ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αυτή είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Booking – Αλλάζουν όλα στις online κρατήσεις – Δήλωση Βασιλικού

news room 46 λεπτά ανάγνωση
Booking.com

Την απόφαση του Δικα­στη­ρίου της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-264/23 για την Booking , με την οποία μετα­βάλ­λε­ται ριζικά το τοπίο στις online ξενο­δο­χεια­κές κρα­τή­σεις και την προ­σφορά τιμών, δίνο­ντας τη δυνα­τό­τητα στα ξενο­δο­χεία να προ­σφέ­ρουν χαμη­λό­τε­ρες τιμές στις ιστο­σε­λί­δες τους από ό,τι στις πλατ­φόρ­μες κρα­τή­σεων, εξα­σφά­λισε και δημο­σιεύει το ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ.

Πρό­κει­ται για μια απόφαση που δικαιώ­νει την ευρω­παϊκή ξενο­δο­χειακή βιο­μη­χα­νία και τα γερ­μα­νικά ξενο­δο­χεία που προ­σέ­φυ­γαν στο ΔΕΕ, το περιε­χό­μενο της οποίας δημο­σί­ευσε το ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ, την προη­γού­μενη Παρα­σκευή, και η οποία επι­τρέ­πει στα ξενο­δο­χεία να προ­σφέ­ρουν δια­δι­κτυακά και χαμη­λό­τε­ρες τιμές κρά­τη­σης για δωμάτια από αυτές που προ­σφέ­ρει η Booking.

Ο πρό­ε­δρος της HOTREC και του ΞΕΕ Αλ. Βασι­λι­κός 

Ο πρό­ε­δρος της HOTREC και πρό­ε­δρος του Ξενο­δο­χεια­κού Επι­με­λη­τη­ρίου Ελλάδος Αλέ­ξαν­δρος Βασι­λι­κός, σε ανάρ­τησή του στα κοι­νω­νικά δίκτυα, ανα­φέ­ρει: “Η online διάθεση δωμα­τίων ξενο­δο­χείων κυριαρ­χεί­ται εδώ και χρόνια από μεγάλες πλατ­φόρ­μες κρα­τή­σεων, όπως η Booking, γεγονός που έχει οδη­γή­σει σε ανι­σορ­ρο­πία μεταξύ αυτών των πλατ­φορ­μών και των ίδιων των ξενο­δο­χείων. Η απόφαση του Ευρω­παϊ­κού Δικα­στη­ρίου στην υπόθεση C-264/23 απο­τε­λεί ένα σημα­ντικό ορόσημο για τον κλάδο της φιλο­ξε­νίας, καθώς απο­κα­θι­στά την ισορ­ρο­πία στην online διάθεση κλινών.

Συγκε­κρι­μένα, το Δικα­στή­ριο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης έκρινε ότι οι ρήτρες ισο­τι­μίας (rate parity), είτε ευρείες είτε στενές, οι οποίες απα­γο­ρεύ­ουν στα ξενο­δο­χεία να προ­σφέ­ρουν χαμη­λό­τε­ρες τιμές στους δικούς τους ιστό­το­πους από ό,τι στις πλατ­φόρ­μες κρα­τή­σεων, δεν είναι απα­ραί­τη­τες για τη δια­σφά­λιση της οικο­νο­μι­κής βιω­σι­μό­τη­τας αυτών των πλατ­φορ­μών.

Αυτό ανοίγει τον δρόμο για περισ­σό­τερη ελευ­θε­ρία στις τιμο­λο­για­κές στρα­τη­γι­κές των ξενο­δό­χων, επι­τρέ­πο­ντάς τους να δια­χει­ρί­ζο­νται άμεσα τις τιμές και τις προ­σφο­ρές τους χωρίς τους περιο­ρι­σμούς που επέ­βα­λαν οι ρήτρες ισο­τι­μίας. Η απόφαση αυτή ανα­μέ­νε­ται να αλλάξει σημα­ντικά το τοπίο της δια­δι­κτυα­κής δια­νο­μής στον ξενο­δο­χειακό κλάδο, προ­σφέ­ρο­ντας μεγα­λύ­τερη αυτο­νο­μία στους παρό­χους κατα­λυ­μά­των και ενι­σχύ­ο­ντας τον αντα­γω­νι­σμό προς όφελος των κατα­να­λω­τών”.

Το σκε­πτικό

Μεταξύ των 91 σημείων του σκε­πτι­κού της από­φα­σης που μνη­μο­νεύει το ΔΕΕ, ανα­φέ­ρο­νται και τα εξής, που έχουν ιδιαί­τερη σημασία:

-δεν απο­δει­κνύ­ε­ται, αντι­θέ­τως, ότι οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής, αφενός, είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για την υλο­ποί­ηση της εν λόγω κύριας πράξης και, αφε­τέ­ρου, είναι ανά­λο­γες προς τον σκοπό που αυτή επι­διώ­κει.

-όσον αφορά τις ευρείες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής, οι οποίες απα­γο­ρεύ­ουν στους συνερ­γα­ζό­με­νους ξενο­δό­χους που εμφα­νί­ζο­νται στην πλατ­φόρμα κρα­τή­σεων να προ­σφέ­ρουν, μέσω των δικών τους διαύλων πωλή­σεων ή μέσω διαύλων πωλή­σεων τους οποίους εκμε­ταλ­λεύ­ο­νται τρίτοι, δωμάτια σε τιμή χαμη­λό­τερη από την προ­τει­νό­μενη στην εν λόγω πλατ­φόρμα, οι ρήτρες αυτές δεν είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για την κύρια πράξη της παροχής δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων ούτε ανά­λο­γες προς τον σκοπό που αυτή επι­διώ­κει.

-Πράγματι, δεν υπάρχει εγγενής σχέση μεταξύ της συνέ­χι­σης της κύριας δρα­στη­ριό­τη­τας της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και της επι­βο­λής τέτοιων ρητρών, οι οποίες σαφώς προ­κα­λούν αισθητά περιο­ρι­στικά απο­τε­λέ­σματα. Οι ρήτρες αυτές, εκτός από το γεγονός ότι ενδέ­χε­ται να μειώ­σουν τον αντα­γω­νι­σμό μεταξύ των δια­φό­ρων πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων, ενέχουν τον κίνδυνο να εκτο­πί­σουν τις μικρές πλατ­φόρ­μες και τις νεοει­σερ­χό­με­νες πλατ­φόρ­μες.

-Το ίδιο ισχύει, υπό τις περι­στά­σεις της υπό­θε­σης της κύριας δίκης, για τις στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες απλώς απα­γο­ρεύ­ουν στους συνερ­γα­ζό­με­νους παρό­χους κατα­λυ­μά­των να προ­σφέ­ρουν στο κοινό μέσω των δικών τους δια­δι­κτυα­κών διαύλων δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις σε τιμή χαμη­λό­τερη από εκείνη που προ­σφέ­ρε­ται μέσω της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων. Μολο­νότι οι τελευ­ταίες αυτές ρήτρες, εκ πρώτης όψεως, έχουν σε μικρό­τερο βαθμό απο­τέ­λε­σμα περιο­ρι­στικό του αντα­γω­νι­σμού και απο­σκο­πούν στην αντι­με­τώ­πιση του κιν­δύ­νου παρα­σι­τι­σμού τον οποίο επι­κα­λεί­ται, μεταξύ άλλων, η Booking.com στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν προ­κύ­πτει ότι είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για τη δια­σφά­λιση της οικο­νο­μι­κής βιω­σι­μό­τη­τας της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων.

Η απόφαση

Η απόφαση του ΔΕΕ έχει ως ακο­λού­θως:

“ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 19ης Σεπτεμ­βρίου 2024 (*)

« Προ­δι­κα­στική παρα­πο­μπή – Αντα­γω­νι­σμός – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Συμ­φω­νίες μεταξύ επι­χει­ρή­σεων – Συμ­βά­σεις συνα­φθεί­σες μεταξύ δια­δι­κτυα­κής πλατ­φόρ­μας κρα­τή­σεων και ξενο­δό­χων – Ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής – Παρε­πό­με­νος περιο­ρι­σμός – Απαλ­λαγή κατά κατη­γο­ρία – Κάθετες συμ­φω­νίες – Κανο­νι­σμός (ΕΕ) 330/2010 – Άρθρο 3, παρά­γρα­φος 1 – Ορισμός της σχε­τι­κής αγοράς »

Στην υπόθεση C‑264/23,

με αντι­κεί­μενο αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank Amsterdam (πρω­το­δι­κείο Άμστερ­νταμ, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 22ας Φεβρουα­ρίου 2023, η οποία περι­ήλθε στο Δικα­στή­ριο στις 24 Απρι­λίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

Booking .com BV,

Booking .com (Deutschland) GmbH

κατά

25hours Hotel Company Berlin GmbH,

Aletto Kudamm GmbH,

Air-Hotel Wartburg Tagungs- & Sporthotel GmbH,

Andel’s Berlin Hotelbetriebs GmbH,

Angleterre Hotel GmbH & Co. KG,

Atrium Hotelgesellschaft mbH,

Azimut Hotelbetrieb Köln GmbH & Co. KG,

Barcelo Cologne GmbH,

Business Hotels GmbH,

Cocoon München GmbH,

DJC Operations GmbH,

Dorint GmbH,

Eleazar Novum GmbH,

Empire Riverside Hotel GmbH & Co. KG,

Explorer Hotel Fischen GmbH & Co. KG,

Explorer Hotel Nesselwang GmbH & Co. KG,

Explorer Hotel Schönau GmbH & Co. KG,

Fleming’s Hotel Management und Servicegesellschaft mbH & Co. KG,

G. Stürzer GmbH Hotelbetriebe,

Hotel Bellevue Dresden Betriebs GmbH,

Hotel Europäischer Hof W.A.L. Berk GmbH & Co. KG,

Hotel Hafen Hamburg. Wilhelm Bartels GmbH & Co. KG,

Hotel John F GmbH,

Hotel Obermühle GmbH,

Hotel Onyx GmbH,

Hotel Rubin GmbH,

Hotel Victoria Betriebs- und Verwaltungs GmbH,

Hotel Wallis GmbH,

i31 Hotel GmbH,

IntercityHotel GmbH,

ISA Group GmbH,

Kur-Cafe Hotel Allgäu GmbH,

Lindner Hotels AG,

M Privathotels GmbH & Co. KG,

Maritim Hotelgesellschaft mbH,

MEININGER Shared Services GmbH,

Oranien Hotelbetriebs GmbH,

Platzl Hotel Inselkammer KG,

prize Deutschland GmbH,

Relexa Hotel GmbH,

SANA BERLIN HOTEL GmbH,

SavFra Hotelbesitz GmbH,

Scandic Hotels Deutschland GmbH,

Schlossgarten Hotelgesellschaft mbH,

Seaside Hotels GmbH & Co. KG,

SHK Hotel Betriebsgesellschaft mbH,

Steigenberger Hotels GmbH,

Sunflower Management GmbH & Co. KG,

The Mandala Hotel GmbH,

The Mandala Suites GmbH,

THR Hotel am Alexanderplatz Berlin Betriebs- und Management GmbH,

THR III Berlin Prager-Platz Hotelbetriebs- und Beteiligungsgesellschaft mbH,

THR München Konferenz und Event Hotelbetriebs- und Management GmbH,

THR Rhein/Main Hotelbetriebs- und Beteiligungs-GmbH,

THR XI Berlin Hotelbetriebs- und Beteiligungsgesellschaft mbH,

THR XXX Hotelbetriebs- und Beteiligungs-GmbH,

Upstalsboom Hotel + Freizeit GmbH & Co. KG,

VI VADI HOTEL Betriebsgesellschaft mbH & Co. KG,

Weissbach Hotelbetriebsgesellschaft mbH,

Wickenhäuser & Egger AG,

Wikingerhof GmbH & Co. KG,

Hans-Hermann Geiling (Hotel Präsident),

Karl Herfurtner, Hotel Stadt München e.K.,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκεί­μενο από τους A. Prechal, πρόεδρο τμή­μα­τος, F. Biltgen, N. Wahl (ειση­γητή), J. Passer και M. L. Arastey Sahún, δικα­στές,

