- Μήνυση κατά τριών υπαλλήλων των οικονομικών υπηρεσιών κατέθεσε δικηγόρος που δεν έχει λάβει τη μισθοδοσία της από τον Φεβρουάριο του 2026, παρά την κανονική παροχή υπηρεσιών της.
- Η δικηγόρος, που εργάζεται από το 1999, υποστηρίζει ότι οι καθαρές αποδοχές της δεν έχουν καταβληθεί για μήνες, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα βιοπορισμού.
- Η υπόθεση ξεκίνησε όταν υπέβαλε αίτημα συνταξιοδότησης το 2025 και η απόφαση κοινοποιήθηκε με καθυστέρηση, αναφέροντας ότι συνεχίζει να εργάζεται με πάγια αντιμισθία.
- Η μηνύτρια επικαλείται τον νόμο 5078/2023 για την καταβολή του μισθού της και καταγγέλλει την αδιαφορία των υπευθύνων, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τα συνταξιοδοτικά της ζητήματα χωρίς αρμοδιότητα.
Μήνυση σε βάρος 3 υπαλλήλων των οικονομικών υπηρεσιών κατέθεσε στην αρμόδια Εισαγγελία Πλημμελειοδικών δικηγόρος, η οποία απασχολείται με έμμισθη εντολή σε φορέα.
Η μηνύτρια διατείνεται ότι από τον Φεβρουάριο του 2026 δεν της καταβάλλεται η μισθοδοσία της, με αφορμή το γεγονός ότι στο μεταξύ έχει συνταξιοδοτηθεί. Η μήνυση στρέφεται κατά του προϊσταμένου του τμήματος αποδοχών, του διευθυντή προϋπολογισμού, εσόδων και συναλλαγών και του προϊσταμένου του τμήματος προϋπολογισμού και εσόδων, καθώς και κατά κάθε άλλου προσώπου που ενδεχομένως προκύψει υπεύθυνο από την έρευνα.
Η δικηγόρος εργάζεται ως νομική σύμβουλος από τον Δεκέμβριο του 1999. Όπως αναφέρει, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της δεν της έχουν καταβληθεί για τους μήνες από τον Φεβρουάριο έως και τον Σεπτέμβριο του 2026.
Υποστηρίζει ότι σε όλο αυτό το διάστημα παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες της. Παρίσταται στα δικαστήρια, συντάσσει γνωμοδοτήσεις και έχει αυτοπρόσωπη παρουσία στο κτήριο της υπηρεσίας, ενώ η σύμβασή της δεν έχει καταγγελθεί. Κάνει λόγο για «τεράστια προβλήματα βιοπορισμού» για την ίδια και την οικογένειά της και για πλήρη αδιαφορία των μηνυομένων, παρά τις τηλεφωνικές, έγγραφες και εξώδικες οχλήσεις της. Κατά την ίδια, στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος και της μη καταβολής δεδουλευμένων.
Η υπόθεση ξεκινά στις 13 Ιουνίου 2025, όταν η δικηγόρος υπέβαλε αίτημα συνταξιοδότησης, έχοντας συμπληρώσει τα 62 χρόνια ηλικίας και 40 χρόνια ασφάλισης. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2025, είχε κλείσει το ιδιωτικό της γραφείο, για οικογενειακούς λόγους όπως αναφέρει. Η απόφαση συνταξιοδότησης εκδόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2025 και, κατά τους ισχυρισμούς της, κοινοποιήθηκε πρώτα στην υπηρεσία της και 35 ημέρες αργότερα στην ίδια. Στο κείμενο της απόφασης φέρεται να αναγράφεται ρητά ότι η δικαιούχος συνεχίζει να εργάζεται ως έμμισθη δικηγόρος με πάγια αντιμισθία.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2025 το τμήμα αποδοχών ζήτησε να ενημερωθεί αν επιτρέπεται η συνέχιση της απασχόλησής της. Ακολούθησε ερώτημα προς το υπουργείο Εσωτερικών και πολύμηνη ανταλλαγή εγγράφων. Τον Ιανουάριο του 2026 το τμήμα αποδοχών συνέταξε φύλλο παρατηρήσεων για τη μισθολογική δαπάνη και λίγες ημέρες αργότερα η διεύθυνση προϋπολογισμού επέστρεψε τον φάκελο της δαπάνης. Η μηνύτρια απάντησε με δικά της έγγραφα. Επικαλείται τον νόμο 5078/2023, που προβλέπει κράτηση υπέρ ΕΦΚΑ για τον εργαζόμενο συνταξιούχο δικηγόρο, και υποστηρίζει ότι η υπηρεσία όφειλε να της καταβάλλει τον μισθό και να παρακρατεί τον αντίστοιχο πόρο. Αντί γι’ αυτό, όπως λέει, η υπηρεσία ούτε πληρώνει ούτε παρακρατεί. Προσάπτει ακόμη στους μηνυόμενους ότι ασχολήθηκαν με συνταξιοδοτικά ζητήματα χωρίς να έχουν αρμοδιότητα, ενώ σε έγγραφό της γράφει χαρακτηριστικά: «Μου είναι πολύ ψυχοφθόρο να αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας». Προς στήριξη των ισχυρισμών της επικαλείται γνωμοδότηση δικηγορικού συλλόγου με ημερομηνία 21 Ιανουαρίου 2026, καθώς και επιστολή του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος στις 17 Μαρτίου 2026 ζήτησε αρμοδίως να συμμορφωθεί άμεσα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Αναφέρεται επίσης σε έγγραφο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά το οποίο η συνταξιοδότηση αποτελεί θεμελιώδες και απαράγραπτο συνταγματικό δικαίωμα και η υποχρεωτική αποχώρηση υπαλλήλων του δημόσιου τομέα δεν συνδέεται ευθέως με αυτήν. Το έγγραφο αυτό, όπως ισχυρίζεται, ουδέποτε πρωτοκολλήθηκε από τον προϊστάμενο του τμήματος αποδοχών.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στην απάντηση του υπουργείου Εσωτερικών σε νεότερο ερώτημα της υπηρεσίας, που υποβλήθηκε στις 31 Μαρτίου 2026. Το υπουργείο φέρεται να κατέληξε ότι, εφόσον η έμμισθη δικηγόρος δεν έχει συμπληρώσει τα 67 έτη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις λύσης της σύμβασής της κατά τον Κώδικα Δικηγόρων. Στο ίδιο έγγραφο παρέπεμψε αργότερα και η αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
Παρά ταύτα, όπως υποστηρίζει η μηνύτρια, ο προϊστάμενος του τμήματος αποδοχών επέμεινε στη θέση του περί λύσης της σύμβασης και στις 17 Ιουνίου 2026 ζήτησε από το υπουργείο συμπληρωματικές απόψεις, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι υπάρχει απορριπτική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Η ίδια το χαρακτηρίζει ανακρίβεια. Προσκομίζει βεβαίωση του αρμόδιου πρωτοδικείου, από την οποία προκύπτει ότι απορριπτική απόφαση δεν υφίσταται και ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο στις 26 Μαΐου 2026.
































Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.