ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Προς νέα ανατροπή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο-Του Γαβριήλ Χαρίτου

news room 17 λεπτά ανάγνωση
744

Πώς η τουρ­κική επέμ­βαση στη Συρία μπορεί να απει­λή­σει την συνοχή του άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ

Το Γιομ Κιπούρ, η Ημέρα του Εξι­λα­σμού, είναι η σημα­ντι­κό­τερη γιορτή της εβραϊ­κής θρη­σκείας. Ωστόσο, από τον πόλεμο που συνέβη την συγκε­κρι­μένη ημέρα, τον Οκτώ­βριο του 1973 -ο οποίος στοί­χισε πολλές ανθρώ­πι­νες ζωές εξ αιτίας του αιφ­νι­δια­σμού που υπέ­στη­σαν τότε οι ένοπλες δυνά­μεις της χώρας– η εορτή του Γιομ Κιπούρ κάθε χρόνο ανα­κι­νεί στο Ισραήλ δυσά­ρε­στες μνήμες. Έτσι, το μήνυμα που τονί­ζουν τα τοπικά ΜΜΕ και η ίδια η κρατική μηχανή κάθε χρόνο αυτή τη μέρα είναι ότι, ανε­ξαρ­τή­τως αργιών και εορτών, η ετοι­μό­τητα για μια πιθανή ξαφνική επίθεση από Ανα­το­λάς θα πρέπει να βρί­σκε­ται πάντοτε στο μέγιστο δυνατό επίπεδο. Μέσα σε αυτό το ανά­μι­κτο κλίμα θρη­σκευ­τι­κής κατά­νυ­ξης, δια­κο­πών και του φοβικού συν­δρό­μου που συνο­δεύει την ισραη­λινή κοινή γνώμη κάθε χρόνο το Γιομ Κιπούρ, η απόφαση της κυβέρ­νη­σης Τραμπ να παρα­χω­ρή­σει ευγε­νικά την θέση της στον τουρ­κικό στρατό στην βορειο­α­να­το­λική Συρία φάνηκε να αιφ­νι­διά­ζει Ισραη­λι­νούς αξιω­μα­τού­χους και τοπικά ΜΜΕ. 

Πέρα από τα σχόλια συμπά­θειας προς τους Κούρ­δους, η προ­σπά­θεια των οποίων για αυτο­διά­θεση εκλαμ­βά­νε­ται την τελευ­ταία δεκα­ε­τία στο Ισραήλ ως ένας αγώνας παράλ­λη­λος με εκείνον που είχαν δώσει οι εβραϊ­κές ένοπλες οργα­νώ­σεις κατά των Βρε­τα­νών στην Παλαι­στίνη, οι ισραη­λι­νές ανη­συ­χίες επι­κε­ντρώ­θη­καν στην εξής εκτί­μηση: Η απόφαση των ΗΠΑ να δώσουν ουσια­στικά το «πράσινο φως» στην Τουρκία να ανα­λά­βει τον έλεγχο της βορειο­α­να­το­λι­κής Συρίας (και με αυτόν τον τρόπο να ενι­σχύ­σουν ακόμα περισ­σό­τερο τον ήδη σημα­ντικό ρόλο που παίζει η χώρα αυτή στον συριακό εμφύλιο), απο­τε­λεί στην πραγ­μα­τι­κό­τητα τον προ­άγ­γελο μιας συνο­λι­κό­τε­ρης αμε­ρι­κα­νι­κής ανα­δί­πλω­σης στη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι και­νούρ­για η εκτί­μηση ότι ενι­σχύ­ε­ται ολοένα και περισ­σό­τερο μια στάση εσω­στρέ­φειας στην αμε­ρι­κα­νική πολι­τική στην περιοχή. Ήδη από την εποχή Μπαράκ Ομπάμα αυτή η εκτί­μηση επα­να­λαμ­βά­νε­ται επίμονα από πολλούς ανα­λυ­τές και δεξα­με­νές σκέψεις (think tanks). Άλλωστε, η δια­βλε­πό­μενη αμε­ρι­κα­νική εσω­στρέ­φεια απο­τέ­λεσε και την ουσία των έντονων δια­φω­νιών που εκφρά­ζο­νταν μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ τότε, με απο­τέ­λε­σμα ο Βενια­μίν Νετα­νιά­χου να χαρα­κτη­ρί­ζε­ται ως ένας μάλλον «ενο­χλη­τι­κός επι­σκέ­πτης» στον Λευκό Οίκο. Δεν θα πρέπει να παρα­πλανά η γενναία αμε­ρι­κα­νική στρα­τιω­τική βοήθεια που είχε παρα­χω­ρη­θεί προς τις ισραη­λι­νές ένοπλες δυνά­μεις από την δια­κυ­βέρ­νηση Ομπάμα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, επρό­κειτο για ένα «τελευ­ταίο» δώρο ενη­λι­κί­ω­σης προς την ισραη­λινή πλευρά, η οποία θα καλείτο να ανα­λά­βει μόνη της την άμυνά της έναντι των πολλών κιν­δύ­νων εξ Ανα­το­λών και εκ Βορρά.