γενικός εισαγ­γε­λέας: A. M. Collins

γραμ­μα­τέας: A. Lamote, διοι­κη­τική υπάλ­λη­λος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη δια­δι­κα­σία και κατόπιν της επ’ ακρο­α­τη­ρίου συζη­τή­σεως της 29ης Φεβρουα­ρίου 2024,

λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις παρα­τη­ρή­σεις που υπέ­βα­λαν:

–        οι Booking.com BV και Booking.com (Deutschland) GmbH, εκπρο­σω­πού­με­νες από τους J. K. de Pree, H. Gornall, P. W. Post και K. J. Saarloos, advocaten,

–        οι 25hours Hotel Company Berlin GmbH κ.λπ., εκπρο­σω­πού­με­νοι από τους R. Buchmann και V. Soyez, Rechtsanwälte, H. C. E. P. J. Janssen και A. P. van Oosten, advocaten,

–        η Γερ­μα­νική Κυβέρ­νηση, εκπρο­σω­πού­μενη από τους J. Möller και P.‑L. Krüger,

–        η Ελλη­νική Κυβέρ­νηση, εκπρο­σω­πού­μενη από τον K. Μπό­σκο­βιτς και τη Χ. Κοκκόση,

–        η Ισπα­νική Κυβέρ­νηση, εκπρο­σω­πού­μενη από τον L. Aguilera Ruiz,

–        η Αυστριακή Κυβέρ­νηση, εκπρο­σω­πού­μενη από τις J. Schmoll και E. Samoilova,

–        η Ευρω­παϊκή Επι­τροπή, εκπρο­σω­πού­μενη από τον S. Baches Opi, τον G. Meessen και τη C. Zois,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγ­γε­λέα που ανέ­πτυξε τις προ­τά­σεις του κατά τη συνε­δρί­αση της 6ης Ιουνίου 2024,

εκδίδει την ακό­λουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως αφορά την ερμη­νεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του κανο­νι­σμού (ΕΕ) 330/2010 της Επι­τρο­πής, της 20ής Απρι­λίου 2010, για την εφαρ­μογή του άρθρου 101 παρά­γρα­φος 3 [ΣΛΕΕ] σε ορι­σμέ­νες κατη­γο­ρίες κάθετων συμ­φω­νιών και εναρ­μο­νι­σμέ­νων πρα­κτι­κών (ΕΕ 2010, L 102, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υπο­βλή­θηκε στο πλαίσιο ένδικης δια­φο­ράς μεταξύ, αφενός, των Booking.com BV και Booking.com (Deutschland) GmbH (στο εξής, από κοινού: Booking.com) και, αφε­τέ­ρου, των 25hours Hotel Company Berlin GmbH και 62 άλλων ξενο­δο­χεια­κών μονάδων ευρι­σκό­με­νων στη Γερ­μα­νία σχετικά με το κύρος, υπό το πρίσμα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, των ρητρών καλύ­τε­ρης τιμής τις οποίες χρη­σι­μο­ποιεί η Booking.com στις συμ­βά­σεις που συνά­πτει με τις εν λόγω μονάδες.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανο­νι­σμός (ΕΚ) 1/2003

3        Το άρθρο 11 του κανο­νι­σμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμ­βου­λίου, της 16ης Δεκεμ­βρίου 2002, για την εφαρ­μογή των κανόνων αντα­γω­νι­σμού που προ­βλέ­πο­νται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), επι­γρά­φε­ται «Συνερ­γα­σία μεταξύ της [Ευρω­παϊ­κής] Επι­τρο­πής και των αρχών αντα­γω­νι­σμού των κρατών μελών» και προ­βλέ­πει τα εξής:

«1.      Η Επι­τροπή και οι αρχές αντα­γω­νι­σμού των κρατών μελών συνερ­γά­ζο­νται στενά για την εφαρ­μογή της […] νομο­θε­σίας αντα­γω­νι­σμού [της Ένωσης].

[…]

5.      Οι αρχές αντα­γω­νι­σμού των κρατών μελών δύνα­νται να συμ­βου­λεύ­ο­νται την Επι­τροπή σχετικά με οποια­δή­ποτε υπόθεση που αφορά την εφαρ­μογή της […] νομο­θε­σίας [της Ένωσης].

[…]»

 Ο κανο­νι­σμός 330/2010

4        Σύμφωνα με το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, του κανο­νι­σμού 330/2010, η ισχύς του κανο­νι­σμού αυτού έληξε στις 31 Μαΐου 2022.

5        Οι αιτιο­λο­γι­κές σκέψεις 5 και 9 του κανο­νι­σμού είχαν ως εξής:

«(5)      Το ευερ­γέ­τημα της απαλ­λα­γής κατά κατη­γο­ρία που θεσπί­ζε­ται με τον παρόντα κανο­νι­σμό πρέπει να περιο­ρι­σθεί στις κάθετες εκείνες συμ­φω­νίες για τις οποίες μπορεί να θεω­ρη­θεί με επαρκή βαθμό βεβαιό­τη­τας ότι πληρούν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρθρου 101 παρά­γρα­φος 3 [ΣΛΕΕ].

[…]

(9)      Όταν το εν λόγω μερίδιο αγοράς υπερ­βαί­νει το 30 %, δεν είναι δυνατόν να θεω­ρη­θεί ότι οι κάθετες συμ­φω­νίες που εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρ­μο­γής του άρθρου 101 παρά­γρα­φος 1 [ΣΛΕΕ] δημιουρ­γούν αντι­κει­με­νικά πλε­ο­νε­κτή­ματα τέτοιου είδους και σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντι­σταθ­μί­ζο­νται τα μειο­νε­κτή­ματα που προ­κα­λούν στον αντα­γω­νι­σμό. Συγ­χρό­νως, δεν μπορεί ούτε να θεω­ρη­θεί ότι αυτές οι κάθετες συμ­φω­νίες εμπί­πτουν στο άρθρο 101 παρά­γρα­φος 1 [ΣΛΕΕ] ούτε ότι δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 101 παρά­γρα­φος 3 [ΣΛΕΕ].»

6        Κατά το άρθρο 1, παρά­γρα­φος 1, στοι­χείο αʹ, του εν λόγω κανο­νι­σμού:

«Για τους σκοπούς του παρό­ντος κανο­νι­σμού, νοού­νται ως:

α)      “κάθετες συμ­φω­νίες”, οι συμ­φω­νίες ή εναρ­μο­νι­σμέ­νες πρα­κτι­κές που συνά­πτο­νται μεταξύ δύο ή περισ­σο­τέ­ρων επι­χει­ρή­σεων καθεμία εκ των οποίων δρα­στη­ριο­ποιεί­ται, για τους σκοπούς της συμ­φω­νίας ή της εναρ­μο­νι­σμέ­νης πρα­κτι­κής, σε δια­φο­ρε­τικό επίπεδο της αλυ­σί­δας παρα­γω­γής ή δια­νο­μής, και που αφορούν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνα­νται να προ­μη­θεύ­ο­νται, να πωλούν ή να μετα­πω­λούν ορι­σμένα αγαθά ή υπη­ρε­σίες».

7  Το άρθρο 2 του ίδιου κανο­νι­σμού όριζε τα ακό­λουθα:

«1.      Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρά­γρα­φος 3 [ΣΛΕΕ] και με την επι­φύ­λαξη των δια­τά­ξεων του παρό­ντος κανο­νι­σμού, το άρθρο 101 παρά­γρα­φος 1 [ΣΛΕΕ] κηρύσ­σε­ται ανε­φάρ­μο­στο στις κάθετες συμ­φω­νίες.

Η εν λόγω απαλ­λαγή εφαρ­μό­ζε­ται στον βαθμό που οι εν λόγω συμ­φω­νίες περι­λαμ­βά­νουν κάθε­τους περιο­ρι­σμούς.

[…]»

8  Το άρθρο 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού 330/2010 είχε ως εξής:

«Η απαλ­λαγή που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 2 εφαρ­μό­ζε­ται υπό τον όρο ότι το μερίδιο αγοράς του προ­μη­θευτή δεν υπερ­βαί­νει το 30 % της σχε­τι­κής αγοράς στην οποία πωλεί τα ανα­φε­ρό­μενα στη σύμβαση αγαθά ή υπη­ρε­σίες και το μερίδιο αγοράς του αγο­ρα­στή δεν υπερ­βαί­νει το 30 % της σχε­τι­κής αγοράς στην οποία αγο­ρά­ζει τα ανα­φε­ρό­μενα στη σύμβαση αγαθά ή υπη­ρε­σίες.»

 Η οδηγία 2014/104/ΕΕ

9        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λίου και του Συμ­βου­λίου, της 26ης Νοεμ­βρίου 2014, σχετικά με ορι­σμέ­νους κανόνες που διέπουν τις αγωγές απο­ζη­μί­ω­σης βάσει του εθνικού δικαίου για παρα­βά­σεις των δια­τά­ξεων του δικαίου αντα­γω­νι­σμού των κρατών μελών και της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349, σ. 1), το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντι­κεί­μενο και πεδίο εφαρ­μο­γής», προ­βλέ­πει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπί­ζει ορι­σμέ­νους ανα­γκαί­ους κανόνες για να δια­σφα­λί­ζε­ται ότι οιοσ­δή­ποτε υπέστη ζημία λόγω παρά­βα­σης του δικαίου αντα­γω­νι­σμού από επι­χεί­ρηση ή από ένωση επι­χει­ρή­σεων μπορεί να ασκήσει απο­τε­λε­σμα­τικά το δικαί­ωμα για αξίωση πλήρους απο­ζη­μί­ω­σης για την εν λόγω ζημία από την επι­χεί­ρηση ή την ένωση επι­χει­ρή­σεων. Θεσπί­ζει τους κανόνες για την προ­ώ­θηση του ανό­θευ­του αντα­γω­νι­σμού στην εσω­τε­ρική αγορά και την άρση των εμπο­δίων στην εύρυθμη λει­τουρ­γία της, δια­σφα­λί­ζο­ντας ισότιμη προ­στα­σία σε όλη την [Ευρω­παϊκή] Ένωση για οποιον­δή­ποτε έχει υποστεί τέτοια ζημία.

2.      Η παρούσα οδηγία θεσπί­ζει κανόνες για τον συντο­νι­σμό μεταξύ της επι­βο­λής των κανόνων αντα­γω­νι­σμού από τις αρχές αντα­γω­νι­σμού και της επι­βο­λής των κανόνων αυτών σε αγωγές απο­ζη­μί­ω­σης ενώπιον των εθνικών δικα­στη­ρίων.»

10      Κατά το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ισχύς των εθνικών απο­φά­σεων»:

«1.      Τα κράτη μέλη εξα­σφα­λί­ζουν ότι η παρά­βαση διά­τα­ξης δικαίου αντα­γω­νι­σμού η οποία έχει δια­πι­στω­θεί με [απρό­σβλητη] απόφαση εθνικής αρχής αντα­γω­νι­σμού ή [δικα­στη­ρίου επα­νε­ξέ­τα­σης] θεω­ρεί­ται πλέον αδιά­ψευ­στη για τους σκοπούς της αγωγής απο­ζη­μί­ω­σης που εισά­γε­ται ενώπιον των εθνικών τους δικα­στη­ρίων, δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή δυνάμει του εθνικού δικαίου αντα­γω­νι­σμού.

2.      Τα κράτη μέλη μερι­μνούν ώστε, όταν [απρό­σβλητη] απόφαση της παρα­γρά­φου 1 έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, αυτή η [απρό­σβλητη] απόφαση να μπορεί να υπο­βλη­θεί ενώπιον των εθνικών τους δικα­στη­ρίων σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο ως του­λά­χι­στον εκ πρώτης όψεως μέσο από­δει­ξης του γεγο­νό­τος της παρά­βα­σης του δικαίου αντα­γω­νι­σμού και, κατά περί­πτωση, να μπορεί να εκτι­μη­θεί παράλ­ληλα με τυχόν άλλο απο­δει­κτικό υλικό που προ­σκο­μί­ζουν οι διά­δι­κοι.

