­δαση, ήταν δια­σκορ­πι­σμένα σε όλη την έκταση του νησιού, ώστε να εξυ­πη­ρε­τούν τους ανθρώ­πους που διέ­με­ναν σε όλες τις πλευρές. Οι αλλαγές, ωστόσο, της καθη­με­ρι­νό­τη­τας, καθώς και της αρε­σκείας της νεο­λαίας έχει επι­φέ­ρει αλλαγές. Τη σημε­ρινή εποχή στη νυκτε­ρινή ζωή της Ρόδου επι­κρα­τούν κατά κύριο λόγο ακού­σματα ξένης μου­σι­κής η οποία προ­έρ­χε­ται από club τα οποία στην πλειο­ψη­φία τους βρί­σκο­νται στην Παλιά Πόλη. Αν κι έχουν αλλάξει πολλά στους τρόπους δια­σκέ­δα­σης η ανάγκη του κόσμου για έξοδο και δια­σκέ­δαση δεν έχει αλλάξει παρόλη τη παρέ­λευση του χρόνου, γεγονός που απο­δει­κνύει την ανα­γκαιό­τητά της.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.