Με την εκλο­γική νίκη του Ντό­ναλντ Τραμπ και τις πολλές φιλο-ισραηλινές δια­κη­ρύ­ξεις του, που συνο­δεύ­ο­νταν και από πράξεις –με κυριό­τερη την μετα­φορά της πρε­σβείας των ΗΠΑ στην Ιερου­σα­λήμ και την ανα­γνώ­ριση της ισραη­λι­νής κυριαρ­χίας στα Υψίπεδα του Γκολάν- απο­μα­κρύν­θη­καν οι ισραη­λι­νές ανη­συ­χίες ότι η Ουά­σινγ­κτον θα ανέ­κρουε πρύμναν. Μια ακόμα σημα­ντική εγγύηση για την παρα­μονή των ΗΠΑ στην περιοχή, ήταν βέβαια και η παρου­σία αμε­ρι­κα­νι­κών στρα­τευ­μά­των στην Συρία (γεγονός το οποίο ποτέ δεν είχε συμβεί στο παρελ­θόν), με τον κουρ­δικό παρά­γο­ντα να χαίρει μιας άνευ προη­γου­μέ­νου στή­ρι­ξης, η οποία θα μπο­ρούσε να οδη­γή­σει όχι μόνο σε ένα καθε­στώς αυτο­νο­μίας αλλά ακόμα και στην ανε­ξαρ­τη­σία.

ΟΙ ΗΠΑ ΦΕΥΓΟΥΝ. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ;

Πάντως, ακόμα και εάν πίσω από κλει­στές πόρτες τόσο ο Νετα­νιά­χου όσο και άλλοι υψη­λό­βαθ­μοι ισραη­λι­νοί αξιω­μα­τού­χοι είχαν πλη­ρο­φο­ρη­θεί προ εννέα μηνών ότι η αντί­στροφη μέτρηση της παρου­σίας των ΗΠΑ στην Συρία είχε ήδη αρχίσει, οι αλλε­πάλ­λη­λες εκλο­γι­κές ανα­με­τρή­σεις στο Ισραήλ και η παρά­ταση της ακυ­βερ­νη­σίας ανά­γκαζε τα τοπικά κέντρα απο­φά­σεων να ανα­μέ­νουν τα ανα­πό­φευ­κτα. Από την άλλη, και καθ’ όλο το τελευ­ταίο διά­στημα, η ισραη­λινή στρα­τιω­τική μηχανή φρό­ντιζε συστη­μα­τικά να απε­νερ­γο­ποιεί ιρα­νι­κές στρα­τιω­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις στην Συρία και στο Ιράκ. Φρό­ντιζε επίσης να απα­σχο­λεί δεόντως την Χεζ­μπο­λάχ στον Νότιο Λίβανο, προ­κει­μέ­νου να μειω­θούν όσο γινόταν περισ­σό­τερο οι πονο­κέ­φα­λοι που θα επέρ­χο­νταν όταν η αμε­ρι­κα­νική παρου­σία θα άρχιζε στα­διακά να λιγο­στεύει.

Απο­δει­κνύ­ε­ται, εκ των υστέρων πλέον, ότι οι πρό­σφα­τες δηλώ­σεις Νετα­νιά­χου περί της ανάγκης να υιο­θε­τη­θεί ένα νέο, ανα­θε­ω­ρη­μένο πλαίσιο αμυ­ντι­κής συνερ­γα­σίας με τις ΗΠΑ, ως επίσης και ότι προ­ω­θεί­ται η υπο­γραφή συμ­φώ­νου στρα­τιω­τι­κής συνερ­γα­σίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν ήταν ακόμα ένα επι­κοι­νω­νιακό τέχνα­σμα που απλώς απέ­βλεπε στον σχη­μα­τι­σμό μιας νέας κυβέρ­νη­σης συνερ­γα­σίας με εταίρο τον κυριό­τερο πολι­τικό του αντί­παλο, τον στρα­τηγό ε.α. Μπένι Γκαντς. Ουδείς, μάλιστα, απο­κλείει ότι ο Μπένι Γκαντς και οι έτεροι κομ­μα­τι­κοί του εταίροι, έμπει­ροι στρα­τιω­τι­κοί, Μοσέ Γιααλόν και Γκάμπι Ασκε­νάζι, δεν ήταν εξίσου ενή­με­ροι για τις ειλημ­μέ­νες απο­φά­σεις της Ουά­σινγ­κτον. Έτσι μόνο θα μπο­ρούσε να εξη­γη­θεί αλη­θο­φα­νώς η πραγ­μα­τικά ασυ­νή­θι­στα μετριο­πα­θής, συγκα­τα­βα­τική στάση του Μπένι Γκαντς κατά τις κατ’ ιδίαν μετε­κλο­γι­κές συνα­ντή­σεις του με τον Νετα­νιά­χου. Έτσι εξη­γεί­ται επίσης και η ασυ­νή­θι­στη επιμονή του προ­έ­δρου του κράτους, Ρεουβέν Ρίβλιν, να προ­ω­θή­σει εμπρά­κτως –και εξαι­ρε­τικά νωρίς– την ιδέα του σχη­μα­τι­σμού κυβέρ­νη­σης εθνικής ενό­τη­τας όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Και ενώ αρχικά όλα έδει­χναν ότι κατα­λυ­τικό ρόλο για την επίλυση των δια­κομ­μα­τι­κών δια­φο­ρών στο Ισραήλ θα έπαιζε το πολυα­να­με­νό­μενο «Deal του Αιώνα» που θα έφερνε μαζί του το ειρη­νευ­τικό σχέδιο Τραμπ για την Μέση Ανατολή, εν τέλει απο­δει­κνύ­ε­ται ότι οι εικόνες που μετα­δί­δο­νταν από την μεθόριο Συρίας–Τουρ­κίας με τα αμε­ρι­κα­νικά στρα­τεύ­ματα να απο­χω­ρούν, είναι αυτές που έχουν μεγα­λύ­τε­ρες πιθα­νό­τη­τες να επι­τα­χύ­νουν τις μετε­κλο­γι­κές εξε­λί­ξεις και να δώσουν ένα τέλος στην μεγα­λύ­τερη περίοδο ακυ­βερ­νη­σίας που γνώρισε ποτέ το Ισραήλ στην κοι­νο­βου­λευ­τική του Ιστορία.