3.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώ­ματα και τις υπο­χρε­ώ­σεις των εθνικών δικα­στη­ρίων που προ­βλέ­πο­νται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα

11      Η Booking.com BV, εταιρία ολλαν­δι­κού δικαίου με έδρα το Άμστερ­νταμ (Κάτω Χώρες), ιδρύ­θηκε το 1996 και παρέχει παγκο­σμίως υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης για κρα­τή­σεις κατα­λυ­μά­των μέσω της εκμε­τάλ­λευ­σης της δια­δι­κτυα­κής της πλατ­φόρ­μας booking.com. Υπο­στη­ρί­ζε­ται στις δρα­στη­ριό­τη­τές της από θυγα­τρι­κές εγκα­τε­στη­μέ­νες σε άλλα κράτη μέλη, όπως, μεταξύ άλλων, από την Booking.com (Deutschland) που είναι εγκα­τε­στη­μένη στη Γερ­μα­νία.

12 Η Booking .com δεν είναι ούτε προ­μη­θευ­τής ούτε απο­δέ­κτης υπη­ρε­σιών παροχής κατα­λύ­μα­τος. Επίσης, δεν καθο­ρί­ζει ποια δωμάτια προ­σφέ­ρο­νται μέσω της πλατ­φόρ­μας της και σε ποιες τιμές, δεδο­μέ­νου ότι τα στοι­χεία αυτά καθο­ρί­ζο­νται από τα κατα­λύ­ματα. Επο­μέ­νως, η Booking.com απλώς φέρνει σε επαφή, στην πλατ­φόρμα της, τα κατα­λύ­ματα με τους ταξι­διώ­τες.

13  Οι υπη­ρε­σίες που παρέχει η πλατ­φόρμα την οποία εκμε­ταλ­λεύ­ε­ται η Booking.com είναι δωρεάν για τους ταξι­διώ­τες. Οι ξενο­δο­χεια­κές μονάδες κατα­βάλ­λουν προ­μή­θεια στην Booking.com σε περί­πτωση που ένας πελάτης πραγ­μα­το­ποι­ή­σει κράτηση μέσω της πλατ­φόρ­μας αυτής και δεν την ακυ­ρώ­σει. Ανε­ξάρ­τητα από τη συγκε­κρι­μένη πλατ­φόρμα, οι εν λόγω μονάδες μπορούν να χρη­σι­μο­ποιούν εναλ­λα­κτι­κούς διαύ­λους πωλή­σεων.

14  Κατά την είσοδό της στη γερ­μα­νική αγορά το 2006, η Booking .com, όπως και άλλες πλατ­φόρ­μες ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων, απο­κα­λού­με­νες επίσης «Online Travel Agencies» (δια­δι­κτυακά ταξι­διω­τικά πρα­κτο­ρεία) (στο εξής: OTA), περι­λάμ­βανε, στους γενι­κούς όρους των συμ­φω­νιών που συνήπτε με τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των, τη λεγό­μενη «ευρεία ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής». Βάσει της ρήτρας αυτής, δεν επι­τρε­πό­ταν στους εν λόγω παρό­χους να προ­σφέ­ρουν, μέσω των δικών τους διαύλων πωλή­σεων ή μέσω διαύλων πωλή­σεων τους οποίους εκμε­ταλ­λεύ­ο­νταν τρίτοι, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των αντα­γω­νι­στι­κών OTA, δωμάτια σε τιμή χαμη­λό­τερη από την προ­τει­νό­μενη στον ιστό­τοπο της Booking.com.

15 Με απόφαση της 20ής Δεκεμ­βρίου 2013, η Bundeskartellamt (Ομο­σπον­διακή Αρχή Αντα­γω­νι­σμού, Γερ­μα­νία) έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ευρεία ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής που χρη­σι­μο­ποιούσε η Hotel Reservation Service Robert Ragge GmbH (στο εξής: HRS), ένα από τα OTA που δρα­στη­ριο­ποιού­νταν στη γερ­μα­νική αγορά, ήταν αντί­θετη προς την απα­γό­ρευση των συμπρά­ξεων κατά το δίκαιο της Ένωσης και το γερ­μα­νικό δίκαιο και διέταξε την παύση της χρήσης της.

16  Κατά τη διάρ­κεια του 2013, η ως άνω αρχή κίνησε επίσης έρευνα σχετικά με την ευρεία ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής την οποία χρη­σι­μο­ποιούσε η Booking.com και η οποία ήταν παρό­μοια με εκείνη που χρη­σι­μο­ποιούσε η HRS.

17  Με απόφαση της 9ης Ιανουα­ρίου 2015, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περι­φε­ρειακό δικα­στή­ριο Ντί­σελ­ντορφ, Γερ­μα­νία) απέρ­ριψε την προ­σφυγή που άσκησε η HRS κατά της από­φα­σης της εν λόγω αρχής της 20ής Δεκεμ­βρίου 2013. Η απόφαση του δικα­στη­ρίου αυτού, κατά της οποίας δεν ασκή­θηκε ένδικο μέσο, κατέστη τελε­σί­δικη.

18  Από την 1η Ιουλίου 2015, η Booking.com δεσμεύ­τηκε, σε συνεν­νό­ηση με τις αρχές αντα­γω­νι­σμού της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Σου­η­δίας, να δια­γρά­ψει από τους γενι­κούς όρους της την ευρεία ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής και να την αντι­κα­τα­στή­σει με τη λεγό­μενη «στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής», βάσει της οποίας η απα­γό­ρευση προς τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των να προ­σφέ­ρουν τα δωμάτια τους σε καλύ­τε­ρες τιμές από αυτές που προ­τεί­νο­νται μέσω της Booking.com ισχύει μόνο για τις προ­σφο­ρές που γίνο­νται μέσω των δικών τους διαύλων πωλή­σεων.

19 Με απόφαση της 22ας Δεκεμ­βρίου 2015, η οποία ελήφθη κατόπιν δια­βού­λευ­σης με την Επι­τροπή δυνάμει του άρθρου 11, παρά­γρα­φος 5, του κανο­νι­σμού 1/2003, η Ομο­σπον­διακή Αρχή Αντα­γω­νι­σμού εκτί­μησε ότι μια τέτοια στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής ήταν επίσης αντί­θετη προς την απα­γό­ρευση των συμπρά­ξεων κατά το δίκαιο της Ένωσης και το γερ­μα­νικό δίκαιο και διέταξε την Booking.com να παύσει να τη χρη­σι­μο­ποιεί. Η αρχή αυτή έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τέτοιες ρήτρες περιό­ρι­ζαν τον αντα­γω­νι­σμό τόσο στην αγορά παροχής υπη­ρε­σιών κατα­λυ­μά­των όσο και στην αγορά παροχής δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης από τις πλατ­φόρ­μες προς τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των. Η ανωτέρω αρχή έκρινε επίσης, αφενός, ότι, λόγω του σημα­ντι­κού μερι­δίου που κατείχε η Booking.com στη σχετική αγορά, οι ρήτρες αυτές δεν μπο­ρού­σαν να απαλ­λα­γούν δυνάμει του κανο­νι­σμού 330/2010 και, αφε­τέ­ρου, ότι δεν πλη­ρού­νταν ούτε οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την εφαρ­μογή ατο­μι­κής απαλ­λα­γής βάσει του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ.

20 Με απόφαση της 4ης Ιουνίου 2019, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περι­φε­ρειακό δικα­στή­ριο Ντί­σελ­ντορφ) έκανε εν μέρει δεκτή την προ­σφυγή που άσκησε η Booking.com κατά της ως άνω από­φα­σης της 22ας Δεκεμ­βρίου 2015. Το δικα­στή­ριο αυτό έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής περιό­ριζε μεν τον αντα­γω­νι­σμό, πλην όμως μπο­ρούσε, ως παρε­πό­με­νος περιο­ρι­σμός, να θεω­ρη­θεί ανα­γκαία ώστε να δύναται η Booking.com να λάβει δίκαιη αμοιβή για την παροχή των υπη­ρε­σιών της. Ειδι­κό­τερα, θα ήταν αθέμιτο εκ μέρους των κατα­λυ­μά­των να εγγρά­φο­νται στην πλατ­φόρμα κρα­τή­σεων της Booking.com, αλλά στη συνέ­χεια να παρα­κι­νούν τους πελάτες να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν κράτηση απευ­θείας σε συνεν­νό­ηση με αυτά προ­σφέ­ρο­ντας καλύ­τε­ρες τιμές στον δικό τους ιστό­τοπο. Κατά το εν λόγω δικα­στή­ριο, η δυνα­τό­τητα των κατα­λυ­μά­των να μετα­φέ­ρουν τις κρα­τή­σεις προς τα δικά τους συστή­ματα κρα­τή­σεων συνι­στούσε επαρκή δικαιο­λο­γία ώστε η Booking.com να εμπο­δί­ζει συμ­βα­τι­κώς τα κατα­λύ­ματα να επι­δί­δο­νται σε «παρα­σι­τι­σμό» (free riding). Επο­μέ­νως, η ρήτρα αυτή δεν μπο­ρούσε, κατά το ανωτέρω δικα­στή­ριο, να θεω­ρη­θεί αντί­θετη προς την απα­γό­ρευση των συμπρά­ξεων που προ­βλέ­πε­ται στο εθνικό δίκαιο και στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ.

21 Το 2020 η Hotelverband Deutschland e.V., ένωση που εκπρο­σω­πεί περισ­σό­τερα από 2 600 ξενο­δο­χεία, άσκησε ενώπιον του Landgericht Berlin (πρω­το­δι­κείου Βερο­λί­νου, Γερ­μα­νία) αγωγή απο­ζη­μιώ­σεως κατά της Booking.com με αίτημα την απο­κα­τά­σταση της ζημίας που υπο­στη­ρί­ζουν ότι υπέ­στη­σαν τα μέλη της ένωσης αυτής λόγω των ρητρών καλύ­τε­ρης τιμής.

22      Με απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομο­σπον­διακό Δικα­στή­ριο, Γερ­μα­νία), επι­λη­φθέν αιτή­σεως αναι­ρέ­σεως που άσκησε η Ομο­σπον­διακή Αρχή Αντα­γω­νι­σμού, αναί­ρεσε την απόφαση του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώ­τε­ρου περι­φε­ρεια­κού δικα­στη­ρίου Ντί­σελ­ντορφ) της 4ης Ιουνίου 2019. Έκρινε ότι η στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής περιό­ριζε σημα­ντικά τον αντα­γω­νι­σμό στην αγορά των δια­δι­κτυα­κών πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων καθώς και στην αγορά των ξενο­δο­χεια­κών κατα­λυ­μά­των. Μια τέτοια ρήτρα δεν μπο­ρούσε να χαρα­κτη­ρι­στεί ως «παρε­πό­με­νος περιο­ρι­σμός», δεδο­μέ­νου ότι δεν απο­δεί­χθηκε ότι, εάν αυτή δεν υπήρχε, θα δια­κυ­βευό­ταν η κερ­δο­φο­ρία της Booking.com. Η εν λόγω ρήτρα δεν μπο­ρούσε επίσης να τύχει απαλ­λα­γής δυνάμει του κανο­νι­σμού 330/2010 ή οποιασ­δή­ποτε άλλης απαλ­λα­γής από την απα­γό­ρευση των συμπρά­ξεων κατά το δίκαιο της Ένωσης και το γερ­μα­νικό δίκαιο.

23 Στις 23 Οκτω­βρίου 2020 η Booking.com άσκησε ενώπιον του Rechtbank Amsterdam (πρω­το­δι­κείου Άμστερ­νταμ, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικα­στή­ριο στην υπό κρίση υπόθεση, αγωγή με αίτημα να ανα­γνω­ρι­στεί, αφενός, ότι οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής τις οποίες χρη­σι­μο­ποιεί δεν αντι­βαί­νουν στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ και, αφε­τέ­ρου, ότι οι ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης δεν υπέ­στη­σαν ζημία λόγω των ρητρών αυτών. Οι τελευ­ταίες ζήτησαν, με αντα­γωγή, από το ως άνω δικα­στή­ριο, αφενός, να δια­πι­στώ­σει ότι η Booking.com παρέβη το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και, αφε­τέ­ρου, να την υπο­χρε­ώ­σει να κατα­βά­λει απο­ζη­μί­ωση για παρά­βαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

24 Κατά το αιτούν δικα­στή­ριο, το οποίο έκρινε εαυτό αρμόδιο να εκδι­κά­σει την υπόθεση με παρε­μπί­πτουσα απόφαση της 26ης Οκτω­βρίου 2022, τίθεται, πρώτον, το ερώτημα αν τόσο οι ευρείες όσο και οι στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες περι­λαμ­βά­νο­νται στις συμ­βά­σεις που συνά­πτο­νται μεταξύ των OTA και των συν­δε­δε­μέ­νων παρόχων κατα­λυ­μά­των πρέπει, για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, να χαρα­κτη­ρι­στούν ως «παρε­πό­με­νοι περιο­ρι­σμοί».

