ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Xειροτονία του νέου Επισκόπου Στρατονικείας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
χειροτονία
Μέγεθος γραμμάτων

Με την αρ­μό­ζου­σα εκ­κλη­σια­στι­κή τάξη, βυ­ζα­ντι­νή με­γα­λο­πρέ­πεια και Πα­τριαρ­χι­κό τυ­πι­κό, τε­λέ­στη­κε την Τρίτη 27 Δε­κεμ­βρί­ου 2016, η εις Επί­σκο­πον Χει­ρο­το­νία του Ιε­ρο­κή­ρυ­κα της Ιεράς Μη­τρο­πό­λε­ως Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας κ. Στε­φά­νου, από τον Σε­βα­σμιώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας κ. Πα­ΐσιο, στον Ιερό Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Ναό «Ευαγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου» στην Λέρο.

Στην Χει­ρο­το­νία του Εψη­φι­σμέ­νου, συλ­λει­τούρ­γη­σαν οι Σε­βα­σμιώ­τα­τοι Μη­τρο­πο­λί­τες Προι­κον­νή­σου κ. Ιωσήφ, Ρόδου κ. Κύ­ριλ­λος και Αδρια­νου­πό­λε­ως κ. Αμ­φι­λό­χιος.

Στην χει­ρο­το­νία του νέου Επι­σκό­που Στρα­το­νι­κεί­ας πα­ρέ­στη­σαν οι το­πι­κές πο­λι­τι­κές και στρα­τιω­τι­κές Αρχές, καθώς και σύ­μπα­σα η το­πι­κή κοι­νω­νία της Λέρου.

Πριν την από­λυ­ση της Θείας Λει­τουρ­γί­ας ομί­λη­σε ο Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­της Προι­κον­νή­σου κ. Ιωσήφ, όπου με­τα­ξύ άλλων με­τέ­φε­ρε τας εγκαρ­δί­ους Πα­τριαρ­χι­κά­ςευ­χάς και ευ­λο­γί­ας του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριάρ­χου κ.κ.Βαρ­θο­λο­μαί­ου, της Αγίας και Ιεράς Συ­νό­δου, και ευ­χή­θη­κε τα κρά­τι­στα.

Στην συ­νέ­χεια έλαβε τον λόγο ο Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­της Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­α­ςκ.Πα­ΐσιος, ο οποί­ος απευ­θυ­νό­με­νος προς τον κλήρο και τον λαό της νήσου και Επαρ­χί­ας, ευ­χα­ρί­στη­σε τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριάρ­χη κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίο δια την εκλο­γή του βοη­θού Επι­σκό­που, και με­τέ­φε­ρε τας Πα­τριαρ­χι­κά­ςευ­χάς και ευ­λο­γί­ας στον χει­ρο­το­νού­με­νο. Συ­νε­χά­ρη και προ­σε­φώ­νη­σε τον νέο Θε­ο­φι­λέ­στα­το Επί­σκο­πο Στρα­το­νι­κεί­ας κ. Στέ­φα­νο, λέ­γο­ντας:

 

ΠΡΟ­ΣΦΩ­ΝΗ­ΣΙΣ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙ­ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΗ ΧΕΙ­ΡΟ­ΤΟ­ΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦ. ΕΠΙ­ΣΚΟ­ΠΟΥ ΣΤΡΑ­ΤΟ­ΝΙ­ΚΕΙΑΣ

 

«Πε­ντη­κο­στή­νε­ορ­τά­ζο­μεν και Πνεύ­μα­τος επι­δη­μί­αν, και προ­θε­σμί­ας επαγ­γε­λί­ας και ελ­πί­δος συ­μπλή­ρω­σιν. Και το μυ­στή­ριον όσον ! Ως μέγα τε και σε­βά­σμιον».

Ω !  Πόσο μέγα είναι το μυ­στή­ριον της του Αγίου Πνεύ­μα­τος επι­δη­μί­ας. Πόσο μέγα και πόσο αξιο­σέ­βα­στο.

Σε­βα­σμιώ­τα­τοι, Άγιοι Αρ­χιε­ρείς, Τί­μιον­Πρε­σβυ­τέ­ριον, Χρι­στού Δια­κο­νία, Άρ­χο­ντες,  Φι­λό­χρη­στε και Πε­ριού­σιε Λαέ της Ιεράς Μη­τρο­πό­λε­ως Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας. Τα σύ­μπα­ντα σή­με­ρον χαράς πλη­ρού­νται Χρι­στός ετέ­χθη εκ της Παρ­θέ­νου -. Και η το­πι­κή Εκ­κλη­σία, εν Πνεύ­μα­τιΑ­γίω, συ­νελ­θού­σα σή­με­ρα ψάλ­λει – με χαρά και αγαλ­λί­α­ση «πάντα χο­ρη­γεί το πνεύ­μα το άγιον, βρύει προ­φη­τεί­ας, ιε­ρέ­ας τε­λειοί, αγραμ­μά­τους σοφία, εδί­δα­ξεν, αλιείς θε­ο­λό­γους ανέ­δει­ξεν, όλον συ­γκρο­τεί τον δε­σμόν της Εκ­κλη­σί­ας, Ομο­ού­σιε και ομό­δο­ξε, τω Πατρί και τω Υιώ, Πα­ρά­κλη­τε, δόξα σοι».