Έτσι, την αμέσως επομένη ημέρα της ανα­κοί­νω­σης της απο­χώ­ρη­σης των ΗΠΑ από την βόρειο Συρία –που συνέ­πεσε με την παρα­μονή του φετινού Γιομ Κιπούρ– οι ισραη­λι­νές εφη­με­ρί­δες, εκτός από τις πικρές μνήμες του αιφ­νι­δια­σμού που είχε ζήσει η χώρα στον Πόλεμο του 1973, εμπλου­τί­σθη­καν από ζοφερά σενάρια για το ενδε­χό­μενο της επα­νά­λη­ψης εκείνων των δυσά­ρε­στων στιγμών. Χαρα­κτη­ρι­στικό του κλί­μα­τος ήταν μια εκτενής ανάλυση του έμπει­ρου Ισραη­λι­νού δημο­σιο­γρά­φου Ρον Μπεν-Ισάι (σ.σ. μια από τις πρώτες δημο­σιο­γρα­φι­κές απο­στο­λές του ήταν η κάλυψη της τουρ­κι­κής εισβο­λής στην Κύπρο το 1974), που απα­ριθ­μούσε τις στρα­τιω­τι­κές δυνα­τό­τη­τες του Ιράν, εκφρά­ζο­ντας εμμέσως πλην σαφώς την αμφι­βο­λία του για το εάν το Ισραήλ θα είναι σε θέση να αντι­με­τω­πί­σει πλήθος ιρα­νι­κών μη επαν­δρω­μέ­νων αερο­σκα­φών να εξα­πλώ­νο­νται στον ισραη­λινό εναέριο χώρο, χωρίς να υπάρχει πια στην ευρύ­τερη περιοχή κανένα «αμε­ρι­κα­νικό μαξι­λάρι ασφα­λείας». Χαρα­κτη­ρι­στι­κές ήταν και οι δηλώ­σεις που διέρ­ρεαν στην κρατική ραδιο­φω­νία από υψη­λό­βαθ­μους κυβερ­νη­τι­κούς και στρα­τιω­τι­κούς αξιω­μα­τού­χους, ότι δηλαδή η ανα­κοί­νωση της απο­χώ­ρη­σης των Αμε­ρι­κα­νών από την Συρία σχε­τί­ζε­ται άμεσα με την βούληση των ΗΠΑ να απε­μπλα­κούν από το «ιρανικό πρό­βλημα» το δυνατόν συντο­μό­τερο. Ως από­δειξη της αμε­ρι­κα­νι­κής μετριο­πά­θειας –που χαρα­κτη­ρι­ζό­ταν πλέον ως απάθεια– ήταν η έλλειψη έστω και μιας ηχηρής δήλωσης του Λευκού Οίκου όχι μόνο για την αερο­πο­ρική επίθεση που υπέ­στη­σαν δύο πετρε­λαϊ­κές εγκα­τα­στά­σεις της Σαου­δι­κής Αραβίας από ιρανικά μη επαν­δρω­μένα αερο­σκάφη, αλλά και για την πρό­σφατη κατάρ­ριψη ενός αμε­ρι­κα­νι­κού drone από ιρανικά πυρά στην περιοχή του Περ­σι­κού Κόλπου. Οι ίδιες ισραη­λι­νές υψη­λό­βαθ­μες πηγές εκτι­μού­σαν ότι η τακτική ανα­δί­πλω­σης εκ μέρους των ΗΠΑ οφεί­λε­ται στο ότι αφ’ ενός επί­κει­νται οι αμε­ρι­κα­νι­κές προ­ε­δρι­κές εκλογές το ερχό­μενο έτος, αφ’ ετέρου ότι ο πρό­ε­δρος Τραμπ θα πρέπει να δείξει στους ψηφο­φό­ρους του πόσο συνεπής είναι στο σύνθημά του «America First» και, παράλ­ληλα, να δια­σκε­δά­σει τις εντυ­πώ­σεις της (καθαρά επι­κοι­νω­νια­κής για την ώρα) προ­σπά­θειας των Δημο­κρα­τι­κών να προ­κα­λέ­σουν στην καθαί­ρεσή του.

RODI SAID / REUTERS
Άνθρω­ποι στο πίσω μέρος φορ­τη­γών, καθώς φεύγουν από την πόλη Ras al Ain, στην Συρία, στις 9 Οκτω­βρίου 2019.

Με πιο απλά λόγια, η ανα­κοί­νωση της απο­χώ­ρη­σης των ΗΠΑ από την βόρειο Συρία έστρεψε το ισραη­λινό ενδια­φέ­ρον στο τι μέλλει γενέ­σθαι εάν η αμε­ρι­κα­νική τάση ανα­δί­πλω­σης εκδη­λω­θεί περαι­τέρω, αφή­νο­ντας με αυτόν τον τρόπο «ακά­λυ­πτη» την ισραη­λινή άμυνα έναντι της μόνιμης ιρα­νι­κής απειλής. Από την άλλη –και παρότι αυτό δεν έχει ειπωθεί ακόμα ξεκάθαρα-, το Ισραήλ δεν θα αργήσει να ανα­ζη­τή­σει εναλ­λα­κτι­κές λύσεις προ­κει­μέ­νου να καλύψει πιθανά κενά, στην προ­σπά­θειά του απο­τρέ­ψει τον ιρανικό εξ Ανα­το­λάς μόνιμο κίνδυνο. Εκτι­μά­ται ότι δεν θα καθυ­στε­ρή­σει η στιγμή κατά την οποία επι­τε­λι­κοί παρά­γο­ντες θα εξε­τά­σουν εκ νέου την πορεία των σχέσεων της χώρας με την Τουρκία, ο ρόλος της οποίας σαφώς ανα­βαθ­μί­ζε­ται στα συριακά τεκται­νό­μενα. Σε μια τέτοια περί­πτωση, κανείς δεν μπορεί να απο­κλεί­σει αυτή την στιγμή ότι δεν θα υπάρξει αντί­κτυ­πος στην ποιό­τητα των σχέσεων που το Ισραήλ καλ­λιέρ­γησε με τις γει­το­νι­κές του χώρες τα τελευ­ταία χρόνια στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ 1958