25 Το αιτούν δικα­στή­ριο δια­πι­στώ­νει ότι το Δικα­στή­ριο δεν έχει μέχρι σήμερα απο­φαν­θεί επί του ζητή­μα­τος αν τέτοιες ρήτρες, βάσει των οποίων μια δια­δι­κτυακή πλατ­φόρμα κρα­τή­σεων εμπο­δί­ζει τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των που είναι συν­δε­δε­μέ­νοι με αυτή να χρε­ώ­νουν χαμη­λό­τε­ρες τιμές –ανάλογα με την περί­πτωση, σε όλους τους διαύ­λους πωλή­σεων ή σε ορι­σμέ­νους άλλους διαύ­λους πωλή­σεων– από εκείνες που προ­τεί­νο­νται στην εν λόγω πλατ­φόρμα, μπορούν, ως παρε­πό­με­νοι περιο­ρι­σμοί, να εξαι­ρε­θούν από το πεδίο εφαρ­μο­γής της απα­γό­ρευ­σης των συμπρά­ξεων που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ. Το ζήτημα αυτό όμως οδηγεί σε απο­κλί­νου­σες ανα­λύ­σεις, πράγμα που θα μπο­ρούσε να έχει ως συνέ­πεια την έκδοση αντι­φα­τι­κών απο­φά­σεων.

26  Συναφώς, το ανωτέρω δικα­στή­ριο διε­ρω­τά­ται αν η Booking.com δεν θα έπρεπε να είναι σε θέση να προ­στα­τεύ­ε­ται από τους κιν­δύ­νους παρα­σι­τι­σμού. Από τη νομο­λο­γία που επι­κα­λού­νται οι ενά­γου­σες της κύριας δίκης προ­κύ­πτει ιδίως ότι δεν είναι ανα­γκαίο να απο­δει­χθεί ότι η παρά­βαση συμ­βα­τι­κού περιο­ρι­σμού θέτει σε κίνδυνο τη βιω­σι­μό­τητα της επι­χεί­ρη­σης, αλλά αρκεί να «δια­κυ­βεύ­ε­ται» η βιω­σι­μό­τητα αυτή. Επι­ση­μαί­νε­ται επίσης ότι, εν τω μεταξύ, τόσο η στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής όσο και η ευρεία ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής απα­γο­ρεύ­θη­καν με νόμο στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αυστρία και ότι η δίκη που εκκρε­μεί επί του παρό­ντος ενώπιον του Landgericht Berlin (πρω­το­δι­κείου Βερο­λί­νου) αφορά το ίδιο ζήτημα με το επίμαχο στην παρούσα δια­δι­κα­σία.

27 Δεύ­τε­ρον, σε περί­πτωση που κριθεί ότι οι επί­δι­κες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής δεν μπορούν να χαρα­κτη­ρι­στούν ως «παρε­πό­με­νος περιο­ρι­σμός», το αιτούν δικα­στή­ριο εκτιμά ότι τίθεται το ερώτημα αν οι ρήτρες αυτές μπορούν να τύχουν απαλ­λα­γής. Για την εφαρ­μογή, όμως, του κανο­νι­σμού 330/2010, απαι­τεί­ται να είναι γνωστό πώς πρέπει να οριστεί η αγορά των επί­μα­χων προ­ϊ­ό­ντων. Εν προ­κει­μένω, το αιτούν δικα­στή­ριο εκτιμά ότι ο τρόπος ορισμού της σχε­τι­κής αγοράς, η οποία έχει «πολύ­πλευρο» χαρα­κτήρα, στε­ρεί­ται σαφή­νειας.

28  Υπό τις συν­θή­κες αυτές, το Rechtbank Amsterdam (πρω­το­δι­κείο Άμστερ­νταμ) απο­φά­σισε να ανα­στεί­λει την ενώπιόν του δια­δι­κα­σία και να υπο­βά­λει στο Δικα­στή­ριο τα ακό­λουθα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα:

«1)  Πρέπει η ευρεία και η στενή ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής να θεω­ρη­θεί, στο πλαίσιο [της εφαρ­μο­γής] του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, ως παρε­πό­με­νος περιο­ρι­σμός;

2)  Πώς πρέπει να οριο­θε­τη­θεί η σχετική αγορά, στο πλαίσιο της εφαρ­μο­γής του κανο­νι­σμού […] 330/2010, σε περί­πτωση πραγ­μα­το­ποί­η­σης συναλ­λα­γών μέσω [πλατ­φόρ­μας ΟΤΑ] όπου τα κατα­λύ­ματα έχουν τη δυνα­τό­τητα να προ­σφέ­ρουν δωμάτια και να επι­κοι­νω­νούν με ταξι­διώ­τες που μπορούν να κάνουν κράτηση δωμα­τίου μέσω της πλατ­φόρ­μας;»

Επί του παρα­δε­κτού της αιτή­σεως προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως

29  Το παρα­δε­κτό της αιτή­σεως προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως αμφι­σβη­τή­θηκε για τρεις λόγους.

30 Πρώτον, κατά τις ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης, η αίτηση αυτή δεν πληροί τις απαι­τή­σεις του άρθρου 94 του Κανο­νι­σμού Δια­δι­κα­σίας του Δικα­στη­ρίου, δεδο­μέ­νου ότι το αιτούν δικα­στή­ριο δεν περιέ­γραψε με ακρί­βεια και πλη­ρό­τητα το πραγ­μα­τικό πλαίσιο εντός του οποίου υπο­βλή­θη­καν τα ερω­τή­ματα.

31  Συναφώς, από τη συνο­λική εξέταση της αιτή­σεως προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως προ­κύ­πτει ότι το αιτούν δικα­στή­ριο προσ­διό­ρισε επαρκώς το πραγ­μα­τικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσ­σε­ται η αίτησή του περί ερμη­νείας, κατά τρόπον ώστε να καθί­στα­ται δυνατό τόσο στους ενδια­φε­ρο­μέ­νους να υπο­βά­λουν παρα­τη­ρή­σεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργα­νι­σμού του Δικα­στη­ρίου της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης όσο και στο Δικα­στή­ριο να δώσει χρήσιμη απά­ντηση στην εν λόγω αίτηση. Ειδι­κό­τερα, το δικα­στή­ριο αυτό ανα­φέρ­θηκε σαφώς στις απο­φά­σεις που έλαβαν η Ομο­σπον­διακή Αρχή Αντα­γω­νι­σμού και τα γερ­μα­νικά δικα­στή­ρια στο πλαίσιο των δια­φο­ρών μεταξύ OTA και ξενο­δο­χεια­κών μονάδων στη Γερ­μα­νία.

32  Επο­μέ­νως, ο πρώτος λόγος απα­ρα­δέ­κτου που προ­έ­βα­λαν οι ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης πρέπει να απορ­ρι­φθεί.

33  Δεύ­τε­ρον, τόσο οι ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης όσο και η Γερ­μα­νική Κυβέρ­νηση ισχυ­ρί­ζο­νται ότι η αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως αφορά αμιγώς υπο­θε­τικά ερω­τή­ματα, που δεν έχουν σχέση με τη δια­δι­κα­σία της κύριας δίκης. Υπο­στη­ρί­ζουν ότι η προ­βλη­μα­τική στην οποία βασί­ζο­νται τα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα έχει ήδη εξε­τα­στεί από την Ομο­σπον­διακή Αρχή Αντα­γω­νι­σμού, με τις απο­φά­σεις της 20ής Δεκεμ­βρίου 2013 και της 22ας Δεκεμ­βρίου 2015, όσον αφορά, αντι­στοί­χως, τις ευρείες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής και τις στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής, απο­φά­σεις οι οποίες επι­κυ­ρώ­θη­καν εν τέλει με την απόφαση της 9ης Ιανουα­ρίου 2015 του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώ­τε­ρου περι­φε­ρεια­κού δικα­στη­ρίου Ντί­σελ­ντορφ) και την απόφαση της 18ης Μαΐου 2021 του Bundesgerichtshof (Ανώ­τα­του Ομο­σπον­δια­κού Δικα­στη­ρίου). Στο μέτρο όμως, ιδίως, που το αιτούν δικα­στή­ριο οφείλει, βάσει των δια­τά­ξεων του άρθρου 9 της οδηγίας 2014/104, να λάβει υπόψη τις απο­φά­σεις της ως άνω αρχής και των ως άνω δικα­στη­ρίων, υπάρ­χουν λόγοι να εκφρα­στούν αμφι­βο­λίες ως προς την ανα­γκαιό­τητα υπο­βο­λής των προ­δι­κα­στι­κών αυτών ερω­τη­μά­των.

34  Συναφώς, υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι ενα­πό­κει­ται απο­κλει­στι­κώς στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επι­λη­φθεί της δια­φο­ράς και φέρει την ευθύνη για τη δικα­στική απόφαση που πρό­κει­ται να εκδοθεί, να εκτι­μή­σει, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις ιδιο­μορ­φίες της υπό­θε­σης, τόσο την ανα­γκαιό­τητα εκδό­σεως προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως για να είναι σε θέση να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσι­τέ­λεια των ερω­τη­μά­των που υπο­βάλ­λει στο Δικα­στή­ριο. Επο­μέ­νως, εφόσον τα υπο­βλη­θέ­ντα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα αφορούν την ερμη­νεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικα­στή­ριο υπο­χρε­ού­ται κατ’ αρχήν να απο­φαν­θεί (απο­φά­σεις της 9ης Ιουλίου 2020, Santen, C‑673/18, EU:C:2020:531, σκέψη 26 και εκεί μνη­μο­νευό­μενη νομο­λο­γία, και της 6ης Οκτω­βρίου 2021, Sumal, C‑882/19, EU:C:2021:800, σκέψη 27).

35  Συνεπώς, δεδο­μέ­νου ότι τα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεω­ρού­νται κατά τεκ­μή­ριο λυσι­τελή, το Δικα­στή­ριο δύναται να μην απο­φαν­θεί επί προ­δι­κα­στι­κού ερω­τή­μα­τος που έχει υπο­βλη­θεί από εθνικό δικα­στή­ριο μόνον όταν προ­κύ­πτει προ­δή­λως ότι η ζητού­μενη ερμη­νεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υπο­στατό ή με το αντι­κεί­μενο της δια­φο­ράς της κύριας δίκης, όταν το πρό­βλημα είναι υπο­θε­τι­κής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικα­στή­ριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγ­μα­τικά και νομικά στοι­χεία που είναι ανα­γκαία για να δώσει χρήσιμη απά­ντηση στα ερω­τή­ματα που του έχουν υπο­βλη­θεί (απο­φά­σεις της 9ης Ιουλίου 2020, Santen, C‑673/18, EU:C:2020:531, σκέψη 27 και εκεί μνη­μο­νευό­μενη νομο­λο­γία, και της 6ης Οκτω­βρίου 2021, Sumal, C‑882/19, EU:C:2021:800, σκέψη 28).

36  Τούτο δεν συμ­βαί­νει εν προ­κει­μένω. Είναι προ­φα­νές ότι από την απά­ντηση που θα δώσει το Δικα­στή­ριο στα υπο­βλη­θέ­ντα ερω­τή­ματα θα εξαρ­τη­θεί η έκβαση της δια­φο­ράς της κύριας δίκης.