Το Πνεύ­μα το Άγιον, που κατά τον Άγιον Γρη­γό­ριον τον Θε­ο­λό­γον, υπήρ­χε μεν πά­ντο­τε και υπάρ­χει, και δεν έλαβε ποτέ αρχή, ούτε θα έλθει και­ρός που θα παύ­σει να υπάρ­χει, αλλά ευ­ρί­σκε­ται πά­ντο­τε στην ίδια θέση με τον Πα­τέ­ρα και το Υιό και συ­νυ­πο­λο­γί­ζε­ται μαζί τους – τω Πατρί και Υιώ αεί συ­ντε­ταγ­μέ­νον και συ­να­ριθ­μού­με­νον-.

Το Πνεύ­μα το Άγιον με­τα­λαμ­βα­νό­με­νον και όχι με­τα­λαμ­βά­νον, τε­λειο­ποιούν και όχι τε­λειο­ποιού­με­νον, συ­μπλη­ρούν και όχι συ­μπλη­ρού­με­νον, αγιά­ζον και όχι αγια­ζό­με­νον, θε­ο­ποιούν και όχι θε­ο­ποιού­με­νον, το ίδιο πά­ντο­τε και προς τον εαυ­τόν του και προς εκεί­νους με τους οποί­ους έχει συ­ντα­χθεί, αό­ρα­το, άχρο­νο, μη δυ­νά­με­νο να πε­ριο­ρι­στεί, αμε­τά­βλη­το, χωρίς ποιό­τη­τα, χωρίς πο­σό­τη­τα, χωρίς μορφή, μη δυ­νά­με­νο να ψη­λα­φη­θεί, κι­νού­με­νο αφ’ εαυ­τού, αει­κί­νη­τον, αυ­τε­ξού­σιο, αυ­το­δύ­να­μο, πα­ντο­δύ­να­μο, ζωή η οποία ζω­ο­ποιεί, φώς και δότης φωτός, το ίδιον αγαθό και πηγή αγα­θό­τη­τος.

Πνεύ­μα ει­λι­κρι­νές, κυ­ριαρ­χι­κό, κύριο, απο­στέλ­λον, απο­χω­ρί­ζον, δη­μιουρ­γούν ναό δια τον εαυ­τόν του, κα­θο­δη­γούν, πράτ­τον  κατά βού­λη­ση, δια­νέ­μον τα χα­ρί­σμα­τα.

Πνεύ­μα υιο­θε­σί­ας, Πνεύ­μα αλη­θεί­ας, Πνεύ­μα συ­νέ­σε­ως, Πνεύ­μα γνώ­σε­ως, Πνεύ­μα  ευ­σε­βεί­ας, Πνεύ­μα θε­λή­σε­ως, Πνεύ­μα δυ­νά­με­ως, δι’ αυτού γί­νε­ται γνω­στός ο Πατήρ, και δο­ξά­ζε­ται ο Υιός, μία πί­στις, μία λα­τρεία, μία προ­σκή­νη­σις, μία δύ­να­μις, μία  τε­λεί­ω­σις, ένας αγια­σμός, της  Αγίας Τριά­δος.

Δια ποίο λόγο όμως πρέ­πει να μα­κρη­γο­ρώ ; Όλα όσα έχει ο Πατήρ ανή­κουν και στον Υιό, εκτός από τή­να­γεν­νη­σί­αν. Όλα όσα έχει ο Υιός ανή­κουν και στο Πνεύ­μα, εκτός από την γέν­νη­ση.

Αυτό το Άγιο Πνεύ­μα, το ευθές, το ηγε­μο­νι­κό, που συ­γκρο­τεί τον δεσμό της Μίας Αγίας Κα­θο­λι­κής και Απο­στο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας, επι­νεύ­σει Πα­τρι­κή της Αυτού Θειο­τά­τη­ςΠα­να­γιό­τη­τος, του Αυ­θέ­ντου και Δε­σπό­του του Οι­κου­με­νι­κού  ημών Πα­τριάρ­χου κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ου, και ψή­φοι­ςκα­νο­νι­καίς των συ­γκρο­τού­ντων την περ’ Αυτήν Αγίαν και Ιε­ράν­Σύ­νο­δον, Σεβ­σμιω­τά­των Αγίων Αρ­χιε­ρέ­ων του Οι­κου­με­νι­κού Θρό­νου,  σ’ εξέ­λε­ξε  παμ­ψη­φεί, βοηθό Επί­σκο­πο της τα­πει­νό­τη­τός μου, υπό τον τί­τλον της πάλαι ποτέ δια­λαμ­ψά­σης επι­σκο­πής Στρα­το­νι­κεί­ας.