Το γνωστό από­φθεγμα ότι «η ιστορία επα­να­λαμ­βά­νε­ται» θα μπο­ρούσε να οδη­γή­σει σε μοι­ρο­λα­τρι­κές δια­πι­στώ­σεις. Εάν, όμως, κάτι δεν μπορεί να αγνοη­θεί είναι οι γεω­γρα­φι­κές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, οι οποίες καθι­στούν το Ισραήλ αντι­κει­με­νικά ευάλωτο στον μόνιμο κίνδυνο εξ Ανα­το­λάς –ο οποίος, το 2019, είναι το Ιράν. Επι­προ­σθέ­τως, αυτό που αξίζει να παρα­τη­ρη­θεί ανα­τρέ­χο­ντας στο πρό­σφατο ιστο­ρικό παρελ­θόν, είναι ότι οπο­τε­δή­ποτε το Ισραήλ αισθάν­θηκε να απει­λεί­ται καίρια η ασφά­λειά του, πολύ εύκολα βρίσκει τον τρόπο να προ­σαρ­μό­ζει ανάλογα την περι­φε­ρειακή του πολι­τική.

Το μακρινό 1958 απο­τε­λεί ένα εξαι­ρε­τικό παρά­δειγμα, που καλό θα ήταν να μην αγνο­εί­ται. Τότε, η νασε­ρική Αίγυ­πτος –ο ισχυ­ρό­τε­ρος στρα­τιω­τικά αντί­πα­λος του Ισραήλ εκείνη την εποχή– σχη­μά­τισε με την Συρία την Ηνωμένη Αραβική Δημο­κρα­τία. Αυτό το δεδο­μένο άλλαξε τις ισορ­ρο­πίες στην περιοχή, με το Ισραήλ εν μια νυκτί να βλέπει τα βόρεια σύνορά του να ελέγ­χο­νται από το Κάιρο. Το καλο­καίρι της ίδιας χρονιάς, το καθε­στώς Νάσερ έθεσε σε εφαρ­μογή ένα πολύ φιλό­δοξο σχέδιο: Να θέσει υπό τον έλεγχό του την Ιορ­δα­νία και τον Λίβανο, υπο­κι­νώ­ντας στρα­τιω­τικά πρα­ξι­κο­πή­ματα στο Αμμάν και στην Βηρυτό. Εάν τα φιλο­να­σε­ρικά κινή­ματα πετύ­χαι­ναν το σκοπό τους, το Ισραήλ θα βρι­σκό­ταν ουσια­στικά περι­κυ­κλω­μένο από καθε­στώτα που θα στη­ρί­ζο­νταν από τη νασε­ρική Αίγυπτο, και θα ήταν πλέον ζήτημα χρόνου η πραγ­μα­το­ποί­ηση μιας συγ­χρο­νι­σμέ­νης αρα­βι­κής επί­θε­σης που θα είχε πολλές πιθα­νό­τη­τες επι­τυ­χίας. Το καλο­καίρι του 1958 η Βρε­τα­νία και οι ΗΠΑ επε­νέ­βη­σαν στρα­τιω­τικά –στην Ιορ­δα­νία και στον Λίβανο αντί­στοιχα– και ουσια­στικά όχι μόνο δια­τή­ρη­σαν τα φιλο­δυ­τικά καθε­στώτα των χωρών εκείνων αλλά παράλ­ληλα κατέ­δει­ξαν στην ισραη­λινή ηγεσία την ανάγκη να ανεύρει άμεσα νέες εναλ­λα­κτι­κές ασφα­λείας σε περι­φε­ρειακό επίπεδο.

Εκείνη την εποχή, οι διμε­ρείς σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας διήγαν μια μακρά περίοδο διπλω­μα­τι­κής κρίσης. Η Τουρκία, με την ενθάρ­ρυνση των ΗΠΑ, είχε ήδη ανα­λά­βει τον ρόλο του φιλο­δυ­τι­κού δια­με­σο­λα­βητή, που καλείτο να «συνε­τί­σει» τρόπον τινά τον αραβικό κόσμο να απο­δε­χθεί το τετε­λε­σμένο της ύπαρξης του Ισραήλ στην περιοχή. Ωστόσο, η Άγκυρα θα έπρεπε πρω­τί­στως να εξα­σφα­λί­σει κατ’ αρχάς την εν γένει εμπι­στο­σύνη των Αράβων, απο­δει­κνύ­ο­ντας ότι σέβεται βασικά ιδε­ο­λο­γικά μέτρα και σταθμά. Τουρ­κι­κές αντι-ισραηλινές κορώνες εκτο­ξεύ­ο­νταν ήδη από τα μέσα του 1955, με απο­κο­ρύ­φωμα τις δηλώ­σεις του Προ­έ­δρου της Τουρ­κι­κής Δημο­κρα­τίας, Τζελάλ Μπαγιάρ, όταν κατά την διάρ­κεια επί­ση­μης επί­σκε­ψής του στην Ιορ­δα­νία τον Νοέμ­βριο του 1955 δήλωνε ότι «ο τουρ­κι­κός στρατός θα ήταν έτοιμος να δώσει μάχες μαζί με τον ιορ­δα­νικό, για να απο­κρού­σουν από κοινού κάθε εχθρό», υπο­νο­ώ­ντας το Ισραήλ. Έτσι, όταν ξέσπασε η Κρίση του Σουέζ τον Οκτώ­βριο του 1956 (κατά την οποία Ισραήλ, Βρε­τα­νία και Γαλλία εισέ­βα­λαν στη νασε­ρική Αίγυπτο, γεγονός που αμέσως κατα­δί­κα­σαν ΕΣΣΔ και ΗΠΑ), στην Τουρκία και στον αραβικό κόσμο ήδη είχε ωρι­μά­σει κατάλ­ληλα το κλίμα ώστε η Άγκυρα να απο­φα­σί­σει να ανα­κα­λέ­σει τον Πρέσβη της από το Τελ Αβίβ, ως ένδειξη έντονης απαξίας προς το Ισραήλ, και παράλ­ληλα –ως από­δειξη αλλη­λεγ­γύης προς τους Άραβες.