37  Συναφώς, από τα στοι­χεία της δικο­γρα­φίας που έχει στη διάθεσή του το Δικα­στή­ριο προ­κύ­πτει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης φαί­νε­ται να εμπί­πτει, εν μέρει, στο πεδίο εφαρ­μο­γής της οδηγίας 2014/104, όπως αυτό ορί­ζε­ται στο άρθρο 1 της οδηγίας. Πράγ­ματι, υπό την επι­φύ­λαξη των εξα­κρι­βώ­σεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικα­στή­ριο, η αγωγή και η αντα­γωγή των οποίων αυτό έχει επι­λη­φθεί αφορούν όχι μόνον το ζήτημα αν οι επί­μα­χες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής αντι­βαί­νουν στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, αλλά και το ζήτημα αν μπορεί να στοι­χειο­θε­τη­θεί ευθύνη των ενα­γου­σών της κύριας δίκης λόγω της ζημίας που ισχυ­ρί­ζο­νται ότι υπέ­στη­σαν οι ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης εξαι­τίας των ρητρών αυτών.

38  Το άρθρο 9, παρά­γρα­φος 2, όμως, της οδηγίας 2014/104 ορίζει ότι, όταν ασκεί­ται αγωγή απο­ζη­μιώ­σεως λόγω παρά­βα­σης του δικαίου αντα­γω­νι­σμού ενώπιον των δικα­στη­ρίων κράτους μέλους, τα κράτη μέλη μερι­μνούν ώστε οι απρό­σβλη­τες απο­φά­σεις εθνικής αρχής αντα­γω­νι­σμού ή δικα­στη­ρίου επα­νε­ξέ­τα­σης άλλου κράτους μέλους να μπορούν να υπο­βλη­θούν ως εκ πρώτης όψεως μέσο από­δει­ξης της ύπαρξης παρά­βα­σης του δικαίου του αντα­γω­νι­σμού.

39  Ως εκ τούτου, ακόμη και αν υπο­τε­θεί ότι το αιτούν δικα­στή­ριο έχει πράγ­ματι επι­λη­φθεί αγωγής απο­ζη­μιώ­σεως εμπί­πτου­σας στο πεδίο εφαρ­μο­γής της οδηγίας αυτής, πράγμα το οποίο ενα­πό­κει­ται στο ίδιο να εξα­κρι­βώ­σει, το εν λόγω δικα­στή­ριο δεν δεσμεύ­ε­ται κατ’ ανάγκην από τις δια­πι­στώ­σεις σχετικά με τις ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες περι­λαμ­βά­νο­νται στις απο­φά­σεις της Ομο­σπον­δια­κής Αρχής Αντα­γω­νι­σμού ή στις μετα­γε­νέ­στε­ρες απο­φά­σεις των γερ­μα­νι­κών δικα­στη­ρίων. Επο­μέ­νως, το γεγονός ότι οι απο­φά­σεις αυτές ενδέ­χε­ται να απο­τε­λούν εκ πρώτης όψεως μέσο από­δει­ξης για την ύπαρξη παρά­βα­σης δεν καθιστά απα­ρά­δε­κτη την υπό κρίση αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως.

40 Όσον αφορά το ζήτημα αν και σε ποιο βαθμό οι απρό­σβλη­τες απο­φά­σεις που εκδό­θη­καν στη Γερ­μα­νία μπορούν να επη­ρε­ά­σουν την εκτί­μηση στην οποία θα πρέπει να προβεί ο εθνικός δικα­στής ως προς τη συμ­βα­τό­τητα των επί­δι­κων ρητρών καλύ­τε­ρης τιμής, υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι το άρθρο 9, παρά­γρα­φος 3, της οδηγίας 2014/104 ορίζει σαφώς ότι οι δια­τά­ξεις των παρα­γρά­φων 1 και 2 του άρθρου αυτού «δεν θίγ[ουν] τα δικαιώ­ματα και τις υπο­χρε­ώ­σεις των εθνικών δικα­στη­ρίων που προ­βλέ­πο­νται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ».

41  Εξάλλου, από κανένα στοι­χείο δεν προ­κύ­πτει ότι, όπως ανα­φέ­ρε­ται στη σκέψη 29 της από­φα­σης της 16ης Δεκεμ­βρίου 1981, Foglia (244/80, EU:C:1981:302), η προ­δι­κα­στική δια­δι­κα­σία χρη­σι­μο­ποι­ή­θηκε από τους δια­δί­κους για σκοπούς δια­φο­ρε­τι­κούς από εκεί­νους για τους οποίους προ­βλέ­φθηκε. Ακόμη και αν υπο­τε­θεί ότι η αγωγή που άσκησαν οι ενά­γου­σες της κύριας δίκης ενώπιον του αιτού­ντος δικα­στη­ρίου είχε ως απώτερο στόχο να αντι­κρού­σει τις απρό­σβλη­τες απο­φά­σεις οι οποίες εκδό­θη­καν στη Γερ­μα­νία και με τις οποίες οι ρήτρες αυτές κρί­θη­καν αντί­θε­τες προς το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, μόνο σε εξαι­ρε­τι­κές περι­στά­σεις ενα­πό­κει­ται στο Δικα­στή­ριο να ερευ­νή­σει τις συν­θή­κες υπό τις οποίες του έχουν υπο­βλη­θεί τα ερω­τή­ματα από τον εθνικό δικαστή προ­κει­μέ­νου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απα­ντή­σει.

42 Επο­μέ­νως, δεν προ­κύ­πτει προ­δή­λως ότι η ερμη­νεία των δια­τά­ξεων στις οποίες ανα­φέ­ρο­νται τα προ­δι­κα­στικά ερω­τή­ματα δεν έχει καμία σχέση με το υπο­στατό ή με το αντι­κεί­μενο της δια­φο­ράς της κύριας δίκης ή ότι το πρό­βλημα είναι υπο­θε­τι­κής φύσεως.

 

43  Συνεπώς, ο δεύ­τε­ρος λόγος απα­ρα­δέ­κτου πρέπει επίσης να απορ­ρι­φθεί.

44      Τρίτον, οι ενα­γό­με­νες της κύριας δίκης και η Γερ­μα­νική Κυβέρ­νηση εκτι­μούν ότι η αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως δεν αφορά την «ερμη­νεία» των Συν­θη­κών και των πράξεων του παρά­γω­γου δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αλλά αφορά στην πραγ­μα­τι­κό­τητα την «εφαρ­μογή» δια­τά­ξεων του δικαίου της Ένωσης.  Συγκε­κρι­μένα, το ερώτημα αν οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής συνι­στούν παρε­πό­με­νους περιο­ρι­σμούς, οι οποίοι δεν εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να απα­ντη­θεί κατά τρόπο αφη­ρη­μένο και ανε­ξαρ­τή­τως του πραγ­μα­τι­κού, νομικού και οικο­νο­μι­κού πλαι­σίου εντός του οποίου αυτές εφαρ­μό­ζο­νται. Η οριο­θέ­τηση μιας σχε­τι­κής αγοράς προ­ϊ­ό­ντων δεν συνιστά νομική έννοια, αλλά απαιτεί εκτί­μηση των πραγ­μα­τι­κών περι­στα­τι­κών.

45  Συναφώς, υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν παρέχει στο Δικα­στή­ριο αρμο­διό­τητα να εφαρ­μό­ζει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σε συγκε­κρι­μέ­νες περι­πτώ­σεις, αλλά μόνο να απο­φαί­νε­ται επί της ερμη­νείας των Συν­θη­κών και των πράξεων των θεσμι­κών ή λοιπών οργάνων και οργα­νι­σμών της Ένωσης. Συνεπώς, δεν από­κει­ται στο Δικα­στή­ριο να δια­πι­στώ­σει τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά τα οποία οδή­γη­σαν στη διαφορά της κύριας δίκης και να συνα­γά­γει εξ αυτών τις συνέ­πειες για την απόφαση που καλεί­ται να εκδώσει το αιτούν δικα­στή­ριο ούτε να ερμη­νεύ­σει τις οικείες εθνικές νομο­θε­τι­κές ή κανο­νι­στι­κές δια­τά­ξεις (απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Bouygues travaux publics κ.λπ., C‑17/19, EU:C:2020:379, σκέψεις 51 και 52).

46  Τούτου λεχθέ­ντος, το Δικα­στή­ριο δύναται, στο πλαίσιο της δικα­στι­κής συνερ­γα­σίας την οποία καθιε­ρώ­νει το εν λόγω άρθρο και βάσει των στοι­χείων της δικο­γρα­φίας, να παρά­σχει στο εθνικό δικα­στή­ριο τα στοι­χεία ερμη­νείας του δικαίου της Ένωσης που θα του ήταν χρήσιμα κατά την εκτί­μηση των απο­τε­λε­σμά­των των δια­φό­ρων δια­τά­ξεων του δικαίου αυτού [απόφαση της 6ης Οκτω­βρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτά­κτου ελέγχου και δημο­σίων υπο­θέ­σεων του Ανω­τά­του Δικα­στη­ρίου – Διο­ρι­σμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 133 και εκεί μνη­μο­νευό­μενη νομο­λο­γία].

47   Πιο συγκε­κρι­μένα, το Δικα­στή­ριο, επι­λη­φθέν αιτή­σεων για τον χαρα­κτη­ρι­σμό της συμπε­ρι­φο­ράς μιας επι­χεί­ρη­σης υπό το πρίσμα των δια­τά­ξεων του δικαίου της Ένωσης περί αντα­γω­νι­σμού, και ειδι­κό­τερα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, έκρινε ότι, μολο­νότι ενα­πό­κει­ται στο αιτούν δικα­στή­ριο να εκτι­μή­σει ορι­στι­κώς αν, λαμ­βα­νο­μέ­νων υπόψη όλων των λυσι­τε­λών στοι­χείων που χαρα­κτη­ρί­ζουν την περί­πτωση της υπό­θε­σης της κύριας δίκης και του οικο­νο­μι­κού και νομικού πλαι­σίου εντός του οποίου αυτή εντάσ­σε­ται, η επίμαχη συμ­φω­νία έχει ως αντι­κεί­μενο τον περιο­ρι­σμό του αντα­γω­νι­σμού, εντού­τοις το Δικα­στή­ριο μπορεί, βάσει των στοι­χείων της δικο­γρα­φίας που έχει στη διάθεσή του, να παρά­σχει διευ­κρι­νί­σεις προ­κει­μέ­νου να καθο­δη­γή­σει το αιτούν δικα­στή­ριο στην ερμη­νεία του ώστε να είναι σε θέση το τελευ­ταίο να επι­λύ­σει τη διαφορά (βλ., μεταξύ άλλων, απο­φά­σεις της 18ης Νοεμ­βρίου 2021, Visma Enterprise, C‑306/20, EU:C:2021:935, σκέψεις 51 και 52 και εκεί μνη­μο­νευό­μενη νομο­λο­γία, και της 29ης Ιουνίου 2023, Super Bock Bebidas, C‑211/22, EU:C:2023:529, σκέψεις 28 και 29).

48      Επο­μέ­νως, ούτε ο τρίτος λόγος απα­ρα­δέ­κτου μπορεί να γίνει δεκτός.

49      Λαμ­βα­νο­μέ­νου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η αίτηση προ­δι­κα­στι­κής απο­φά­σεως είναι παρα­δε­κτή.

Επί των προ­δι­κα­στι­κών ερω­τη­μά­των

Επί του πρώτου προ­δι­κα­στι­κού ερω­τή­μα­τος

50  Με το πρώτο προ­δι­κα­στικό ερώτημα, το αιτούν δικα­στή­ριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευ­κρι­νι­στεί αν το άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι τόσο οι ευρείες όσο και οι στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες περι­λαμ­βά­νο­νται στις συμ­φω­νίες που συνά­πτο­νται μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και των παρόχων υπη­ρε­σιών κατα­λυ­μά­των εκφεύ­γουν του π   Κατά πάγια νομο­λο­γία, αν συγκε­κρι­μένη πράξη ή δρα­στη­ριό­τητα δεν εμπί­πτει στο πεδίο εφαρ­μο­γής της κατ’ αρχήν απα­γό­ρευ­σης που θεσπί­ζε­ται στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, λόγω του ουδέ­τε­ρου ή θετικού για τον αντα­γω­νι­σμό απο­τε­λέ­σμα­τός της, τότε ούτε ο περιο­ρι­σμός της εμπο­ρι­κής αυτο­νο­μίας ενός ή περισ­σο­τέ­ρων από τους μετέ­χο­ντες στην εν λόγω πράξη ή δρα­στη­ριό­τητα εμπί­πτει στο πεδίο εφαρ­μο­γής της ανωτέρω κατ’ αρχήν απα­γό­ρευ­σης, αν ο περιο­ρι­σμός αυτός είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίος για την υλο­ποί­ηση της πράξης ή της δρα­στη­ριό­τη­τας αυτής και ανά­λο­γος με τους σκοπούς που αυτή επι­διώ­κει (πρβλ. απο­φά­σεις της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 89, της 23ης Ιανουα­ρίου 2018, F. Hoffmann-La Roche κ.λπ., C‑179/16, EU:C:2018:25, σκέψη 69, καθώς και της 26ης Οκτω­βρίου 2023, EDP – Energias de Portugal κ.λπ., C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψη 88).