 Θε­ο­φι­λέ­στα­τε,

Και νύν την αγία αυτή ημέρα την με­γά­λη και φω­ταυ­γή, κατά την οποία «ο Σαρ­κω­θείς εκ Πνεύ­μα­τος Αγίου, και εκ της αει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας εναν­θρω­πή­σας Υιός και Λόγος του Θεού Πα­τρός», η Τα­πει­νό­της μου, οι Συλ­λει­τουρ­γοί και φίλ­τα­τοι εν Χρι­στώ Άγιοι Αρ­χιε­ρείς, Προι­κον­νή­σου κ. Ιωσήφ, Ρόδου κ. Κύ­ριλ­λος, Αδρια­νου­πό­λε­ως κ. Αμ­φι­λό­χιος, ο Ιερός Κλή­ρος, οι Άρ­χο­ντες και σύ­μπα­σα η το­πι­κή  Εκ­κλη­σία συ­νελ­θού­σα – εν μυ­στη­ρια­κή συ­νά­ξει – στον Ναό της Θε­ο­τό­κου και Αει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας, ένθα άπα­ντες ευ­χη­θή­κα­με και προ­σευ­χη­θή­κα­με, εν ενί­στό­μα­τι και μιά καρ­δία, όπως η Χάρις του Πα­να­γί­ου και Ζω­αρ­χι­κού και Τε­λε­ταρ­χι­κού Πνεύ­μα­τος κατά την ση­με­ρι­νή προ­σω­πι­κή σου πε­ντη­κο­στή  επι­σκιά­σει επί σε και σε πε­ρι­λού­σει στο δι­η­νε­κές με την ευ­λο­γία Του και φα­νείς άξιος της κλί­σε­ως – της κλή­σε­ως και της απο­στο­λής σου εν τη  Εκ­κλη­σία, του Πρώ­του και Με­γά­λου Αρ­χιε­ρέ­ως Χρι­στού, την μόνη πηγή σω­τη­ρί­ας του κατ’ ει­κό­να καί καθ’ ομοί­ω­σιν Θεού πλα­σθέ­ντος αν­θρώ­που.

Η Αγία και Με­γά­λη Σύ­νο­δος, εν Κρήτη συ­νελ­θού­σα πρό­τρυ­τα, εν Αγί­ω­Πνεύ­μα­τι, υπό την Προ­ε­δρεία του Πρώ­του Αρ­χι­θύ­του, της κατ’ Ανα­το­λάς Ορ­θο­δό­ξου και αδιαι­ρέ­του, Μίας, Αγίας, Κα­θο­λι­κής και Απο­στο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας, του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριάρ­χου κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ου, απε­φάν­θη ότι, η Εκ­κλη­σία ως Σώμα του  σαρ­κω­θέ­ντος Θεού Λόγου, είναι η ζώσα Εκ­κλη­σία, είναι η ζώσα  «πα­ρου­σία», το ση­μεί­ον και η εικών της Βα­σι­λεί­ας του Τρια­δι­κού Θεού εν τη ιστο­ρία ευαγ­γε­λι­ζο­μέ­νη «και­νήν­κτί­σιν», «και­νούς ου­ρα­νούς και γήν­και­νήν………εν  οι­ςδι­καιο­σύ­νην κα­τοι­κεί».

Εμπνε­ο­μέ­νη, διαρ­κώς από την προσ­δο­κία και την πρό­γευ­ση αυτής της Βα­σι­λεί­ας του Θεού, η Εκ­κλη­σία δεν αδια­φο­ρεί δια τα προ­βλή­μα­τα του αν­θρώ­που της εκά­στο­τε επο­χής, αλλά αντι­θέ­τως συμ­με­τέ­χει στην αγω­νία και τα υπαρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τά του,    αί­ρου­σα, όπως ο Κύ­ριός Της, την οδύνη και τις πλη­γές, τις οποί­ες προ­κα­λεί το κακό στον κόσμο και επι­χέ­ου­σα, ως ο καλός Σα­μα­ρεί­της, έλαιο και οίνο στα τραύ­μα­τα αυτού, δια του λόγου «της υπο­μο­νής και πα­ρα­κλή­σε­ως» και δια της εμπρά­κτου αγά­πης, η οποία κατά Από­στο­λον­Παύ­λον, η αγάπη μα­κρο­θυ­μεί, χρη­στεύ­ε­ται,  συγ­χαί­ρει τη αλη­θεία, πάντα στέ­γει, πάντα πι­στεύ­ει, πάντα ελ­πί­ζει, πάντα υπο­μέ­νει. Η αγάπη ου­δέ­πο­τε εκ­πί­πτει».

Αυτή την Εκ­κλη­σία του Θε­αν­θρώ­που Ιησού, και τα πιστά τέκνα αυτής της Εκ­κλη­σί­ας, της Εκ­κλη­σί­ας της αγά­πης, κα­λεί­σαι να δια­κο­νή­σεις από τούδε, ως ο καλός Σα­μα­ρεί­της, Θε­ο­φι­λέ­στα­τε Άγιε Στρα­το­νι­κεί­ας και αγα­πη­τέ εν Χρι­στώ αδελ­φέ κε Στέ­φα­νε, τύπος γε­νό­με­νος του Αρ­χι­ποί­με­νος Χρι­στού.

Οι Άγιοι Από­στο­λοι έλε­γαν ότι, ημείς «αγα­πώ­μεν εν αλη­θεία και συγ­χρό­νως «αλη­θεύ­ο­μεν εν αγάπη». Δεν διε­χώ­ρι­σαν ποτέ την αγάπη από την αλή­θεια. Διε­κή­ρυ­ξαν σε όλους τους τό­νους ότι «ο Θεός αγάπη εστί» και υπη­ρέ­τη­σαν με αφο­σί­ω­ση έως θα­νά­του Εκεί­νον που διε­κή­ρυ­ξε, «εγώ ειμί η αλή­θεια».