Εκείνο το ταραγ­μένο καλο­καίρι του 1958, το Ισραήλ καλείτο να ανεύρει άμεσα εναλ­λα­κτι­κές περι­φε­ρεια­κές συμ­μα­χίες. Όπως υπε­δεί­κνυε η κοινή λογική, η Τουρκία πλη­ρούσε τις απα­ραί­τη­τες γεω­στρα­τη­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να χρη­σι­μεύ­σει ως το πλέον απο­τε­λε­σμα­τικό «μαξι­λάρι ασφα­λείας» για το ευάλωτο Ισραήλ. Έτσι, τον Αύγου­στο του 1958, πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε υπό άκρα μυστι­κό­τητα στην Άγκυρα η ιστο­ρική πια συνά­ντηση των πρω­θυ­πουρ­γών Δαυίδ Μπεν-Γκουριόν και Αντνάν Μεντε­ρές, η οποία και απο­τέ­λεσε την επι­σφρά­γιση πολ­λα­πλών παρα­σκη­νια­κών επαφών που είχαν προη­γη­θεί κάποιους μήνες πριν στην Ρώμη και στην Ελβετία μεταξύ ανω­τά­των διπλω­μα­τών αμφο­τέ­ρων των χωρών. Η επα­να­προ­σέγ­γιση Ισραήλ-Τουρκίας τον Αύγου­στο του 1958, αν και δεν οδήγησε στην πλήρη εξο­μά­λυνση των διμερών τους διπλω­μα­τι­κών σχέσεων (σ.σ. η Τουρκία –όπως άλλωστε και η Ελλάδα– απο­κα­τέ­στησε πλήρως τις διπλω­μα­τι­κές της σχέσεις με το Ισραήλ μετά την ειρη­νευ­τική διά­σκεψη της Μαδρί­της στις αρχές της δεκα­ε­τίας του 1990), έθεσε τις βάσεις για έναν άτυπο μεν, αλλά υπαρκτό άξονα συμ­μα­χίας που δια­τη­ρή­θηκε ενεργός και απο­τε­λε­σμα­τι­κός έως και το αιμα­τηρό επει­σό­διο του Mavi Marmara στα τέλη Μαΐου 2010.

Αν και το ακριβές περιε­χό­μενο της λεγό­με­νης «μυστι­κής συμ­φω­νίας συμ­μα­χίας» μεταξύ Μπεν-Γκουριόν και Μεντε­ρές παρα­μέ­νει ακόμα άγνωστο, η ακο­λου­θία των ως άνω γεγο­νό­των είναι γνωστή και δεν πιστο­ποιεί­ται μόνο από το δια­θέ­σιμο αρχειακό υλικό, αλλά και από μια απλή ανά­γνωση της επι­και­ρό­τη­τας των δεκα­ε­τιών που μεσο­λά­βη­σαν.

Ωστόσο, υπάρχει ένα σημα­ντικό γεγονός που βγήκε πρό­σφατα στο φως, κατόπιν αρχεια­κής έρευνας που πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε από τον γρά­φο­ντα στο Κρατικό Ισραη­λινό Αρχείο κατά το διά­στημα 2012-2014, και που λεπτο­με­ρώς περι­γρά­φε­ται στην μονο­γρα­φία«Κύπρος, το Γει­το­νικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» (εκδό­σεις Παπα­ζήση, 2018). Σύμφωνα με το ισραη­λινό αρχειακό υλικό, που απο­χα­ρα­κτη­ρί­στηκε το 2013 από το Κρατικό Αρχείο του Ισραήλ, η Τουρκία, προ­κει­μέ­νου να αντα­πο­κρι­θεί θετικά στο αίτημα του Ισραήλ να ληφθούν ποικίλα μέτρα εκ μέρους της Άγκυρας που θα εξα­σφά­λι­ζαν την εδαφική του ακε­ραιό­τητα, ζήτησε την συν­δρομή της ισραη­λι­νής διπλω­μα­τίας σε επίπεδο ΟΗΕ. Συγκε­κρι­μένα, στην επι­κεί­μενη Γενική Συνέ­λευση του ΟΗΕ, στα τέλη του 1958, είχε προ­γραμ­μα­τι­σθεί να συζη­τη­θεί ακόμα μια φορά το Κυπριακό. Ενώ θεω­ρείτο δεδο­μένο ότι οι τουρ­κι­κές μεθο­δεύ­σεις θα στη­ρί­ζο­νταν από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες χώρες της Δύσης, η Τουρκία δεν ήταν σε θέση τότε να επη­ρε­ά­σει υπέρ της τις παρα­δο­σιακά αντι-αποικιακές χώρες της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Πέραν των ιδε­ο­λο­γι­κών δια­φο­ρών που χώριζαν την Τουρκία από εκείνες τις χώρες, η τουρ­κική διπλω­μα­τία ήταν τυπικά απούσα στις λατι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κές πρω­τεύ­ου­σες. Αντι­θέ­τως, η διπλω­μα­τική και πολι­τική επιρροή που ασκούσε τότε η Ελλάδα ήταν πολύ σημα­ντι­κό­τερη και ουσια­στι­κό­τερη. Παράλ­ληλα, όμως, και το Ισραήλ είχε ανα­πτύ­ξει ευρύ­τατο δίκτυο επαφών στην Λατι­νική Αμερική, που ήταν σε θέση να προ­κα­λέ­σει την διά­σπαση του λεγό­με­νης «λατι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής ομάδας ψήφων» που παρα­δο­σιακά εξέ­φραζε μια γνήσια αντι-αποικιακή ατζέντα, και υπο­στή­ριζε σθεναρά τα αιτή­ματα της Ελλάδας και των Ελλη­νο­κυ­πρίων τόσο στον ΟΗΕ όσο και σε άλλα διεθνή φόρα.

