ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εκκαθαριστικά-σοκ για εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενους με ελάχιστα εισοδήματα

news room 7 λεπτά ανάγνωση
εφορία

Εξω­πραγ­μα­τικά ποσά φόρου εισο­δή­μα­τος θα κληθούν να πλη­ρώ­σουν και φέτος εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες φορο­λο­γού­με­νοι που κατά τη διάρ­κεια του 2017 ήταν άνεργοι ή περι­στα­σιακά απα­σχο­λού­με­νοι και ταυ­τό­χρονα απέ­κτη­σαν πολύ μικρά εισο­δή­ματα από τόκους κατα­θέ­σεων ή από ενοίκια ή από αγρο­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή εισέ­πρα­ξαν οικο­γε­νειακά επι­δό­ματα από τον ΟΓΑ.

Άγαμοι ή οικο­γε­νειάρ­χες με πραγ­μα­τικά ετήσια συνο­λικά εισο­δή­ματα πολύ χαμη­λό­τερα των 3.000 ευρώ ανα­μέ­νε­ται να λάβουν και φέτος από την Ανε­ξάρ­τητη Αρχή Δημο­σίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) εκκα­θα­ρι­στικά σημειώ­ματα από τα οποία θα χρε­ω­θούν με ποσά φόρων της τάξεως των 2.000-4.500 ευρώ! Σε πολλές περι­πτώ­σεις τα ποσά των φόρων τα οποία θα κατα­λο­γι­στούν σε φορο­λο­γου­μέ­νους αυτών των περι­πτώ­σεων θα είναι υπερ­δι­πλά­σια έως και τρι­πλά­σια των εισο­δη­μά­των που θα έχουν δηλώσει.

Τα αίτια για τους απί­στευ­τους αυτούς παρα­λο­γι­σμούς που θα επα­να­λη­φθούν κατά τον υπο­λο­γι­σμό του φόρου εισο­δή­μα­τος σε χιλιά­δες φετινά εκκα­θα­ρι­στικά σημειώ­ματα είναι οι στρε­βλώ­σεις που προ­κα­λούν οι δια­τά­ξεις για την εφαρ­μογή των τεκ­μη­ρίων δια­βί­ω­σης. Οι στρε­βλώ­σεις αυτές δεν έχουν αντι­με­τω­πι­στεί στο σύνολό τους από την κυβέρ­νηση, με απο­τέ­λε­σμα κάθε χρόνο χιλιά­δες οικο­νο­μικά εξα­θλιω­μέ­νοι φορο­λο­γού­με­νοι με ετήσια πραγ­μα­τικά εισο­δή­ματα κάτω από το όριο της φτώ­χειας να καλού­νται να πλη­ρώ­σουν ποσά φόρου εισο­δή­μα­τος μεγα­λύ­τερα των 2.000 ευρώ!

Χαρα­κτη­ρι­στικά είναι τα ακό­λουθα τέσσερα παρα­δείγ­ματα που παρα­θέ­τουμε από εκκα­θα­ρι­στικά σημειώ­ματα που παρέ­λα­βαν πέρυσι φορο­λο­γού­με­νοι με πολύ χαμηλά εισο­δή­ματα:

1 Σε άνεργο φορο­λο­γού­μενο ο οποίος για το 2016 είχε να δηλώσει ως συνο­λικό ετήσιο εισό­δημα ένα ποσό της τάξεως των… 0,24 ευρώ από τόκους κατα­θέ­σεων και ο οποίος διέμενε κατά τη διάρ­κεια του 2016 σε οικία 70 τετρα­γω­νι­κών μέτρων, την οποία του είχε παρα­χω­ρή­σει δωρεάν η μητέρα του (δεν ήταν καν δική του), και είχε στην κατοχή του κι ένα Ι.Χ. αυτο­κί­νητο 1.756 κυβικών εκα­το­στών προ­έ­κυψε εκκα­θα­ρι­στικό σημεί­ωμα που ανέ­γραφε το εξω­πραγ­μα­τικό ποσό των 4.470,30 ευρώ!