Δεν μπο­ρεί ο Θεός να είναι αγάπη χωρίς αλή­θεια. Αυτήν την αλή­θεια κή­ρυ­ξε στον κόσμο του ψεύ­δους, της κα­κί­ας και της φθο­ράς και ο Πρω­το­μάρ­τυ­ρας Στέ­φα­νος, του οποί­ου το πε­ριώ­νυ­μο όνομα εν τιμή φέρει και η Θε­ο­φι­λία σου, και ο οποί­ος πρω­το­μάρ­τυ­ρας Στέ­φα­νος «πλή­ρης πί­στε­ως και δυ­νά­με­ως»  «θεί­ςτά γό­να­τα έκρα­ξε φωνή με­γά­λη, Κύριε, μη στή­ση­ςαυ­τοίς την αμαρ­τί­α­νταύ­την. Και τούτο ειπών εκοι­μή­θη».

«Αγά­πην­δεί­κνυ­σι­γνη­σί­αν», δια­κη­ρύτ­τει και ο Θε­ο­φώ­τι­στος Πα­τε­ρι­κός Λόγος,  «ου κοι­νω­νία τρα­πέ­ζης, ουδέ πρόσ­ρη­σις υψηλή, ουδέ κο­λα­κεία ρη­μά­των, αλλά το διορ­θώ­σαι και σκορ­πή­σαι το συμ­φέ­ρον του πλη­σί­ον και το πε­πτω­κό­τα­δια­να­στή­σα……».

Την πραγ­μα­τι­κή αγάπη, την αγάπη Χρι­στού, την φα­νε­ρώ­νει όχι απλώς το να συ­ντρώ­γου­με, ούτε να προ­σφω­νού­με με λόγια σπου­δαία ή να κο­λα­κεύ­ου­με ο ένας τον άλλον, αλλά το να διορ­θώ­νου­με τον πλη­σί­ον και να απο­βλέ­που­με στο συμ­φέ­ρον του  και να ση­κώ­νου­με αυτόν πού είναι πε­σμέ­νος.

Την γνη­σία αυτή ευαγ­γε­λι­κή αγάπη, εν τω  συν­δέ­σμω της αγά­πης, την δια­κη­ρύτ­τει ανά τον σύγ­χρο­νο κόσμο ο πράος, και αγα­θός, και  ανύ­στα­κτος και Σε­πτός Αυ­θέ­ντης και Δε­σπό­της ο Οι­κου­με­νι­κός ημών Πα­τριάρ­χης του Γέ­νους κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ος από το μαρ­τυ­ρι­κό Φα­νά­ρι.

Αυτή την πα­τρι­κή αγάπη, την άνευ ορίων, δια την συ­νεν­νό­η­ση,  και συ­νερ­γα­σία  του σύ­μπα­ντος κό­σμου και ευ­στα­θεί­ας του Θεού Εκ­κλη­σιών, έχει εμ­φυ­σή­σει στην Ιε­ραρ­χία του Οι­κου­με­νι­κού Θρό­νου, ο Πατήρ πά­ντων ημών, ο Δε­σπό­της και Αυ­θέ­ντης, ο Πα­τριάρ­χης μας, ο Οποί­ος από την Κα­θέ­δρα του Πρω­το­κλή­του Απο­στό­λου Αν­δρέ­ου σε ασπά­ζε­ται εγκαρ­δί­ως και σου εύ­χε­ται τα κρά­τι­στα.

Θε­ο­φι­λέ­στα­τε,

Πά­ντες οι «Θεού συ­νερ­γοί», οι αδελ­φοί της Σε­πτής Ιε­ραρ­χί­ας του Θρό­νου, οι συ­γκρο­τού­ντες το αδα­μά­ντι­νο πε­ρι­δέ­ραιο του εγκολ­πί­ου του Αυ­θέ­ντου και Δε­σπό­του του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριάρ­χου κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ου, ανα­φω­νούν – εν ενί­στό­μα­τι και μία καρ­δία, το ΑΞΙΟΣ της κλή­σε­ως και της απο­στο­λής σου, ευ­χό­με­νοι πολλά τα έτη σου Δέ­σπο­τα.

ΑΞΙΟΣ-“.

 

Από την πλευ­ρά του ο Θε­ο­φι­λέ­στα­τος Επί­σκο­πος Στρα­το­νι­κεί­ας κ. Στέ­φα­νος ευ­χα­ρί­στη­σε την Α.Θ.Π. τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριάρ­χη κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίο δια την υψί­στη τιμή που του εγέ­νε­το, επι­νεύ­σει Πα­τρι­κή και ψή­φοι­ςκα­νο­νι­καίς της Αγίας και Ιεράς Συ­νό­δου, να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στην Ιε­ραρ­χία του Οι­κου­με­νι­κού Θρό­νου.Στην συ­γκι­νη­τι­κή ομι­λία του ανέ­φε­ρε τα εξής:

 

«Eυλο­γη­τός ο Θεός και Πατήρ του Κυ­ρί­ου ημών Ιησού Χρι­στού, ο ευ­λο­γή­σας ημάς εν πάση ευ­λο­γία πνευ­μα­τι­κή εν τοις επου­ρα­νί­οις εν Χρι­στώ, καθώς και εξε­λέ­ξα­το ημάς εν αυτώ προ κα­τα­βο­λής κό­σμου είναι ημάς αγί­ους και αμώ­μους κα­τε­νώ­πιον αυτού εν αγάπη». (Εφ. 1, 3-4).