Το Ισραήλ, υπό την πίεση των περι­φε­ρεια­κών συγκυ­ριών, και έχοντας ήδη βιώσει τις συνέ­πειες της διε­θνούς διπλω­μα­τι­κής απο­μό­νω­σης μετά την Κρίση του Σουέζ το 1956 –αλλά και της ψυχρό­τη­τας που τού επε­δεί­κνυε κατά περί­πτωση ακόμα και η Ουάσινγκτον-, απο­δέ­χθηκε να εξυ­πη­ρε­τή­σει τις τουρ­κι­κές επι­διώ­ξεις και κατόπιν υπό­δει­ξης της Άγκυρας, δέχθηκε να προβεί σε παρα­σκη­νια­κές διπλω­μα­τι­κές ενέρ­γειες επη­ρε­α­σμού των κρατών της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής, προ­ά­γο­ντας εμμέσως πλην σαφώς την τουρ­κική επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία για την κυπριακή διένεξη που βρι­σκό­ταν τότε στο επί­κε­ντρο του διε­θνούς ενδια­φέ­ρο­ντος. Εκ των υστέρων γίνεται αντι­λη­πτό ότι οι ισραη­λι­νές κινή­σεις καθαυ­τές δεν ευθύ­νο­νται απόλυτα για το δυσά­ρε­στο (για την ελλη­νική πλευρά) απο­τέ­λε­σμα της κρί­σι­μης ψηφο­φο­ρίας της Γενικής Συνέ­λευ­σης του ΟΗΕ το 1958 –που ουσια­στικά απο­τέ­λεσε τον προ­πο­μπό των συμ­φω­νιών Ζυρίχης-Λονδίνου-. Ωστόσο, το Ισραήλ κατά­φερε να δια­σπά­σει το αρραγές μέχρι τότε φιλελ­λη­νικό μέτωπο των Λατι­νο­α­με­ρι­κα­νών, αιφ­νι­διά­ζο­ντας δυσά­ρε­στα την ελλη­νική διπλω­μα­τία.

ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Ύστερα από αυτήν την σύντομη ιστο­ρική ανα­δρομή, δεν είναι δύσκολο να επι­ση­μαν­θούν οι ανα­λο­γίες με το τι θα μπο­ρούσε να συμβεί σήμερα.

Αφ’ ενός, το Ισραήλ αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι εάν η δια­κυ­βέρ­νηση του Ντό­ναλντ Τραμπ εμμεί­νει στην πρόθεσή της να απο­σύ­ρει την αμε­ρι­κα­νική στρα­τιω­τική παρου­σία στη Συρία, θα είναι εξαι­ρε­τικά δύσκολο να την μετα­πεί­σει για το αντί­θετο. Το Ισραήλ συνει­δη­το­ποιεί πόσο ευάλωτη θα κατα­στεί η ασφά­λειά του έναντι του Ιράν, την στιγμή μάλιστα που όλα δεί­χνουν ότι θα συνε­χί­σει να δια­τη­ρεί την παρου­σία του στη Συρία. Παράλ­ληλα, το Ισραήλ γνω­ρί­ζει πολύ καλά ότι η στρα­τιω­τική συνεν­νό­ηση με την Ρωσία όσον αφορά τις ενδο­συ­ρια­κές ισορ­ρο­πίες είναι περι­στα­σιακή. Τη στιγμή μάλιστα, που η Τεχε­ράνη ήδη εκφρά­ζει την δυσα­ρέ­σκειά της για την ανα­βάθ­μιση της θέσης της Τουρ­κίας στον συριακό εμφύλιο, όλα δεί­χνουν ότι το Ισραήλ, αργά ή γρήγορα, θα υπο­χρε­ω­θεί να απο­κα­τα­στή­σει τα κανάλια επι­κοι­νω­νίας του με την Τουρκία, βάσει της γνωστής λογικής «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Άλλωστε, και παρά τις υπο­κρι­τι­κές αμε­ρι­κα­νι­κές προει­δο­ποι­ή­σεις προς την Άγκυρα, ουσια­στικά η Ουά­σινγ­κτον είναι εκείνη που προ­σέ­δωσε στον τουρ­κικό στρατό έναν σημα­ντικό ρόλο-κλειδί, που θα είναι σε θέση να περιο­ρί­σει την ιρανική επε­κτα­τι­κό­τητα. Και η ιρανική επε­κτα­τι­κό­τητα είναι η σημα­ντι­κό­τερη απειλή που καλεί­ται το Ισραήλ να αντι­με­τω­πί­σει.

