ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

O κ. Mιχάλης, ένας μποέμ, που κάποτε γλεντούσε τη ζωή και σήμερα δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τον καφέ του, εξομολογείται…

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
ηλικιωμένος

Ο κύ­ριος Μι­χά­λης, πριν από με­ρι­κά χρό­νια πήρε την με­γά­λη από­φα­ση να κλεί­σει το μα­γα­ζί του, ένα μα­γα­ζί που δια­τη­ρού­σε επί πολλά χρό­νια σε κε­ντρι­κό ση­μείο της Ρόδου.Σή­με­ρα, με συ­νέ­ντευ­ξή του στην «δη­μο­κρα­τι­κή» κάνει απο­λο­γι­σμό ζωής, μιλά για τα χρό­νια του τότε και το σή­με­ρα, εκ­φρά­ζει την πίκρα μια ολό­κλη­ρης γε­νιάς που όταν ήρθε η ώρα για την σύ­ντα­ξη πλή­ρω­σε ακρι­βά το μάρ­μα­ρο της ευ­η­με­ρί­ας, και κρύ­βει το πρό­σω­πό του, για να μην κα­τα­λά­βουν φίλοι και πα­λιοί πε­λά­τες πως ο άλ­λο­τε μποέμ που γλε­ντού­σε τη ζωή, σή­με­ρα δεν μπο­ρεί να πλη­ρώ­σει ούτε τον καφέ του στο κα­φε­νείο.

Λέει πως η Ρόδος, έγινε η «κου­ρε­λού» της Ελ­λά­δας που δέ­χε­ται κάθε κα­ρυ­διάς κα­ρύ­δι τα κα­λο­καί­ρια, όταν κά­πο­τε είχε όλα εκεί­να τα προ­σό­ντα να προ­σελ­κύ­ει οι­κο­νο­μι­κά εύ­ρω­στους του­ρί­στες, που άφη­ναν χρή­μα­τα στην το­πι­κή αγορά και γυ­ρί­ζει το χρόνο πίσω, όταν γνώ­ρι­ζε τους πε­λά­τες με τα μικρά τους ονό­μα­τα, τότε που τα «τε­φτέ­ρια» δεν είχαν αντι­κα­τα­στα­θεί ακόμα από τις πι­στω­τι­κές κάρ­τες και που οι «κα­λη­μέ­ρες» ήταν ει­λι­κρι­νείς και από καρ­διάς…

• Κύριε Μι­χά­λη πώς πή­ρα­τε την απο­φα­σί­σα­τε να κλεί­σε­τε το μα­γα­ζί;

Πριν από με­ρι­κά χρό­νια πήρα την από­φα­ση. Είπα ή θα το κλεί­σεις ή θα σε κλεί­σει αυτό στον τάφο!

• Βαριά κου­βέ­ντα.

Βαριά αλλά είναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κά­πο­τε είχα αυτό το μα­γα­ζί, είχα και υπαλ­λή­λους – τους είχα κοντά μου αρ­κε­τά χρό­νια- αλλά με αυτή την κα­τά­στα­ση, έφτα­σε ώρα που δεν μπο­ρού­σα να τους πλη­ρώ­σω. Κάθε χρόνο όλο και χει­ρό­τε­ρα. Από εκεί που ήμα­σταν νοι­κο­κυ­ραί­οι, όχι πλού­σιοι, αλλά βγά­ζα­με πέρα τις υπο­χρε­ώ­σεις μας, ήρθε η ώρα που με­τρά­με τα ευρώ για να δούμε αν φτά­νουν να πά­ρου­με τα φάρ­μα­κά μας. Αν φτά­νουν… έχει ο Θεός.

• Αν δεν φτά­νουν;

Πάλι έχει ο Θεός…

• Εχει έρθει μήνας δη­λα­δή, που δεν μπο­ρέ­σα­τε να πά­ρε­τε τα φάρ­μα­κά σας;

Εχει έρθει μήνας που έκοβα τα χάπια μου στη μέση, κι έπαιρ­να τη μισή δόση για να με φτά­σουν και για τον επό­με­νο μήνα.

• Θέ­το­ντας σε κίν­δυ­νο την υγεία σας.