Η πί­στις μου στον Τρια­δι­κό Θεό , τον Θεό της αγά­πης, ο οποί­ος μας εξέ­λε­ξε εν Χρι­στώ Ιησού ίνα ποι­ή­σει ημάς Αγί­ους την οποία ωμο­λό­γη­σα, Σε­βα­σμιώ­τα­τε, Πάτερ και Δέ­σπο­τα, Μη­τρο­πο­λί­τα της Αγιω­τά­της Μη­τρο­πό­λε­ως Λέρου,  Κα­λύ­μνου &Αστυ­πα­λαί­α­ςΠο­λυ­σέ­βα­στέ­μοι Γέ­ρο­ντα κ.Παΐσιε, Σε­βα­σμιώ­τα­τοι Άγιοι Αρ­χιε­ρείς, Αγα­πη­τοί Συ­μπρε­σβύ­τε­ροι εν Κυρίω, Αγα­πη­τοί μου εν Χρι­στώ Αδελ­φοί, μαζί με την εκ­κέ­νω­ση της θείας Χά­ρι­τος, τη φορ­τι­σμέ­νη από το με­γα­λείο του ου­ρα­νού ση­με­ρι­νή ημέρα, έγι­ναν για μένα πηγή δό­σε­ων αγα­θών, ενώ με κα­τευ­θύ­νουν από την επί­γνω­ση του γή­ι­νου και  πραγ­μα­τι­κού, στην διά­γνω­ση του επι­θυ­μη­τού, του ου­ρά­νιου και δυ­να­τού.

Ομο­λο­γώ ότι όνει­ρό μου παι­δι­κό, πόθος δε και ορα­μα­τι­σμός μου νε­α­νι­κός, υπήρ­ξε ο Ορ­θό­δο­ξος «Χρι­στια­νι­κός Ναός και τα τε­λού­με­να εν αυτώ». Τον σπόρο του αγίου τού­του πόθου, εφύ­τευ­σεν ο Κύ­ριος στον αγρόν της παι­δι­κής μου ψυχής. Τον αγρόν, τον οποί­ον επε­με­λή­θη­σαν, πρώ­τον η προ­γο­νή μου Μαρία, που από τον ου­ρα­νό αυτή τη στιγ­μή χαί­ρε­ται για τα τε­λού­με­να, ο θείος μου Σω­τή­ριος και  οι ευ­σε­βείς, κατά σάρκα, γο­νείς μου Ευάγ­γε­λος και Ελένη, καθώς και τί­μιοι και ενά­ρε­τοι Δι­δά­σκα­λοι και πνευ­μα­τι­κοί Πα­τέ­ρες.

Όλοι τους με πε­ρισ­σή επι­μέ­λεια τον επό­τι­σαν, δι’ αγνών Ορ­θο­δό­ξων αει­ζώ­ων να­μά­των, ο δε πάν­δω­ρος Θεός, ο «επι­χο­ρη­γών σπέρ­μα τω σπεί­ρο­ντι», εξήλ­θε «του σπεί­ραι τον σπό­ρον αυτού», προ­κει­μέ­νου αυτός ο σπό­ρος να «εξαν­θή­ση και χα­ρή­ση και ποι­ή­ση­καρ­πό­νε­κα­το­ντα­πλα­σί­ο­να».

Δεν λη­σμό­νη­σα ποτέ το στοι­χείο εκεί­νο της δι­δα­σκα­λί­ας του Κυ­ρί­ου μας που λέγει ότι «εν τω κόσμω θλί­ψιν έξετε». Αν η ζωή του κλη­ρι­κού στις δύο πρώ­τες βαθ­μί­δες της Ιε­ρω­σύ­νης χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από αυ­τα­πάρ­νη­ση, η προ­σω­πι­κό­τη­τα του Επι­σκό­που συ­να­κο­λου­θεί­ται από την από­λυ­τη ευ­θύ­νη για την πνευ­μα­τι­κή τε­λεί­ω­ση κλή­ρου και λαού. Τούτο ση­μαί­νει ότι έχου­με ένα συ­νε­χές, θα λέ­γα­με, «δράμα ζωής», που εμ­φα­νί­ζε­ται με τον αγώνα και την αγω­νία να σωθεί το Ποί­μνιο και να μη χαθεί ο Επί­σκο­πος, αυτός ο αγώ­νας είναι που με­τα­βά­λει την αρ­χιε­ρα­τι­κή Μίτρα σε «στέ­φα­νον εξ’ ακαν­θών».