Αφ’ ετέρου, η Τουρκία αξιο­ποί­ησε μέχρι τώρα στο έπακρο την γεω­γρα­φική της θέση. Όπως εκ του απο­τε­λέ­σμα­τος γίνεται αντι­λη­πτό, οι ΗΠΑ συνε­χί­ζουν να εμπι­στεύ­ο­νται την Τουρκία –παρά την τάση της Άγκυρας να προ­σεγ­γί­ζει τα τελευ­ταία χρόνια τόσο τη Μόσχα όσο και την Τεχε­ράνη. Έτσι, η Τουρκία, για ακόμα μια φορά, είναι πρόθυμη να μπει σε μια δύσκολη στρα­τιω­τική περι­πέ­τεια. Ωστόσο, είναι αυτο­νό­ητο ότι ανα­μέ­νει και το αντί­στοιχο αντάλ­λαγμα: Μια θέση στον ενερ­γειακό χάρτη της Ανα­το­λι­κής Μεσο­γείου.

Με βάση τα ως άνω, και λαμ­βά­νο­ντας υπ’ όψιν το τι ακριβώς συνέβη εκείνο το μακρινό καλο­καίρι του 1958, δεν είναι καθόλου απίθανο η Τουρκία να ζητήσει από το Ισραήλ να μετα­βάλ­λει την στάση του σε κάποιο άλλο μέτωπο που ενδια­φέ­ρει έντονα την τουρ­κική περι­φε­ρειακή πολι­τική. Αυτό το μέτωπο βρί­σκε­ται εδώ και μια δεκα­ε­τία στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο, με το Κυπριακό να παρα­μέ­νει άλυτο, και ακόμα περισ­σό­τερο επι­βα­ρυ­μένο, μετά την ανα­κά­λυψη των κοι­τα­σμά­των φυσικού αερίου.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν, τελικά, το πλέγμα των σχέσεων που έχει δια­μορ­φω­θεί την τελευ­ταία δεκα­ε­τία μεταξύ του ελλη­νι­κού και του ισραη­λι­νού περι­φε­ρεια­κού παρά­γο­ντα είναι τόσο ισχυρό ώστε να μπο­ρέ­σει να συγκρα­τή­σει το Ισραήλ, προ­κει­μέ­νου να σεβα­στεί τις δεσμεύ­σεις του σε σχέση με τα κυριαρ­χικά δικαιώ­ματα της Κυπρια­κής Δημο­κρα­τίας.

Εάν σε κάτι δια­φέ­ρει το μακρινό καλο­καίρι του 1958 με το φθι­νό­πωρο του 2019, είναι το εξής: Το 1958 το Ισραήλ δεν είχε να χάσει απο­λύ­τως τίποτα, υιο­θε­τώ­ντας μια στάση που δεν θα ικα­νο­ποιούσε τα τότε ελλη­νικά συμ­φέ­ρο­ντα σε σχέση με την Κύπρο –μιας και Ελλάδα και Ισραήλ δεν δια­τη­ρού­σαν πλήρεις διπλω­μα­τι­κές σχέσεις και η Αθήνα δεν έχανε ευκαι­ρία να στη­ρί­ζει ποι­κι­λο­τρό­πως τον αραβικό κόσμο. Αντι­θέ­τως, εάν το 2019 το Ισραήλ θελήσει να μετα­βά­λει τη στάση του όσον αφορά τις παρού­σες ενερ­γεια­κές ισορ­ρο­πίες στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο για να εξυ­πη­ρε­τή­σει τις μαξι­μα­λι­στι­κές απαι­τή­σεις της Άγκυρας, τότε αυτο­μά­τως ροκα­νί­ζει τα θεμέλια του ευρύ­τε­ρου ενερ­γεια­κού σχε­δια­σμού της Ανα­το­λι­κής Μεσο­γείου, ο οποίος προ­ά­γε­ται πρώτα και κύρια από την Ουά­σινγ­κτον, τις Βρυ­ξέλ­λες και το Κάιρο, ως επίσης και από τα διεθνή οικο­νο­μικά συμ­φέ­ρο­ντα που έχουν ήδη εμπλα­κεί στις ΑΟΖ του Ισραήλ, της Κύπρου και της Αιγύ­πτου.

Παρ’ όλα αυτά, σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να ανα­τρέ­ξουμε στις κατά καιρούς δηλώ­σεις των Ισραη­λι­νών αξιω­μα­τού­χων, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και του πρω­θυ­πουρ­γού Βενια­μίν Νετα­νιά­χου, όταν η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημο­κρα­τία και το Ισραήλ άρχιζαν να πορεύ­ο­νται μαζί δειλά-δειλά στα θολά νερά του ενερ­γεια­κού χάρτη της Ανα­το­λι­κής Μεσο­γείου. Μετά από το ισχυρό ρήγμα που είχε επέλθει στις σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας από το περι­στα­τικό του πλοίου Mavi Marmara, και κατά τις πρώτες διμε­ρείς και τρι­με­ρείς ανε­πί­ση­μες ή μη συνα­ντή­σεις Ισραη­λι­νών, Ελλήνων και Κυπρίων αξιω­μα­τού­χων, η ισραη­λινή πλευρά τόνιζε με έμφαση ότι η τρι­με­ρής συνερ­γα­σία στον τομέα της ενέρ­γειας δεν στρε­φό­ταν ενα­ντίον «καμίας άλλης τρίτης χώρας», υπο­νο­ώ­ντας την Τουρκία.