Ναι, αλλά έπρε­πε να δια­λέ­ξω αν θα φάω ή αν θα έχω φάρ­μα­κα. Διά­λε­ξα λοι­πόν, λίγο φα­γη­τό και μισή δόση. Μετά από τόσα χρό­νια αγώνα και δου­λειάς, έφτα­σε αυτή η ώρα που έπρε­πε να δια­λέ­ξω αν θα βάλει η γυ­ναί­κα μου κα­τσα­ρό­λα στη φωτιά ή θα πάρω τα φάρ­μα­κα για την καρ­διά, την πίεση και την χο­λη­στε­ρί­νη. Με τόσα βά­σα­να και τόσες στε­νο­χώ­ριες, όλα με βρή­καν. Να ξέ­ρεις, ότι οι αρ­ρώ­στιες όλες από τη στε­νο­χώ­ρια προ­έρ­χο­νται.

• Η σύ­ζυ­γος, παίρ­νει σύ­ντα­ξη;

Η σύ­ζυ­γος παίρ­νει μια μικρή σύ­ντα­ξη κι εκεί­νη που μέχρι να φτά­σει από την Τρά­πε­ζα στο σπίτι, έχει ήδη πάει στις υπο­χρε­ώ­σεις. Δεν είναι μόνο το φα­γη­τό, είναι το ρεύμα, είναι το τη­λέ­φω­νο, είναι το νερό… Τι να λέμε κο­ρί­τσι μου, αλ­λιώς φα­ντα­ζό­μα­σταν την ζωή μας όταν θα βγαί­να­με στη σύ­ντα­ξη, κι αλ­λιώς είναι τώρα.

• Πώς πή­ρα­τε την από­φα­ση να κλεί­σε­τε το μα­γα­ζί;

Δεν έβγαι­νε πια το μα­γα­ζί. Χρέη πάνω στα χρέη… Ερ­χό­ταν ο λο­γι­στής και κάθε φορά που τον έβλε­πα με τα βι­βλία με έπια­νε το σύ­γκρυο, τι θα ακού­σω πάλι. Κάθε μήνα και πε­ρισ­σό­τε­ρα, κάθε μήνα και πιο πολλά χρέη. Φόροι από ΄δω, φόροι από ΄κει, έφτα­σα σε ένα ση­μείο να δίνω πε­ρισ­σό­τε­ρα στο κρά­τος απ΄ό­τι μου έμε­ναν για να ζήσω.

Το στρι­φο­γυρ­νού­σα στο μυαλό μου καιρό, αλλά πώς παίρ­νεις την από­φα­ση να τρα­βή­ξεις την πόρτα; Δεν την παίρ­νεις εύ­κο­λα κο­ρί­τσι μου. Εχασα τον ύπνο μου.

Τα χρέη όλο και αυ­ξά­νο­νταν και από έσοδα, άστα μην τα συ­ζη­τάς. Δεν είναι η Ρόδος αυτή που ξέ­ρα­με εμείς. Που οι άν­θρω­ποι έμπαι­ναν στο μα­γα­ζί σου το πρωί με το χα­μό­γε­λο, με την κα­λη­μέ­ρα, με την καλή κου­βέ­ντα στο στόμα, που ανταλ­λάσ­σα­με δυο κου­βέ­ντες…

Τώρα ο κό­σμος είναι βια­στι­κός, είναι αγ­χω­μέ­νος, σκέ­φτε­ται πώς θα τα βγά­λει πέρα. Μπο­ρείς να αδι­κή­σεις τον κόσμο, που πάει όπου είναι φθη­νό­τε­ρα; Αφού δεν έχει λεφτά. Πού θα πάει; Εκεί που μπο­ρεί να αγο­ρά­σει φθη­νό­τε­ρα. Και πού μπο­ρεί να αγο­ρά­σει φθη­νό­τε­ρα, εκεί που γί­νο­νται με­γά­λες πα­ραγ­γε­λί­ες. Και πού γί­νο­νται με­γά­λες πα­ραγ­γε­λί­ες;

Στα με­γά­λα μα­γα­ζιά. Εμείς, συ­νοι­κια­κό μα­γα­ζί και τσίμα-τσίμα, πώς θα συ­να­γω­νι­στού­με αυτά τα θηρία; Μήτε τις ίδιες τιμές μπο­ρού­σα­με να έχου­με μήτε τους ίδιους πε­λά­τες.

Παλιά, η αγορά της Ρόδου βα­στιό­ταν από Ρο­δί­τες μα­γα­ζά­το­ρες, τώρα λίγοι είναι αυτοί που κρα­τά­νε ακόμα τα μα­γα­ζιά τους. Αμα θα κά­με­τε μια βόλτα θα δείτε και μόνοι σας, πως λίγοι Ρο­δί­τες έχουν μα­γα­ζιά στη Ρόδο και σιγά σιγά θα φύ­γουν κι αυτοί.