Ο αγώ­νας για πλη­ρέ­στε­ρη συ­νεί­δη­ση του εαυ­τού του και η αγω­νία για μια ολο­κλη­ρω­μέ­νη προ­στα­σία του ελα­χί­στου αδελ­φού, κάτω μά­λι­στα από τις πιο αντί­ξο­ες πολ­λές φορές συν­θή­κες ζωής, είναι μια αγω­νία και ένας αγώ­νας συ­νε­χής που προ­χω­ρά με άλ­μα­τα, με απρό­βλε­πτα και με συ­γκρού­σεις. Ο Επί­σκο­πος πρέ­πει να ζεί, αφού πράγ­μα­τι πολ­λοί έζη­σαν και ζούν, μόνο χάριν των άλλων και χάριν του συ­ναν­θρώ­που πολ­λοί έπα­θαν και πέ­θα­ναν με με­τά­νοια, τα­πεί­νω­ση και προ­σευ­χή.

Ασύλ­λη­πτο το μέ­γε­θος του χα­ρί­σμα­τος και αξιώ­μα­τος, αυτό του Επι­σκό­που, που μου χο­ρη­γή­θη­κε σή­με­ρα. Το μέ­γε­θος και η ευ­θύ­νη προσ­διο­ρί­ζο­νται από το γε­γο­νός ότι η Εκ­κλη­σία δεν είναι ένα κο­σμι­κό ίδρυ­μα, οπότε θα ήταν αρ­κε­τό να κα­τέ­χω κά­ποιες διοι­κη­τι­κές ικα­νό­τη­τες, ούτε ένα θρη­σκευ­τι­κό σω­μα­τείο, οπότε θα αρ­κού­σαν κά­ποιες θε­ο­λο­γι­κές γνώ­σεις, αλλά το Σώμα Χρι­στού «υμείς εστέ σώμα Χρι­στού και μέλη εκ μέ­ρους» (Α΄ Κορ. 12,12), ανα­φέ­ρει ο Απ. Παύ­λος. Είναι το «απο­κε­κρυμ­μέ­νον από των αιώ­νων εν τω Θεώ» (Εφ. 3,9), μυ­στή­ριον το οποίο φα­νε­ρώ­θη­κε στον κόσμο και την ιστο­ρία κατά την ημέ­ραν της Πε­ντη­κο­στής. Είναι η νέα εν Χρι­στώ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα  η οποία φα­νε­ρώ­νε­ται με τη συ­γκρό­τη­ση του εκ­κλη­σια­στι­κού σώ­μα­τος, βα­σι­κό στοι­χείο του οποί­ου απο­τε­λεί η ενό­τη­τα, σε κάθε τόπο και εποχή ως προ­έ­κτα­ση του Σώ­μα­τος του Χρι­στού.

Η εν Χρι­στώ ενό­τη­τα των πι­στών φα­νε­ρώ­νε­ται ως ενό­τη­τα γύρω από τον Επί­σκο­πο και τους Ιε­ρείς, χωρίς τους οποί­ους «Εκ­κλη­σία ου κα­λεί­ται», όπως ανα­φέ­ρει ο Άγιος Ιγνά­τιος Αντιο­χεί­ας. Γι’ αυτό το λόγο οποια­δή­πο­τε δια­σπα­στι­κή τάση του ενός σώ­μα­τος του Χρι­στού και οποια­δή­πο­τε ψευ­δο­δι­δα­σκα­λία κα­τα­δι­κά­ζε­ται ήδη από τους Απο­στό­λους. Σύμ­φω­να δε με τους Απο­στο­λι­κούς Πα­τέ­ρες ο Επί­σκο­πος πρέ­πει να είναι ο φύ­λα­κας της Απο­στο­λι­κής Πα­ρα­δό­σε­ως, να ελέγ­χει και να απο­δο­κι­μά­ζει κάθε αι­ρε­τι­κή πα­ρα­συ­να­γω­γή και ο ίδιος να υπα­κού­ει στην Σύ­νο­δο της Εκ­κλη­σί­ας.

Και ενώ οι σκέ­ψεις και οι ευ­θύ­νες αυτές μαζί με την αδύ­να­μη αν­θρώ­πι­νη φύση μου έπρε­πε σή­με­ρα να με κά­νουν να «ανα­λά­βω τας πτέ­ρυ­γάς μου κατ’ όρ­θρον και να κα­τα­σκη­νώ­σω εις τα έσχα­τα της θα­λάσ­σης», εν τού­τοις, η βαθιά ελ­πί­δα εις το έλεος της ευ­σπλα­χνί­ας του Θεού και η κά­θο­δος της Θείας Χά­ρι­τος, που τ’ ασθε­νή θε­ρα­πεύ­ει και τα ελ­λεί­πο­ντα ανα­πλη­ροί, με φέρ­νουν στην αυλή του Κυ­ρί­ου μου και προ­σευ­χό­με­νος ως ο Τε­λώ­νης με συ­ντρι­βή και τα­πεί­νω­ση ικε­τεύω και πα­ρα­κα­λώ ίνα ο Πα­ρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα της αλη­θεί­ας, έλθη και σκη­νώ­ση εν εμοί και με κα­θά­ρη από πάσης κη­λί­δος.