52  Ως εκ τούτου, όταν δεν είναι δυνατόν να απο­συν­δε­θεί ένας τέτοιος περιο­ρι­σμός από την κύρια πράξη ή δρα­στη­ριό­τητα χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ύπαρξη και το αντι­κεί­μενό της, τότε η συμ­βα­τό­τητα του περιο­ρι­σμού αυτού προς το άρθρο 101 ΣΛΕΕ πρέπει να κρί­νε­ται μαζί με τη συμ­βα­τό­τητα της κύριας πράξης ή δρα­στη­ριό­τη­τας της οποίας απο­τε­λεί παρε­πό­μενο, ακόμη και αν, εξε­τα­ζό­με­νος αυτο­τε­λώς, ένας τέτοιος περιο­ρι­σμός θα μπο­ρούσε, εκ πρώτης όψεως, να φαί­νε­ται ότι εμπί­πτει στο πεδίο εφαρ­μο­γής της κατ’ αρχήν απα­γό­ρευ­σης του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. απο­φά­σεις της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 90, της 23ης Ιανουα­ρίου 2018, F. Hoffmann-La Roche κ.λπ., C‑179/16, EU:C:2018:25, σκέψη 70, καθώς και της 26ης Οκτω­βρίου 2023, EDP – Energias de Portugal κ.λπ., C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψη 89).

53  Για να μπορεί ένας περιο­ρι­σμός να χαρα­κτη­ρι­στεί ως «παρε­πό­με­νος», πρέπει, πρώτον, να εξε­τα­στεί αν η υλο­ποί­ηση της κύριας πράξης, η οποία δεν είναι αντί­θετη προς τους κανόνες του αντα­γω­νι­σμού, θα ήταν αδύνατη χωρίς τον επίμαχο περιο­ρι­σμό. Το γεγονός ότι η έλλειψη του επί­μα­χου περιο­ρι­σμού απλώς θα δυσχέ­ραινε την υλο­ποί­ηση της πράξης αυτής, ή θα την έκανε λιγό­τερο επι­κερδή, δεν μπορεί να θεω­ρη­θεί ότι προσ­δί­δει στον εν λόγω περιο­ρι­σμό τον χαρα­κτήρα του «αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίου» που απαι­τεί­ται για να μπο­ρέ­σει να χαρα­κτη­ρι­στεί ως «παρε­πό­με­νος». Πράγ­ματι, μια τέτοια ερμη­νεία θα οδη­γούσε στη διεύ­ρυνση της έννοιας αυτής, ώστε να περι­λαμ­βά­νει περιο­ρι­σμούς που δεν είναι απο­λύ­τως ανα­γκαίοι για την υλο­ποί­ηση της κύριας πράξης. Το απο­τέ­λε­σμα αυτό θα έθιγε την πρα­κτική απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα της απα­γό­ρευ­σης που προ­βλέ­πει το άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. απο­φά­σεις της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 91, της 23ης Ιανουα­ρίου 2018, F. Hoffmann-La Roche κ.λπ., C‑179/16, EU:C:2018:25, σκέψη 71, καθώς και της 26ης Οκτω­βρίου 2023, EDP – Energias de Portugal κ.λπ., C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψη 90).

54  Δεύ­τε­ρον, πρέπει, κατά περί­πτωση, να εξε­τα­στεί η ανα­λο­γι­κό­τητα του επί­μα­χου περιο­ρι­σμού σε σχέση με τους σκοπούς που επι­διώ­κει η εν λόγω πράξη. Ειδι­κό­τερα, για να απορ­ρί­ψουν τον παρε­πό­μενο χαρα­κτήρα ενός περιο­ρι­σμού, η Επι­τροπή και οι εθνικές αρχές αντα­γω­νι­σμού μπορούν να διε­ρευ­νή­σουν αν υπάρ­χουν ρεα­λι­στι­κές εναλ­λα­κτι­κές λύσεις, που είναι λιγό­τερο περιο­ρι­στι­κές για τον αντα­γω­νι­σμό απ’ ό,τι ο επί­μα­χος περιο­ρι­σμός. Οι εναλ­λα­κτι­κές αυτές λύσεις δεν περιο­ρί­ζο­νται στην εξέταση της κατά­στα­σης που θα προ­έ­κυ­πτε σε περί­πτωση απου­σίας του επί­μα­χου περιο­ρι­σμού, αλλά μπορούν επίσης να περι­λαμ­βά­νουν άλλα υπο­θε­τικά αντι­πα­ρα­δείγ­ματα που στη­ρί­ζο­νται, ιδίως, σε ρεα­λι­στι­κές κατα­στά­σεις που θα μπο­ρού­σαν να προ­κύ­ψουν ελλεί­ψει του ανωτέρω περιο­ρι­σμού (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψεις 107 έως 111).

55      Είναι σημα­ντικό να διευ­κρι­νι­στεί ότι πρέπει να γίνει διά­κριση μεταξύ της έννοιας των «παρε­πό­με­νων περιο­ρι­σμών», όπως αυτή εξε­τά­ζε­ται στο πλαίσιο του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, και της απαλ­λα­γής βάσει του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ. Σε αντί­θεση με την τελευ­ταία, η προ­ϋ­πό­θεση περί αντι­κει­με­νι­κής ανα­γκαιό­τη­τας, προ­κει­μέ­νου ένας περιο­ρι­σμός να χαρα­κτη­ρι­στεί, για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, ως «παρε­πό­με­νος», δεν απαιτεί να γίνει στάθ­μιση των θετικών και των αρνη­τι­κών για τον αντα­γω­νι­σμό απο­τε­λε­σμά­των μιας συμ­φω­νίας. Πράγ­ματι, μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ μπορεί να γίνει η στάθ­μιση αυτή (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 93).

56  Εν προ­κει­μένω, ενα­πό­κει­ται κατ’ αρχήν απο­κλει­στικά στο αιτούν δικα­στή­ριο να κρίνει, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη το σύνολο των πραγ­μα­τι­κών στοι­χείων που του έχουν υπο­βλη­θεί, αν πλη­ρού­νται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να δια­πι­στω­θεί η ύπαρξη παρε­πό­με­νου περιο­ρι­σμού. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παρά­γρα­φος 2, της οδηγίας 2014/104, μπορεί, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη, εφόσον έχει επι­λη­φθεί αγωγής εμπί­πτου­σας στο πεδίο εφαρ­μο­γής της εν λόγω οδηγίας, όπως αυτό ορί­ζε­ται στο άρθρο της 1, παρά­γρα­φος 2, τις απρό­σβλη­τες απο­φά­σεις εθνικής αρχής αντα­γω­νι­σμού ή δικα­στη­ρίου επα­νε­ξέ­τα­σης.

57 Πάντως, το Δικα­στή­ριο έχει την εξουσία να παρά­σχει στο αιτούν δικα­στή­ριο ενδεί­ξεις προ­κει­μέ­νου να το καθο­δη­γή­σει στην εξέταση του ζητή­μα­τος αν ένας περιο­ρι­σμός είναι αντι­κει­με­νικά ανα­γκαίος σε σχέση με την κύρια πράξη.

58  Πράγ­ματι, μια τέτοια εξέταση έχει, σε αντί­θεση με την εξέταση που απαι­τεί­ται στο πλαίσιο της στάθ­μι­σης των θετικών και των αρνη­τι­κών για τον αντα­γω­νι­σμό απο­τε­λε­σμά­των μιας συμ­φω­νίας για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ, σχετικά γενικό και αφη­ρη­μένο χαρα­κτήρα ο οποίος δεν απαιτεί εκτί­μηση απτό­μενη αμιγώς των πραγ­μα­τι­κών περι­στα­τι­κών.

59  Πρώτον, η επίμαχη εν προ­κει­μένω κύρια πράξη, δηλαδή η παροχή δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων από πλατ­φόρ­μες όπως η Booking.com, έχει ουδέ­τερο ή ακόμη και θετικό απο­τέ­λε­σμα για τον αντα­γω­νι­σμό. Οι εν λόγω υπη­ρε­σίες βελ­τιώ­νουν σημα­ντικά την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα, επι­τρέ­πο­ντας, αφενός, στους κατα­να­λω­τές να έχουν πρό­σβαση σε ευρύ φάσμα προ­σφο­ρών κατα­λυ­μά­των και να συγκρί­νουν με απλό και γρήγορο τρόπο τις προ­σφο­ρές αυτές βάσει δια­φό­ρων κρι­τη­ρίων και, αφε­τέ­ρου, στους παρό­χους κατα­λυ­μά­των να απο­κτή­σουν μεγα­λύ­τερη προβολή και να αυξή­σουν έτσι τον αριθμό των δυνη­τι­κών πελατών.

60  Δεύ­τε­ρον, δεν απο­δει­κνύ­ε­ται, αντι­θέ­τως, ότι οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής, αφενός, είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για την υλο­ποί­ηση της εν λόγω κύριας πράξης και, αφε­τέ­ρου, είναι ανά­λο­γες προς τον σκοπό που αυτή επι­διώ­κει.

61 Συναφώς, όσον αφορά τις ευρείες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής, οι οποίες απα­γο­ρεύ­ουν στους συνερ­γα­ζό­με­νους ξενο­δό­χους που εμφα­νί­ζο­νται στην πλατ­φόρμα κρα­τή­σεων να προ­σφέ­ρουν, μέσω των δικών τους διαύλων πωλή­σεων ή μέσω διαύλων πωλή­σεων τους οποίους εκμε­ταλ­λεύ­ο­νται τρίτοι, δωμάτια σε τιμή χαμη­λό­τερη από την προ­τει­νό­μενη στην εν λόγω πλατ­φόρμα, οι ρήτρες αυτές δεν είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για την κύρια πράξη της παροχής δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων ούτε ανά­λο­γες προς τον σκοπό που αυτή επι­διώ­κει.

62   Πράγ­ματι, δεν υπάρχει εγγενής σχέση μεταξύ της συνέ­χι­σης της κύριας δρα­στη­ριό­τη­τας της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και της επι­βο­λής τέτοιων ρητρών, οι οποίες σαφώς προ­κα­λούν αισθητά περιο­ρι­στικά απο­τε­λέ­σματα. Οι ρήτρες αυτές, εκτός από το γεγονός ότι ενδέ­χε­ται να μειώ­σουν τον αντα­γω­νι­σμό μεταξύ των δια­φό­ρων πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων, ενέχουν τον κίνδυνο να εκτο­πί­σουν τις μικρές πλατ­φόρ­μες και τις νεοει­σερ­χό­με­νες πλατ­φόρ­μες.

63 Το ίδιο ισχύει, υπό τις περι­στά­σεις της υπό­θε­σης της κύριας δίκης, για τις στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες απλώς απα­γο­ρεύ­ουν στους συνερ­γα­ζό­με­νους παρό­χους κατα­λυ­μά­των να προ­σφέ­ρουν στο κοινό μέσω των δικών τους δια­δι­κτυα­κών διαύλων δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις σε τιμή χαμη­λό­τερη από εκείνη που προ­σφέ­ρε­ται μέσω της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων. Μολο­νότι οι τελευ­ταίες αυτές ρήτρες, εκ πρώτης όψεως, έχουν σε μικρό­τερο βαθμό απο­τέ­λε­σμα περιο­ρι­στικό του αντα­γω­νι­σμού και απο­σκο­πούν στην αντι­με­τώ­πιση του κιν­δύ­νου παρα­σι­τι­σμού τον οποίο επι­κα­λεί­ται, μεταξύ άλλων, η Booking .com στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν προ­κύ­πτει ότι είναι αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες για τη δια­σφά­λιση της οικο­νο­μι­κής βιω­σι­μό­τη­τας της πλατ­φόρ­μας ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων.