Πες μου ένα παι­χνι­δά­δι­κο που έχει μεί­νει ανοι­χτό στη Ρόδο. Κα­νέ­να. Πες μου ένα μα­γα­ζί με είδη προι­κός ρο­δί­τι­κο που να αντέ­χει. Κα­νέ­να.

• Θυ­μά­στε την τε­λευ­ταία ημέρα που λει­τουρ­γή­σα­τε το μα­γα­ζί;

Πώς δεν τη θυ­μά­μαι κο­ρί­τσι μου… Ξε­χνιέ­ται; Μπήκα μέσα από το πρωί και τρέ­χα­νε τα μάτια μου. Όλα τα χρό­νια περ­νού­σαν από μπρο­στά μου, ο κό­σμος που μπαι­νό­βγαι­νε παλιά, οι κα­λη­μέ­ρες, τα χα­μό­γε­λα, οι χαρές των πε­λα­τών που αγό­ρα­ζαν προι­κιά… Οι χαρές τους ήταν και δικές μας χαρές, δεν ήταν τότε όπως σή­με­ρα. Ξέ­ρα­με του πε­λά­τες με τα μικρά τους ονό­μα­τα. Εβα­ζαν δό­σεις κι άλλοι έρ­χο­νταν στην αρχή κάθε εβδο­μά­δας, κι άλλοι κάθε μήνα. Ανα­λό­γως πότε πλη­ρώ­νο­νταν. Άλλες επο­χές.

Τότε, τα «γα­λό­νια» του καλού εμπό­ρου, ήταν να είναι έντι­μος.

Ο τί­μιος έμπο­ρος έφερ­νε και καλό εμπό­ρευ­μα για τους πε­λά­τες του… Υπήρ­χε εμπι­στο­σύ­νη. Να, αυτά θυ­μό­μουν εκεί­νη την ημέρα. Τις χαρές που ζή­σα­με και πώς μετά από τόσα χρό­νια έφευ­γα από το μα­γα­ζί μου με κα­τε­βα­σμέ­νο κε­φά­λι.

Λι­γό­στε­ψε ο κό­σμος, λι­γό­στε­ψαν οι δου­λειές. Κάθε που ξε­κάρ­φω­να ένα καρφί από τον τοίχο για να κα­τε­βά­σω τα ράφια, λες και το καρφί αυτό έμπαι­νε στην καρ­διά μου. Στε­νά­χω­ρα πράγ­μα­τα. Ακόμα ξυ­πνάω πολ­λές φορές, και νο­μί­ζω ότι θα ετοι­μα­στώ να πάω να ανοί­ξω το μα­γα­ζί. Αλλά αυτή είναι η δύ­να­μη της συ­νή­θειας.

• Να τολ­μή­σω να ρω­τή­σω γιατί δεν θέ­λε­τε να φανεί το πρό­σω­πό σας;

Γιατί να φανεί; Για να με δουν πα­λιοί πε­λά­τες μου, πα­λιοί φίλοι και να με λυ­πη­θούν; Εγώ και η σύ­ζυ­γός μου, ήμα­σταν κοι­νω­νι­κοί άν­θρω­ποι, βγαί­να­με έξω με τις πα­ρέ­ες μας, γλε­ντού­σα­με τη ζωή μας.  Και σή­με­ρα, με­τρά­με κέρ­μα­τα κο­ρί­τσι μου.

Εχου­με δύο παι­διά, και τα δύο παι­διά έφυ­γαν έξω, να βρουν κα­λύ­τε­ρη τύχη. Ευ­τυ­χώς που έφυ­γαν. Ο ένας πα­ντρεύ­τη­κε ο άλλος ακόμα. Κα­νέ­νας από τους δυο δεν θέλει να γυ­ρί­σει. Μας ρω­τά­νε πώς περ­νά­με, μια χαρά λέμε. Τι να πούμε στα παι­διά… Όχι ότι δεν κα­τα­λα­βαί­νουν, αλί­μο­νο. Μας στέλ­νουν χρή­μα­τα και έτσι κάπως τα βγά­ζου­με πέρα. Τι να δείξω το πρό­σω­πό μου; Κά­πο­τε βοη­θού­σα εγώ τους φί­λους μου και σή­με­ρα ντρέ­πο­μαι να πάω μέχρι το κα­φε­νείο, όχι γιατί δεν έχω να τους κε­ρά­σω αλλά γιατί δεν έχω να πλη­ρώ­σω ούτε τον καφέ μου. Τι να πω… Ποιος φταί­ει, τι φταί­ει και φτά­σα­με ως εδώ δεν ξέρω. Κρά­τος είναι αυτό; Που δεν μπο­ρεί να μας δώσει τα λεφτά μας πίσω; Αυτά που πλη­ρώ­να­με τόσα χρό­νια, δεν θέ­λου­με άλλα. Τα λεφτά που δώ­σα­με στο κρά­τος πού πήγαν; Φόροι, ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές… Πού πήγαν αυτά τα λεφτά; Ποια δω­ρε­άν υγεία, που άμα πούμε να πάμε στους για­τρούς θα πρέ­πει να κό­ψου­με από το φα­γη­τό; Αυτή είναι η κα­τά­στα­ση. Να δουν επι­τέ­λους λίγο και τους συ­ντα­ξιού­χους, που φτά­σα­με σε αυτή την ηλι­κία για να στε­ρη­θού­με όσα δεν στε­ρη­θή­κα­με σε όλη μας την ζωή. Ντρέ­πο­μαι.