Και τα νύν, εκ­φρά­ζω τις ευ­χα­ρι­στί­ες μου, την ευ­γνω­μο­σύ­νην μου και την άχρι θα­νά­του υπα­κο­ήν μου, εις το Σεπτό πρό­σω­πο του Οια­κο­στρό­φου της Αγίας του Χρι­στού Με­γά­λης Εκ­κλη­σί­ας, τον Πα­να­γιώ­τα­το­νΟι­κου­με­νι­κόν­Πα­τριάρ­χηνκ.κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ον, ο οποί­ος εδέ­χθη προ­φρό­νως την αί­τη­ση του Σε­βα­σμιω­τά­του­Γέ­ρο­ντός μου Μη­τρο­πο­λί­του Λέρου, Κα­λύ­μνου &Αστυ­πα­λαί­α­ςκ.Παϊ­σί­ου και την περί Αυτόν Αγίαν και Ιε­ράν­Σύ­νο­δον, ότι επέ­βλε­ψαν στην ανα­ξιό­τη­τά μου εκλέ­γο­ντάς με Επί­σκο­πον της ιστο­ρι­κής Επι­σκο­πής Στρα­το­νι­κεί­ας, ελ­πί­ζω στις προ­σευ­χές τους ώστε να φανώ άξιος της τιμής που μου επι­δα­ψί­λευ­σαν.

Χα­ρι­στή­ριο­ναί­νον απευ­θύ­νω και με­γί­στη ευ­γνω­μο­σύ­νη στον τε­χνουρ­γόν της ώρας ταύ­της, που επέ­βλε­ψε στην τα­πει­νό­τη­τά μου, τον Σε­βα­σμιώ­τα­τον­Μη­τρο­πο­λί­την μας κ. Παΐσιον, στον οποί­ον Τι­μί­ως και ανυ­πο­κρί­τως δη­λώ­νω την υι­ϊ­κήν μου αφο­σί­ω­ση και την ολο­δύ­να­μον­συ­στρά­τευ­σή μου, ως γνή­σιον τέ­κνον τω Πα­τρί­Σε­βα­σμιώ­τα­τε, δια τους τι­μί­ους αγώ­νες σας υπέρ της Πί­στε­ώς μας, των Πα­ρα­δό­σε­ων και αξιών της Ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κής ζωής της το­πι­κής Εκ­κλη­σί­ας της ακρι­τι­κής Μη­τρο­πό­λε­ώς μας. Σας ευ­χα­ρι­στώ Γέ­ρο­ντα για όσα ανι­διο­τε­λώς μου προ­σφέ­ρα­τε, για όσα με δι­δά­ξα­τε με την αγάπη σας, την τα­πεί­νω­σή σας, την υπο­μο­νή σας, την προ­σή­νειά σας, την απλό­τη­τά σας, το ανυ­πό­κρι­το εν­δια­φέ­ρον σας. Πολ­λές φορές με δί­δα­ξε και με κα­θο­δή­γη­σε ασφα­λώς η σιωπή σας ή ένα πλή­ρες νο­ή­μα­τος βλέμ­μα, μάλ­λον βα­ρύ­γδου­πων συμ­βου­λών. Ομο­λο­γώ ει­λι­κρι­νώς ότι δεν θα απο­λάμ­βα­να την ημέρα και την ώρα αυτή, εάν εσείς Γέ­ρο­ντα δεν με στη­ρί­ζα­τε με την αγάπη σας και το ότι σή­με­ρα χει­ρο­το­νή­θη­κα με τα δικά σας άμφια απο­τε­λεί για μένα ιδιαί­τε­ρη τιμή και ευ­λο­γία.

Θα εθε­ώ­ρουν φρι­κτή πα­ρά­λει­ψή μου εάν δεν εξέ­φρα­ζα τούτη την ιεράν στιγ­μήν τις ευ­χα­ρι­στί­ες μου και τον ανυ­πό­κρι­τον­σε­βα­σμόν μου προς τους πα­ρι­στα­μέ­νους Αρ­χιε­ρείς, τους Μη­τρο­πο­λί­τες Προι­κον­νή­σου Ιωσήφ και Αν­δρια­νου­πό­λε­ω­ςΑμ­φι­λό­χιο, οι οποί­οι ως μέλη της Ιεράς Συ­νό­δου η οποία με εξέ­λε­ξε μου προ­σέ­φε­ραν γεν­ναιό­δω­ρα την πα­τρι­κήν τους αγάπη. Ωσαύ­τως και εις τον Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­τη Ρόδου κ. Κύ­ριλ­λο, ο οποί­ος προ­σήλ­θε ασμέ­νως για να ενώ­σει μαζί με όλους μας την προ­σευ­χή του για την ανα­ξιό­τη­τά μου.

Ευ­χα­ρι­στί­ες οφεί­λω στους σε­βα­στούς μου δι­δα­σκά­λους, τους κα­θη­γη­τές μου στην Θε­ο­λο­γι­κή Σχολή του Α.Π.Θ. και ιδιαί­τε­ρα στους κ. Βασ. Γιούλ­τση και Γεωρ. Σερ­μιέ, διά την πο­λύ­τι­μη γνώση, την οποί­αν μου με­τέ­δω­σαν.