64  Βεβαίως, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, υπο­στη­ρί­χθηκε ότι οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής έχουν ως σκοπό, αφενός, να εμπο­δί­σουν τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των να χρη­σι­μο­ποιούν κατά τρόπο αθέμιτο και χωρίς αντάλ­λαγμα τις υπη­ρε­σίες και την προβολή που προ­σφέ­ρει η πλατ­φόρμα ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και, αφε­τέ­ρου, να απο­τρέ­ψουν τυχόν αδυ­να­μία από­σβε­σης των επεν­δύ­σεων που έγιναν για την ανά­πτυξη των λει­τουρ­γιών ανα­ζή­τη­σης και σύγκρι­σης της πλατ­φόρ­μας αυτής.

65 Όπως, όμως, προ­κύ­πτει από τη νομο­λο­γία που υπο­μνή­σθηκε στη σκέψη 55 της παρού­σας από­φα­σης, η εφαρ­μογή της έννοιας του «παρε­πό­με­νου περιο­ρι­σμού», η οποία καθο­ρί­ζει αν ένας περιο­ρι­σμός δύναται να εκφεύ­γει της απα­γό­ρευ­σης που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, δεν πρέπει να οδηγεί σε σύγχυση μεταξύ, αφενός, των προ­ϋ­πο­θέ­σεων που έχουν τεθεί από τη νομο­λο­γία για να χαρα­κτη­ρι­στεί ένας περιο­ρι­σμός ως «παρε­πό­με­νος», στο πλαίσιο της εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, και, αφε­τέ­ρου, του κρι­τη­ρίου περί απα­ραί­τη­του χαρα­κτήρα που απαι­τεί­ται κατά το άρθρο 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ για να μπορεί ένας απα­γο­ρευ­μέ­νος περιο­ρι­σμός να τύχει απαλ­λα­γής.

66  Συγκε­κρι­μένα, από τη νομο­λο­γία που παρα­τί­θε­ται στις σκέψεις 51 έως 55 της παρού­σας από­φα­σης προ­κύ­πτει ότι, κατά την εξέταση του αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίου χαρα­κτήρα ενός περιο­ρι­σμού σε σχέση με την κύρια πράξη, δεν εξε­τά­ζε­ται αν, λαμ­βα­νο­μέ­νης υπόψη της κατά­στα­σης του αντα­γω­νι­σμού στη σχετική αγορά, ο περιο­ρι­σμός αυτός απαι­τεί­ται για να δια­σφα­λι­στεί η εμπο­ρική επι­τυ­χία της κύριας πράξης, αλλά ελέγ­χε­ται αν, στο συγκε­κρι­μένο πλαίσιο της εν λόγω πράξης, ο επί­μα­χος περιο­ρι­σμός είναι απα­ραί­τη­τος για την υλο­ποί­ηση της πράξης.

67 Πράγ­ματι, το ενδε­χό­μενο χαρα­κτη­ρι­σμού ενός περιο­ρι­σμού ως «παρε­πό­με­νου», με απο­τέ­λε­σμα να εκφεύ­γει της απα­γό­ρευ­σης που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, εξε­τά­στηκε από το Δικα­στή­ριο μόνο σε περι­πτώ­σεις στις οποίες δια­κυ­βευό­ταν κατ’ ανάγκην η υλο­ποί­ηση της κύριας πράξης ελλεί­ψει τέτοιου περιο­ρι­σμού. Συνεπώς, μόνον οι περιο­ρι­σμοί που ήταν εγγενώς ανα­γκαίοι ώστε η κύρια πράξη να μπο­ρέ­σει, σε κάθε περί­πτωση, να υλο­ποι­η­θεί χαρα­κτη­ρί­στη­καν ως «παρε­πό­με­νοι περιο­ρι­σμοί».

68 Τούτο συνέβη στην υπόθεση επί της οποίας εκδό­θηκε η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Remia κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής (42/84, EU:C:1985:327, σκέψεις 19 και 20), στην οποία το Δικα­στή­ριο έκρινε ότι μια ρήτρα απα­γό­ρευ­σης του αντα­γω­νι­σμού ήταν αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαία για την πραγ­μα­το­ποί­ηση μετα­βί­βα­σης επι­χει­ρή­σεων, στο μέτρο που, χωρίς την εν λόγω ρήτρα, και εφόσον ο πωλητής και ο αγο­ρα­στής συνε­χί­ζουν να βρί­σκο­νται σε κατά­σταση αντα­γω­νι­σμού μετά τη μετα­βί­βαση, κατα­φαί­νε­ται ότι η συμ­φω­νία μετα­βί­βα­σης επι­χεί­ρη­σης δεν θα μπο­ρούσε να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί. Συγκε­κρι­μένα, κρίθηκε ότι ο πωλητής, ο οποίος γνω­ρί­ζει άριστα τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες της μετα­βι­βα­ζό­με­νης επι­χεί­ρη­σης, εξα­κο­λου­θεί να έχει τη δυνα­τό­τητα να προ­σελ­κύει εκ νέου, αμέσως μετά τη μετα­βί­βαση, την παλιά του πελα­τεία, καθι­στώ­ντας έτσι μη βιώσιμη την εν λόγω επι­χεί­ρηση.

69  Τούτο συνέβη και ως προς ορι­σμέ­νους περιο­ρι­σμούς τους οποίους αφο­ρούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδό­θηκε η απόφαση της 28ης Ιανουα­ρίου 1986, Pronuptia de Paris (161/84, EU:C:1986:41). Στην απόφαση αυτή, το Δικα­στή­ριο έκρινε ότι οι ρήτρες των συμ­βά­σεων παρα­χώ­ρη­σης εκμε­τάλ­λευ­σης δια­νο­μής που ήταν απα­ραί­τη­τες για τη λει­τουρ­γία του συστή­μα­τος παρα­χώ­ρη­σης εκμε­τάλ­λευ­σης δεν συνι­στού­σαν περιο­ρι­σμούς του αντα­γω­νι­σμού. Το ίδιο ίσχυε και για τις ρήτρες που εμπό­δι­ζαν τους αντα­γω­νι­στές να επω­φε­λη­θούν από την τεχνο­γνω­σία που μετα­βι­βά­ζε­ται και τη συν­δρομή που παρέ­χε­ται από τον παρα­χω­ρητή. Το ίδιο ίσχυε, επίσης, για τις ρήτρες που καθό­ρι­ζαν τον απα­ραί­τητο έλεγχο για τη δια­φύ­λαξη της ταυ­τό­τη­τας και της φήμης του δικτύου παρα­χώ­ρη­σης εκμε­τάλ­λευ­σης, το οποίο συμ­βο­λί­ζε­ται από το δια­κρι­τικό γνώ­ρι­σμα του παρα­χω­ρητή (σκέψεις 16 και 17 της εν λόγω από­φα­σης).

70 Επι­πλέον, το Δικα­στή­ριο έκρινε, στην απόφαση της 19ης Απρι­λίου 1988, Erauw‑Jacquery (27/87, EU:C:1988:183, σκέψη 11), ότι η ρήτρα που περι­λαμ­βα­νό­ταν σε σύμβαση για τον πολ­λα­πλα­σια­σμό και την πώληση σπόρων προς σπορά, ο ένας από τους συμ­βαλ­λο­μέ­νους της οποίας ήταν ο κάτοχος ή ο εντο­λο­δό­χος του κατόχου ορι­σμέ­νων δικαιω­μά­των του δημιουρ­γού νέου φυτικού είδους και σύμφωνα με την οποία απα­γο­ρευό­ταν στον κάτοχο της άδειας να πωλεί και να εξάγει βασι­κούς σπόρους προς σπορά, συμ­βι­βα­ζό­ταν με το άρθρο 85, παρά­γρα­φος 1, της Συν­θή­κης ΕΚ (νυν άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ) στον βαθμό που αυτή ήταν ανα­γκαία ώστε να παρέχει στον δημιουργό τη δυνα­τό­τητα να επι­λέ­γει τους εμπο­ρευό­με­νους παρα­γω­γούς στους οποίους παρα­χω­ρεί την άδεια.

71 Το Δικα­στή­ριο έκρινε επίσης, με τις απο­φά­σεις της 15ης Δεκεμ­βρίου 1994, DLG (C‑250/92, EU:C:1994:413, σκέψη 45), και της 12ης Δεκεμ­βρίου 1995, Oude Luttikhuis κ.λπ. (C‑399/93, EU:C:1995:434, σκέψη 20), ότι ορι­σμέ­νοι περιο­ρι­σμοί που επι­βάλ­λο­νταν στα μέλη συνε­ται­ρι­στι­κής ένωσης αγορών ή γεωρ­γι­κής συνε­ται­ρι­στι­κής εται­ρίας, όπως εκείνοι που τους απα­γό­ρευαν να μετέ­χουν σε άλλες μορφές οργα­νω­μέ­νης συνερ­γα­σίας οι οποίες αντα­γω­νί­ζο­νταν άμεσα την εν λόγω ένωση ή εταιρία ή εκείνοι που προ­έ­βλε­παν σύστημα απο­ζη­μί­ω­σης λόγω εξόδου, δεν ενέ­πι­πταν στην απα­γό­ρευση που προ­βλέ­πε­ται πλέον στο άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ, δεδο­μέ­νου, ιδίως, ότι οι επί­μα­χες κατα­στα­τι­κές δια­τά­ξεις περιο­ρί­ζο­νταν σ’ αυτό που ήταν ανα­γκαίο για τη δια­σφά­λιση της εύρυθ­μης λει­τουρ­γίας του οικείου συνε­ται­ρι­σμού και την ενί­σχυση της θέσης του κατά τη σύναψη των συμ­βά­σεων με τους παρα­γω­γούς.

72  Εν προ­κει­μένω, το γεγονός ότι η απουσία των ρητρών καλύ­τε­ρης τιμής τις οποίες επι­βάλ­λει η πλατ­φόρμα ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων μπορεί ενδε­χο­μέ­νως να έχει αρνη­τι­κές συνέ­πειες για την απο­δο­τι­κό­τητα των υπη­ρε­σιών που προ­σφέ­ρει η πλατ­φόρμα αυτή δεν συνε­πά­γε­ται, αφ’ εαυτού, ότι οι εν λόγω ρήτρες πρέπει να θεω­ρη­θούν ως αντι­κει­με­νι­κώς ανα­γκαίες. Ένα τέτοιο γεγονός, αν απο­δει­χθεί, φαί­νε­ται να αφορά το εμπο­ρικό μοντέλο που ακο­λου­θεί η δια­δι­κτυακή πλατ­φόρμα κρα­τή­σεων, η οποία έχει επι­λέ­ξει, μεταξύ άλλων, να περιο­ρί­σει το ύψος των προ­μη­θειών που οφεί­λουν οι συν­δε­δε­μέ­νοι πάροχοι κατα­λυ­μά­των, προ­κει­μέ­νου να αυξηθεί ο όγκος των προ­σφο­ρών που εμφα­νί­ζο­νται στην πλατ­φόρμα αυτή και να ενι­σχυ­θούν τα έμμεσα απο­τε­λέ­σματα δικτύου που τούτο συνε­πά­γε­ται.

73 Συνεπώς, ακόμη και αν θεω­ρη­θεί απο­δε­δειγ­μένο, το γεγονός ότι οι ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής απο­σκο­πούν στην κατα­πο­λέ­μηση ενδε­χό­με­νων φαι­νο­μέ­νων παρα­σι­τι­σμού και είναι απα­ραί­τη­τες για τη βελ­τί­ωση της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας ή για τη δια­σφά­λιση της εμπο­ρι­κής επι­τυ­χίας της κύριας πράξης δεν καθιστά δυνατό τον χαρα­κτη­ρι­σμό των εν λόγω ρητρών ως «παρε­πό­με­νων περιο­ρι­σμών», κατά την έννοια του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ. Το γεγονός αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο πλαίσιο της εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ.