• Γιατί λέτε ότι ντρέ­πε­στε;

Για όλα αυτά που ζω σή­με­ρα. Δεν έζη­σες εσύ κο­ρί­τσι μου, την εποχή εκεί­νη που η Ρόδος με­σου­ρα­νού­σε. Που είχε ποιό­τη­τα, που είχε ταυ­τό­τη­τα, που ξε­χώ­ρι­ζε από την υπό­λοι­πη Ελ­λά­δα. Σή­με­ρα δεν υπάρ­χει αυτό. Τι είναι σή­με­ρα η Ρόδος; Νησί με ταυ­τό­τη­τα με­γα­λού­πο­λης, αυτό είναι.

• Εσείς ζή­σα­τε τη Ρόδο μιας άλλης επο­χής και είναι δύ­σκο­λο να προ­σαρ­μο­στεί­τε στο σή­με­ρα.

Θέ­λεις και δεν θέ­λεις προ­σαρ­μό­ζε­σαι. Αλλά αν μου έλε­γαν πριν από με­ρι­κά χρό­νια, ότι η Ρόδος θα έφτα­νε να γίνει «κου­ρε­λού» της Ελ­λά­δας και να δέ­χε­ται κάθε κα­ρυ­διάς κα­ρύ­δι, δεν θα το πί­στευα. Στο δικό μου μα­γα­ζί έμπαι­ναν κά­πο­τε πε­λά­τες που έρ­χο­νταν για δια­κο­πές στο νησί και γέ­μι­ζαν τις βα­λί­τσες τους με σε­ντό­νια, υφά­σμα­τα, τρα­πε­ζο­μά­ντη­λα και ερ­γό­χει­ρα της κα­λύ­τε­ρης ποιό­τη­τας. Και του χρό­νου που ξα­νάρ­χο­νταν, πάλι ξα­να­γέ­μι­ζαν τις βα­λί­τσες τους γιατί τους ένοια­ζε η ποιό­τη­τα, την με­τρού­σαν. Οι του­ρί­στες που έρ­χο­νται σή­με­ρα, δεν αγο­ρά­ζουν ούτε φλι­τζα­νά­κι. Πώς να βα­στή­ξουν τα μα­γα­ζιά όρθια αυτοί οι του­ρί­στες; Δεν το βλέ­πουν αυτοί που πρέ­πει ότι πάμε κατά δια­ό­λου; Και καλά εμείς, κου­τσά στρα­βά τη φά­γα­με τη ζωή μας. Εσείς, οι πιο νέοι τι θα κά­με­τε; Αυτό λέω και στα παι­διά μου. Κά­τσε­τε εκεί που είστε, τους λέω, η Ελ­λα­δί­τσα μας αγκο­μα­χά. Μήπως εγώ δεν θέλω τα παι­διά μου κοντά μου; Και ποιος γο­νιός είναι εκεί­νος που δεν τα θέλει; Αλλά γιατί να έρ­θουν να τυ­ραν­νιού­νται κι αυτά; Ισως σε με­ρι­κά χρό­νια τα πράγ­μα­τα να είναι κα­λύ­τε­ρα, έτσι εύ­χο­μαι. Λέω καμιά φορά στη γυ­ναί­κα μου να μην στε­νο­χω­ρά­ται, γιατί ζή­σα­με καλά, άλλο που σή­με­ρα μάλ­λον φτω­χοί εί­μα­στε. Ας είναι κι έτσι. Αλλά αλί­μο­νο στην γενιά εκεί­νη που θα ση­κώ­σει στις πλά­τες της όλα τα βάρη για να ξα­να­γί­νει η Ελ­λά­δα μας αυτή που πρέ­πει… Για ΄μας, έχει ο Θεός.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

  • Νικος  /  05.08.2019 09:29

    Αντε ψόφα ρε μακακα …

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.