2 Σε φορο­λο­γού­μενο άγαμο με ετήσιο εισό­δημα 600 ευρώ από ενοίκια και 321 ευρώ από περι­στα­σιακή μισθωτή απα­σχό­ληση, δηλαδή με σύνολο εισο­δή­μα­τος 921 ευρώ για όλο το έτος 2016, με κύρια κατοι­κία 27 τετρα­γω­νι­κών μέτρων και Ι.Χ. αυτο­κί­νητο 1.500 κυβικών εκα­το­στών παλαιό­τη­τας 7 ετών προ­έ­κυψε, κατά την εκκα­θά­ριση της φετινής δήλωσης, φόρος εισο­δή­μα­τος προς πληρωμή συνο­λι­κού ύψους 3.236,66 ευρώ!

3 Σε άλλο φορο­λο­γού­μενο, άγαμο άνεργο, με ετήσιο εισό­δημα 1.200 ευρώ από ενοίκια και 480 ευρώ από επι­δό­ματα στή­ρι­ξης τέκνων του ΟΓΑ, κύρια κατοι­κία 80 τ.μ. και Ι.Χ. αυτο­κί­νητο 1.300 κ.εκ. 11ετίας προ­έ­κυψε φόρος εισο­δή­μα­τος συνο­λι­κού ύψους 3.620,80 ευρώ!

4 Σε φορο­λο­γού­μενο έγγαμο, με ετήσιο εισό­δημα 2.550 ευρώ από περι­στα­σιακή απα­σχό­ληση και 200 ευρώ από αγρο­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, κύρια κατοι­κία 75 τ.μ. και Ι.Χ. αυτο­κί­νητο 1.500 κ.εκ. 15ετίας προ­έ­κυψε φόρος εισο­δή­μα­τος συνο­λι­κού ύψους 2.284 ευρώ (ο συνο­λι­κός ανα­λο­γών φόρος που προ­έ­κυψε ήταν 2.794 ευρώ αλλά αφαι­ρέ­θη­καν από αυτόν τα 510 ευρώ που είχαν παρα­κρα­τη­θεί με συντε­λε­στή 20% κατά την κατα­βολή των αμοιβών ύψους 2.550 ευρώ).

Σε όλες αυτές τις περι­πτώ­σεις, επειδή τα δηλού­μενα εισο­δή­ματα είναι πάρα πολύ χαμηλά, οι υπη­ρε­σίες της Ανε­ξάρ­τη­της Αρχής Δημο­σίων Εσόδων, κατά την εκκα­θά­ριση των δηλώ­σεων, προσ­διό­ρι­σαν το ύψος των φορο­λο­γη­τέων εισο­δη­μά­των με βάση τα τεκ­μή­ρια δια­βί­ω­σης. Δηλαδή, σε κάθε τέτοια περί­πτωση, έλαβαν υπόψη τους το ελά­χι­στο τεκ­μή­ριο δια­βί­ω­σης των 3.000 ευρώ, που ισχύει για τον άγαμο φορο­λο­γού­μενο, ή των 2.500 ευρώ, που ισχύει για τον έγγαμο, και προ­σέ­θε­σαν στο ποσό αυτό τυχόν επι­πλέον ποσά τεκ­μη­ρίων δια­βί­ω­σης για σπίτι ή και Ι.Χ. αυτο­κί­νητο, εφόσον ο φορο­λο­γού­με­νος διέ­μεινε, κατά τη διάρ­κεια του 2016, σε κατοι­κία ιδιό­κτητη, ενοι­κια­ζό­μενη ή δωρεάν παρα­χω­ρη­θείσα ή εφόσον κατείχε και κάποιο Ι.Χ. αυτο­κί­νητο.