Δεν πρέπει, επίσης, να λησμο­νούμε τις χαρα­κτη­ρι­στι­κές δηλώ­σεις του τότε εν ζωή Ισραη­λι­νού Προ­έ­δρου, Σιμόν Πέρες, ο οποίος είχε εκφρά­σει επα­νει­λημ­μένα την άποψη ότι «άλλη είναι η φύση της συνερ­γα­σίας του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα, και άλλη θα πρέπει να είναι η φύση της συνερ­γα­σίας του Ισραήλ με την Τουρκία», θέλο­ντας προ­φα­νώς να δια­χω­ρί­σει ποιο­τικά και γεω­γρα­φικά το πλαίσιο συνερ­γα­σίας που επι­θυ­μούσε να προ­ω­θή­σει η χώρα του με τον ελλη­νικό και τον τουρ­κικό παρά­γο­ντα αντί­στοιχα.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΛΑ

Από τα ως άνω γίνεται αντι­λη­πτό ότι, υπό ιδα­νι­κές συν­θή­κες, το Ισραήλ θα ήθελε να επι­κε­ντρώ­σει το ζήτημα της ενερ­γεια­κής του ασφά­λειας και της καλ­λιέρ­γειας ομαλών σχέσεων με την ΕΕ και τις ευρω­παϊ­κές αγορές εν γένει, αξιο­ποιώ­ντας τις σχέσεις του με την Ελλάδα και τη μόνη νόμιμη κυβέρ­νηση της Κύπρου, δηλαδή την Κυπριακή Δημο­κρα­τία. Παράλ­ληλα, όμως, και πάντοτε υπό ιδα­νι­κές συν­θή­κες, το Ισραήλ δεν θα ήθελε να απο­λέ­σει τον ανα­ντι­κα­τά­στατο ρόλο που προ­σφέ­ρει το «μαξι­λάρι ασφα­λείας» της Τουρ­κίας, προ­κει­μέ­νου να πάψει να νιώθει ευάλωτο από τον μόνιμο εξ Ανα­το­λών κίνδυνο –δηλαδή το Ιράν και την παρου­σία του στην Συρία και στον Νότιο Λίβανο.

Δυστυ­χώς, οι ως άνω ιδεατές συν­θή­κες που το Ισραήλ θα ήθελε να απο­τε­λούν την πραγ­μα­τι­κό­τητα, απο­δει­κνύ­ο­νται ανέ­φι­κτες. Ο τετρα­γω­νι­σμός του κύκλου των ελλη­νο­τουρ­κι­κών σχέσεων απο­τε­λεί ένα εγχεί­ρημα υπεράνω των δυνα­το­τή­των της ισραη­λι­νής διπλω­μα­τίας. Και ένα πρώτο δείγμα του τι επρό­κειτο να επα­κο­λου­θή­σει είχε δια­φα­νεί από εκείνην την συμ­βο­λική θεα­μα­τική δημόσια επίθεση που εξα­πέ­λυσε ο πρό­ε­δρος της Τουρ­κίας, Ταγίπ Ερντο­γάν, κατά του τότε προ­έ­δρου του Ισραήλ, Σιμόν Πέρες, στο διεθνές οικο­νο­μικό φόρουμ του Νταβός στις 29 Ιανουα­ρίου του 2009 με αφορμή την κατά­σταση στην Γάζα. Ήταν η πρώτη εκδή­λωση του φιλο-αραβικού χαρτιού που η Τουρκία καλείτο να παίξει για ακόμα μια φορά, ύστερα από την Κρίση του Σουέζ το 1956.

MONIKA FLUECKIGER / REUTERS
Ο πρω­θυ­πουρ­γός της Τουρ­κίας Ταγίπ Ερντο­γάν (κέντρο) απο­χω­ρεί θυμω­μέ­νος από την συνά­ντηση με τον David Ignatius (αρι­στερά) της Washington Post, τον πρόεδρο του Ισραήλ Σιμόν Πέρες (3ος δεξιά), τον γενικό γραμ­μα­τέα των Ηνω­μέ­νων Εθνών, Μπαν Κι Μουν (2ος δεξιά) και τον γενικό γραμ­μα­τέα του Συν­δέ­σμου των Αρα­βι­κών Χωρών, Amr Moussa, (δεξιά) στο Παγκό­σμιο Οικο­νο­μικό Φόρουμ (WEF) στο Νταβός 29 Ιανουα­ρίου 2009.

Όπως το 1958 η Άγκυρα εισέ­πραξε, δια χειρός Ισραήλ, τα διπλω­μα­τικά οφέλη που επε­δί­ωκε στο Κυπριακό,εκτι­μά­ται ότι το ίδιο ακριβώς θα προ­σπα­θή­σει να επι­τύ­χει το 2019 ή τους αμέσως προ­σε­χείς μήνες, εφόσον ο ρους των γεγο­νό­των το επι­τρέ­ψει.

Τώρα, λοιπόν, αυτό που απο­μέ­νει να απο­δει­χθεί είναι κατά πόσον γερές είναι οι βάσεις της τρι­με­ρούς περι­φε­ρεια­κής συνερ­γα­σίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου τι ακριβώς σήμαι­ναν οι καθ’ όλα καθη­συ­χα­στι­κές δηλώ­σεις του υπουρ­γού Εξω­τε­ρι­κών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, στην Αθήνα, παρα­μο­νές της απο­χώ­ρη­σης των αμε­ρι­κα­νι­κών δυνά­μεων από την Βόρειο Συρία.

 

Ανα­δη­μο­σί­ευση από την ελλη­νική έκδοση του Foreign Affairs

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.