Ευ­χα­ρι­στώ εξαι­ρέ­τως τα Εκ­κλη­σια­στι­κά Συμ­βού­λια και το πε­φι­λη­μέ­νο πλή­ρω­μα των Ενο­ριών Πα­να­γί­ας Βο­θυ­νών Κα­λύ­μνου και Ι. Μη­τρο­πο­λι­τι­κού Ναού «Ευαγ­γε­λι­σμού της Θε­ο­τό­κου» Λέρου, που ο Κύ­ριος με έταξε πα­ραλ­λή­λως με τα ιε­ρο­κη­ρυ­κτι­κά μου κα­θή­κο­ντα, για την αγάπη τους, τη συ­μπα­ρά­στα­σή τους και την εμπι­στο­σύ­νη την οποία μου έδει­ξαν.

Επι­τρέψ­τε μου αυτή την στιγ­μή να μνη­μο­νεύ­σω τον μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη κυρό Νε­κτά­ριο, ο οποί­ος πυ­ρά­κτω­σε τα χέρια του στο Ιερό Θυ­σια­στή­ριο και μου με­τέ­δω­σε τον Πρώτο και Δεύ­τε­ρο βαθμό της Ιε­ρω­σύ­νης, είθε ο Θεός να ανα­παύ­ει την ψυχή του εν  χώρα ζώ­ντων.

Την ιερά όμως ταύτη στιγ­μή καθ’ ήν το περί εμέ Θείον θέ­λη­μα πραγ­μα­τώ­νε­ται, επι­τρέψ­τε μου ακόμη, όπως κα­τα­θέ­σω τον ευ­λα­βή φόρον τιμής και εκ­ζη­τή­σω τις προ­σευ­χές των κατά σάρκα γο­νέ­ων μου, των αδελ­φών μου και των οι­κεί­ων μου, των συ­μπρε­σβυ­τέ­ρων μου, του Πνευ­μα­τι­κού μου Πα­τρός Πα­νο­σιο­λο­γιω­τά­τουΑρ­χι­μαν­δρί­του π. Θε­ο­φί­λου Λε­μον­τζή, του νυμ­φα­γω­γού μου εις τον Ιερό Κλήρο και εις πάντα βοηθό και συ­μπα­ρα­στά­τη μου π. Δη­μη­τρί­ου, των πνευ­μα­τι­κών μου τέ­κνων, των ενο­ρι­τών μου, των συ­να­δέλ­φων μου εις τον Ελ­λη­νι­κό Στρα­τό και όλων των συ­μπρο­σευ­χο­μέ­νων σή­με­ρα στην ξε­χω­ρι­στή και συ­γκλο­νι­στι­κή αυτήν στιγ­μήν της επι­γεί­ου ζωής μου.

Την ευ­γνω­μο­σύ­νην μου, που ταυ­τό­χρο­να είναι και ομο­λο­γία πί­στε­ως, απευ­θύ­νω στον Κύ­ριόν μας Ιη­σούν­Χρι­στόν, εκ­ζη­τώ ταις Πρε­σβεί­αις της Προ­στά­τι­δός μου Πα­να­γί­ας Μη­τέ­ρας Του, την οποί­αν παι­διό­θεν ηγά­πη­σα και ως πρε­σβύ­τε­ρος υπη­ρέ­τη­σα και αυτή τη στιγ­μή επι­κα­λού­μαι.

Του σή­με­ρα εορ­τά­ζο­ντος Αγίου, του Πρω­το­μάρ­τυ­ρος και Αρ­χι­δια­κό­νου Στε­φά­νου, του Αγίου εν­δό­ξου Απο­στό­λου Αν­δρέ­ου του Πρω­το­κλή­του, των Αγίων Ιωνά του Λε­ρί­ου, Σάββα του εν Κα­λύ­μνω και Αν­θί­μου του εν Αστυ­πα­λαία, των εκ Στρα­το­νι­κεί­α­κα­τα­γο­μέ­νων Αγίων εν­δό­ξων μαρ­τύ­ρων Τρο­φί­μου και Θαλ­λού, και πά­ντων των εν Στρα­το­νι­κεί­α­δια­λαμ­ψά­ντων Αγίων και πά­ντων των Αγίων.

Ζητώ το έλεος του Θεού για τις αμαρ­τί­ες μου και τα πά­μπολ­λα λάθη μου.

Προσ­δο­κώ την Χάρη Του, για μια Αρ­χιε­ρω­σύ­νη πιστή και αγία ενώ­πιον του Θεού, δι­δα­κτι­κή, αγια­στι­κή και καρ­πο­φό­ρον δια τον πι­στόν­λα­όν Του. Αμήν».

 

Τέλος, μετά το πέρας της Θείας Λει­τουρ­γί­ας,εμοί­ρα­σε το αντί­δω­ρο και τον συ­νε­χά­ρη­σαν οι Αρχές και όλο το εκ­κλη­σί­α­σμα.

Την επο­μέ­νη, Τε­τάρ­τη 28/12 ο Θεοφ. Επί­σκο­πος Στρα­το­νι­κεί­ας κ. Στέ­φα­νος, τέ­λε­σε την πρώτη του Αρ­χιε­ρα­τι­κή Θεία Λει­τουρ­γία στον Ιερό Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Ναό «Ευαγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου».

 

 

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.