Στη συνέ­χεια, η πρό­σθετη διαφορά φορο­λο­γη­τέου εισο­δή­μα­τος, που προ­έ­κυψε λόγω της εφαρ­μο­γής των τεκ­μη­ρίων δια­βί­ω­σης, φορο­λο­γή­θηκε όχι με την ευνοϊκή κλίμακα υπο­λο­γι­σμού του φόρου, η οποία ισχύει για τους μισθω­τούς και τους συντα­ξιού­χους και προ­βλέ­πει αφο­ρο­λό­γητο όριο εισο­δή­μα­τος 6.636 – 9.545 ευρώ, αλλά με την κλίμακα φορο­λό­γη­σης των εισο­δη­μά­των από επι­χει­ρη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, βάσει της οποίας το φορο­λο­γη­τέο εισό­δημα υπό­κει­ται σε φόρο υπο­λο­γι­ζό­μενο με συντε­λε­στή 22% από το πρώτο ευρώ. Έτσι, η πρό­σθετη διαφορά φορο­λο­γη­τέου εισο­δή­μα­τος που προ­κύ­πτει βάσει των τεκ­μη­ρίων δια­βί­ω­σης σε όλες αυτές τις περι­πτώ­σεις φορο­λο­γου­μέ­νων επι­βα­ρύν­θηκε με φόρο 22%, σαν να ήταν κέρδος από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα! Στη συνέ­χεια, επί του φόρου που προ­έ­κυψε επι­βλή­θηκε και προ­κα­τα­βολή φόρου με συντε­λε­στή 100%. Συνο­λικά, δηλαδή για έναν φορο­λο­γού­μενο με χαμηλά εισο­δή­ματα από περι­στα­σιακή απα­σχό­ληση και με ακόμη πιο χαμηλά εισο­δή­ματα από άλλες πηγές πλην μισθών, η πρό­σθετη διαφορά εισο­δή­μα­τος που προ­έ­κυψε βάσει των τεκ­μη­ρίων δια­βί­ω­σης φορο­λο­γή­θηκε με τελικό συντε­λε­στή 44%.

Σε όλες τις παρα­πάνω περι­πτώ­σεις, κατά την εκκα­θά­ριση των δηλώ­σεων οι υπη­ρε­σίες της ΑΑΔΕ εφάρ­μο­σαν τις δια­τά­ξεις της παρα­γρά­φου 1β του άρθρου 34 του νόμου 4172/2013 (του Κώδικα Φορο­λο­γίας Εισο­δή­μα­τος), σύμφωνα με τις οποίες επί της πρό­σθε­της δια­φο­ράς τεκ­μαρ­τού εισο­δή­μα­τος εφαρ­μό­ζε­ται η κλίμακα φορο­λο­γίας εισο­δή­μα­τος των αυτο­α­πα­σχο­λου­μέ­νων, στην οποία ισχύει συντε­λε­στής 22% από το πρώτο ευρώ, επειδή το σύνολο ή το μεγα­λύ­τερο μέρος του δηλω­θέ­ντος εισο­δή­μα­τος δεν προ­κύ­πτει από μισθωτή εργασία ή συντά­ξεις.

Ειδικά στην περί­πτωση του ανέργου με το εισό­δημα από τόκους κατα­θέ­σεων των 0,24 ευρώ, που είναι και η πιο ακραία από τις τέσ­σε­ρις χαρα­κτη­ρι­στι­κές που προ­α­να­φέ­ραμε, η ΑΑΔΕ, κατά την εκκα­θά­ριση της φορο­λο­γι­κής του δήλωσης, προσ­διό­ρισε το συνο­λικό φορο­λο­γη­τέο εισό­δημα στο ύψος των 10.160 ευρώ, εφαρ­μό­ζο­ντας τις δια­τά­ξεις για τα τεκ­μή­ρια δια­βί­ω­σης. Το «τεκ­μαρτό» εισό­δημα των 10.160 ευρώ προ­έ­κυψε, συγκε­κρι­μένα, από το άθροι­σμα:

του ελά­χι­στου τεκ­μη­ρίου των 3.000 ευρώ που βάρυνε τον συγκε­κρι­μένο φορο­λο­γού­μενο,

του τεκ­μη­ρίου της μονο­κα­τοι­κίας των 70 τ.μ., το οποίο ανέρ­χε­ται σε 3.360 ευρώ (70 τ.μ. Χ 40 ευρώ ανά τ.μ. Χ 1,2 συντε­λε­στή προ­σαύ­ξη­σης) και

του τεκ­μη­ρίου του Ι.Χ. αυτο­κι­νή­του το οποίο ανέρ­χε­ται σε 3.800 ευρώ.

Η ΑΑΔΕ φορο­λό­γησε στη συνέ­χεια το πρό­σθετο ποσό φορο­λο­γη­τέου εισο­δή­μα­τος ύψους 10.159,76 ευρώ που προ­έ­κυψε από τα τεκ­μή­ρια (10.160 ευρώ – 0,24 ευρώ = 10.159,76 ευρώ), ως εισό­δημα από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα, με συντε­λε­στή 22% και τον χρέωσε με κύριο φόρο 2.235,15 ευρώ (10.159,76 ευρώ Χ 22% = 2.235,15 ευρώ). Στην περί­πτωση αυτή δεν ίσχυσε η διάταξη της παρα­γρά­φου 1α του άρθρου 34 του Κώδικα Φορο­λο­γίας Εισο­δή­μα­τος, η οποία προ­βλέ­πει τη φορο­λό­γηση της πρό­σθε­της δια­φο­ράς εισο­δή­μα­τος που προ­κύ­πτει λόγω των τεκ­μη­ρίων με την κλίμακα φορο­λό­γη­σης των μισθών και των συντά­ξεων, δηλαδή με αφο­ρο­λό­γητο όριο 8.636 ευρώ. Κι αυτό συνέβη διότι το ύψος του τεκ­μαρ­τού εισο­δή­μα­τος ήταν μεγα­λύ­τερο από το ανώτατο όριο των 9.500 ευρώ, που θέτει η συγκε­κρι­μένη διάταξη ως προ­ϋ­πό­θεση για την εφαρ­μογή της ευνοϊ­κής κλί­μα­κας φορο­λό­γη­σης των εισο­δη­μά­των από μισθούς και συντά­ξεις. Έτσι, στην περί­πτωση αυτή εφαρ­μό­στηκε η επαχθής κλίμακα φορο­λό­γη­σης που ισχύει για τα εισο­δή­ματα από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα!

Στη συνέ­χεια, η ΑΑΔΕ, επειδή εξέλαβε το τεκ­μαρτό εισό­δημα του συγκε­κρι­μέ­νου φορο­λο­γου­μέ­νου ως κέρδος από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα πρό­σθεσε στον κύριο φόρο των 2.235,15 ευρώ και προ­κα­τα­βολή φόρου έναντι του επό­με­νου έτους, την οποία υπο­λό­γισε με συντε­λε­στή 100%, βάσει των κεί­με­νων δια­τά­ξεων. Έτσι, ο κύριος φόρος των 2.235,15 ευρώ διπλα­σιά­στηκε και το τελικό ποσό φόρου που κατα­λο­γί­στηκε στον συγκε­κρι­μένο φορο­λο­γού­μενο εκτο­ξεύ­τηκε στις 4.470,30 ευρώ!

Άδικη υπερ­φο­ρο­λό­γηση

Η υπερ­φο­ρο­λό­γηση που έχουν υποστεί όλες αυτές οι κατη­γο­ρίες φτωχών πολιτών είναι άδικη και αντι­συ­νταγ­μα­τική. Κι αυτό διότι, στις περισ­σό­τε­ρες από τις παρα­πάνω περι­πτώ­σεις, οι φορο­λο­γού­με­νοι αντι­με­τω­πί­στη­καν από τον Κώδικα Φορο­λο­γίας Εισο­δή­μα­τος με δυσμε­νέ­στερο τρόπο σε σύγκριση με χιλιά­δες άλλους οι οποίοι δήλωσαν πενιχρά εισο­δή­ματα μόνο από τόκους ή μόνο από ακίνητα ή μόνο από περι­στα­σιακή απα­σχό­ληση και, βάσει των δια­τά­ξεων της παρα­γρά­φου 1α του άρθρου 34 ή της παρα­γρά­φου 35Α του άρθρου 72 του συγκε­κρι­μέ­νου Κώδικα, δεν φορο­λο­γή­θη­καν ως επι­χει­ρη­μα­τίες για την πρό­σθετη διαφορά εισο­δή­μα­τος που προ­έ­κυψε με βάση τα τεκ­μή­ρια, αλλά ως μισθω­τοί, γλι­τώ­νο­ντας έτσι από την πληρωμή υπέ­ρο­γκων φόρων, καθώς στην κλίμακα φορο­λό­γη­σης των μισθω­τών με την οποία τελικά φορο­λο­γή­θη­καν ισχύει αφο­ρο­λό­γητο όριο κλι­μα­κού­μενο από 8.636 έως 9.545 ευρώ.

Επι­πλέον, σε λιγό­τερο αριθμό περι­πτώ­σεων στις οποίες επλη­ρού­ντο οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις όσον αφορά στην πηγή του πραγ­μα­τι­κού εισο­δή­μα­τος, τα τεκ­μή­ρια προσ­διό­ρι­σαν το τεκ­μαρτό φορο­λο­γη­τέο εισό­δημα πάνω από το όριο των 9.500 ευρώ που προ­βλέ­πουν οι προ­α­να­φερ­θεί­σες δια­τά­ξεις και οδή­γη­σαν και πάλι σε φορο­λό­γηση με τη δυσμενή κλίμακα για τα εισο­δή­ματα από επι­χει­ρη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες.

Τα κρού­σματα υπερ­φο­ρο­λό­γη­σης που εμφα­νί­στη­καν πέρυσι στις παρα­πάνω κατη­γο­ρίες πολιτών ανα­μέ­νε­ται να παρου­σια­στούν και φέτος. Κι αυτό διότι η πολι­τική ηγεσία του υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών δεν έχει απο­φα­σί­σει να τρο­πο­ποι­ή­σει την ισχύ­ουσα νομο­θε­σία κατα­θέ­το­ντας στη Βουλή (πριν ξεκι­νή­σουν η υποβολή και η εκκα­θά­ριση των φετινών δηλώ­σεων φορο­λο­γίας εισο­δή­μα­τος φυσικών προ­σώ­πων) διορ­θω­τι­κές νομο­θε­τι­κές ρυθ­μί­σεις με τις οποίες θα ξεκα­θα­ρί­ζει ότι σε κάθε περί­πτωση ταυ­τό­χρο­νης ύπαρξης πολύ χαμηλού εισο­δή­μα­τος από μη μισθω­τές πηγές, το οποίο δεν προ­έρ­χε­ται από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα (αλλά από τόκους κατα­θέ­σεων ή και από ακίνητα ή και από αγρο­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες) και χαμηλού εισο­δή­μα­τος από περι­στα­σιακή απα­σχό­ληση η πρό­σθετη διαφορά φορο­λο­γη­τέου εισο­δή­μα­τος που προ­κύ­πτει με βάση τα τεκ­μή­ρια δια­βί­ω­σης θα φορο­λο­γεί­ται με την κλίμακα φορο­λό­γη­σης των εισο­δη­μά­των από μισθωτή εργασία που προ­βλέ­πει αφο­ρο­λό­γητο όριο από 8.636 έως 9.545 ευρώ και όχι με την κλίμακα φορο­λό­γη­σης των εισο­δη­μά­των από επι­χει­ρη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες.

Πηγή πλη­ρο­φο­ριών: Ελεύ­θε­ρος Τύπος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.