74  Μολο­νότι έχει σχετικά αφη­ρη­μένο χαρα­κτήρα, η εξέταση του κατά πόσον ένας περιο­ρι­σμός είναι αντι­κει­με­νικά ανα­γκαίος σε σχέση με την κύρια πράξη μπορεί, μεταξύ άλλων, να στη­ρι­χθεί σε ανάλυση με αντι­πα­ρα­δείγ­ματα η οποία παρέχει τη δυνα­τό­τητα να εξε­τα­στεί ο τρόπος με τον οποίο θα λει­τουρ­γού­σαν οι δια­δι­κτυα­κές υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης χωρίς τη ρήτρα καλύ­τε­ρης τιμής (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επι­τρο­πής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 164). Από τα στοι­χεία, όμως, της δικο­γρα­φίας που έχει στη διάθεσή του το Δικα­στή­ριο προ­κύ­πτει ότι, ενώ τόσο οι ευρείες όσο και οι στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής έχουν απα­γο­ρευ­θεί σε πλείονα κράτη μέλη, δεν έχει δια­κυ­βευ­θεί η παροχή υπη­ρε­σιών από την Booking .com.

75  Λαμ­βα­νο­μέ­νου υπόψη του συνόλου των προ­ε­κτε­θέ­ντων, στο πρώτο προ­δι­κα­στικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απά­ντηση ότι το άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι τόσο οι ευρείες όσο και οι στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες περι­λαμ­βά­νο­νται στις συμ­φω­νίες που συνά­πτο­νται μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και των παρόχων υπη­ρε­σιών κατα­λυ­μά­των δεν εκφεύ­γουν του πεδίου εφαρ­μο­γής της ανωτέρω διά­τα­ξης για τον λόγο ότι φέρο­νται να είναι παρε­πό­με­νες των συμ­φω­νιών αυτών.

Επί του δεύ­τε­ρου προ­δι­κα­στι­κού ερω­τή­μα­τος

76 Με το δεύτερο προ­δι­κα­στικό ερώτημα, το αιτούν δικα­στή­ριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευ­κρι­νι­στεί με ποιον τρόπο πρέπει, για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του άρθρου 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού 330/2010, να οριστεί η σχετική αγορά προ­ϊ­ό­ντων σε περί­πτωση κατά την οποία μια πλατ­φόρμα ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων λει­τουρ­γεί ως μεσάζων σε συναλ­λα­γές που πραγ­μα­το­ποιού­νται ανάμεσα σε παρό­χους υπη­ρε­σιών κατα­λυ­μά­των και κατα­να­λω­τές.

77 Κατά το άρθρο 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού 330/2010, η απαλ­λαγή που προ­βλέ­πε­ται στο άρθρο 2 του κανο­νι­σμού εφαρ­μό­ζε­ται υπό τον όρο ότι το μερίδιο αγοράς του προ­μη­θευτή δεν υπερ­βαί­νει το 30 % της σχε­τι­κής αγοράς στην οποία πωλεί τα ανα­φε­ρό­μενα στη σύμβαση αγαθά ή υπη­ρε­σίες και το μερίδιο αγοράς του αγο­ρα­στή δεν υπερ­βαί­νει το 30 % της σχε­τι­κής αγοράς στην οποία αγο­ρά­ζει τα ανα­φε­ρό­μενα στη σύμβαση αγαθά ή υπη­ρε­σίες.

78  Το όριο μερι­δίου αγοράς που προ­βλέ­πε­ται στη διάταξη αυτήν έχει ως σκοπό, όπως επι­βε­βαιώ­νε­ται από την αιτιο­λο­γική σκέψη 5 του κανο­νι­σμού, να περιο­ρί­σει το θεσπι­ζό­μενο με τον εν λόγω κανο­νι­σμό ευερ­γέ­τημα της απαλ­λα­γής κατά κατη­γο­ρία στις κάθετες εκείνες συμ­φω­νίες για τις οποίες μπορεί να θεω­ρη­θεί με επαρκή βαθμό βεβαιό­τη­τας ότι πληρούν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 3, ΣΛΕΕ. Όπως ανα­φέ­ρει η αιτιο­λο­γική σκέψη 9 του ίδιου κανο­νι­σμού, όταν το εν λόγω μερίδιο αγοράς υπερ­βαί­νει το 30 %, δεν είναι δυνατόν να θεω­ρη­θεί ότι οι κάθετες συμ­φω­νίες που εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρ­μο­γής του άρθρου 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ δημιουρ­γούν αντι­κει­με­νικά πλε­ο­νε­κτή­ματα τέτοιου είδους και σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντι­σταθ­μί­ζο­νται τα μειο­νε­κτή­ματα που οι συμ­φω­νίες αυτές προ­κα­λούν στον αντα­γω­νι­σμό.

79  Συναφώς, το αιτούν δικα­στή­ριο εκκινεί από την παρα­δοχή ότι οι περιο­ρι­σμοί του αντα­γω­νι­σμού που απορ­ρέ­ουν από τις επί­μα­χες ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής απο­τε­λούν μέρος μιας «κάθετης συμ­φω­νίας», το δε άρθρο 1, παρά­γρα­φος 1, στοι­χείο αʹ, του κανο­νι­σμού 330/2010 ορίζει ότι ως «κάθετες συμ­φω­νίες» νοού­νται οι «συμ­φω­νίες ή εναρ­μο­νι­σμέ­νες πρα­κτι­κές που συνά­πτο­νται μεταξύ δύο ή περισ­σο­τέ­ρων επι­χει­ρή­σεων καθεμία εκ των οποίων δρα­στη­ριο­ποιεί­ται, για τους σκοπούς της συμ­φω­νίας ή της εναρ­μο­νι­σμέ­νης πρα­κτι­κής, σε δια­φο­ρε­τικό επίπεδο της αλυ­σί­δας παρα­γω­γής ή δια­νο­μής, και που αφορούν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνα­νται να προ­μη­θεύ­ο­νται, να πωλούν ή να μετα­πω­λούν ορι­σμένα αγαθά ή υπη­ρε­σίες».

80  Επο­μέ­νως, το Δικα­στή­ριο καλεί­ται μόνο να παρά­σχει ενδεί­ξεις σχετικά με τα ερμη­νευ­τικά στοι­χεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ορισμό της σχε­τι­κής αγοράς όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρό­κει­ται για δια­δι­κτυα­κές υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης, διευ­κρι­νι­ζο­μέ­νου ότι ένας τέτοιος ορισμός, ο οποίος απαιτεί να λαμ­βά­νο­νται υπόψη οι συν­θή­κες του αντα­γω­νι­σμού καθώς και η διάρ­θρωση της ζήτησης και της προ­σφο­ράς στην οικεία αγορά, εξαρ­τά­ται σε μεγάλο βαθμό από ενδε­λεχή εξέταση των πραγ­μα­τι­κών περι­στα­τι­κών την οποία μπορεί να διε­νερ­γή­σει μόνον το αιτούν δικα­στή­ριο. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον το τελευ­ταίο παρέσχε στο Δικα­στή­ριο λίγα μόνο στοι­χεία και, ως εκ τούτου, το Δικα­στή­ριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυστηρό ορισμό της αγοράς των επί­μα­χων προ­ϊ­ό­ντων.

81 Όπως ανα­φέ­ρε­ται τόσο στο σημείο 2 της ανα­κοί­νω­σης του 1997 της Επι­τρο­πής όσον αφορά τον ορισμό της σχε­τι­κής αγοράς για τους σκοπούς του κοι­νο­τι­κού δικαίου αντα­γω­νι­σμού (ΕΕ 1997, C 372, σ. 5) όσο και στο σημείο 6 της ανα­θε­ω­ρη­μέ­νης ανα­κοί­νω­σης του 2024 της Επι­τρο­πής όσον αφορά τον ορισμό της σχε­τι­κής αγοράς για τους σκοπούς του δικαίου αντα­γω­νι­σμού της Ένωσης (ΕΕ 2024, C 1645, σ. 1), με τον ορισμό της αγοράς προσ­διο­ρί­ζο­νται τα όρια εντός των οποίων ασκεί­ται ο αντα­γω­νι­σμός μεταξύ των οικείων επι­χει­ρή­σεων.

82  Όσον αφορά την αγορά των προ­ϊ­ό­ντων, που απο­τε­λεί το μόνο επίμαχο ζήτημα στο πλαίσιο του υπό εξέταση ερω­τή­μα­τος, από τη νομο­λο­γία του Δικα­στη­ρίου προ­κύ­πτει ότι η έννοια της «σχε­τι­κής αγοράς» σημαί­νει ότι είναι δυνατόν να υπάρξει πραγ­μα­τι­κός αντα­γω­νι­σμός μεταξύ των προ­ϊ­ό­ντων ή των υπη­ρε­σιών που περι­λαμ­βά­νο­νται στην αγορά αυτή, όπερ προ­ϋ­πο­θέ­τει επαρκή βαθμό εναλ­λα­ξι­μό­τη­τας προ­κει­μέ­νου όλα τα προ­ϊ­ό­ντα ή υπη­ρε­σίες, που απο­τε­λούν μέρος της ίδιας αγοράς, να τυγ­χά­νουν της ίδιας χρήσης. Η εναλ­λα­ξι­μό­τητα ή η δυνα­τό­τητα υπο­κα­τά­στα­σης δεν εκτι­μά­ται μόνο σε σχέση με τα αντι­κει­με­νικά χαρα­κτη­ρι­στικά των επί­μα­χων προ­ϊ­ό­ντων και υπη­ρε­σιών. Πρέπει επίσης να λαμ­βά­νο­νται υπόψη οι συν­θή­κες του αντα­γω­νι­σμού και η διάρ­θρωση της ζήτησης και της προ­σφο­ράς στην αγορά [απο­φά­σεις της 23ης Ιανουα­ρίου 2018, F. Hoffmann-La Roche κ.λπ., C‑179/16, EU:C:2018:25, σκέψη 51 και εκεί μνη­μο­νευό­μενη νομο­λο­γία, και της 30ής Ιανουα­ρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ., C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψη 129].

83  Εν προ­κει­μένω, το αιτούν δικα­στή­ριο ζητεί εν τέλει να διευ­κρι­νι­στεί αν, όπως απο­φα­σί­στηκε στο πλαίσιο των δια­δι­κα­σιών που κινή­θη­καν στη Γερ­μα­νία, η σχετική αγορά προ­ϊ­ό­ντων για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του προ­βλε­πό­με­νου στον κανο­νι­σμό 330/2010 ορίου μερι­δίου αγοράς ήταν η «αγορά των ξενο­δο­χεια­κών πλατ­φορ­μών», η οποία ορί­ζε­ται ως η αγορά στην οποία οι δια­δι­κτυα­κές ξενο­δο­χεια­κές πλατ­φόρ­μες προ­σφέ­ρουν υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης σε παρό­χους κατα­λυ­μά­των, ή αν η σχετική αγορά είναι ευρύ­τερη από εκείνη των δια­δι­κτυα­κών πυλών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων.

84  Συναφώς, όπως επι­ση­μαί­νε­ται στο σημείο 95 της ανα­θε­ω­ρη­μέ­νης ανα­κοί­νω­σης που μνη­μο­νεύ­ε­ται στη σκέψη 81 της παρού­σας από­φα­σης, όταν υπάρ­χουν πολύ­πλευ­ρες πλατ­φόρ­μες, είναι δυνατόν να οριστεί μια σχετική αγορά προ­ϊ­ό­ντων για τα προ­ϊ­ό­ντα που προ­σφέ­ρει η πλατ­φόρμα στο σύνολό της, κατά τρόπο που να περι­λαμ­βά­νει όλες τις ομάδες χρηστών (ή πολ­λα­πλές ομάδες χρηστών), ή να ορι­στούν χωρι­στές (αν και αλλη­λέν­δε­τες) σχε­τι­κές αγορές προ­ϊ­ό­ντων για τα προ­ϊ­ό­ντα που προ­σφέ­ρο­νται σε κάθε πλευρά της πλατ­φόρ­μας. Ανάλογα με τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά της υπό­θε­σης, περισ­σό­τερο ενδε­δειγ­μέ­νος ενδέ­χε­ται να είναι ο ορισμός χωρι­στών αγορών όταν υπάρ­χουν σημα­ντι­κές δια­φο­ρές ως προς τις δυνα­τό­τη­τες υπο­κα­τά­στα­σης στις διά­φο­ρες πλευρές της πλατ­φόρ­μας. Προ­κει­μέ­νου να αξιο­λο­γη­θεί αν υπάρ­χουν τέτοιες δια­φο­ρές, μπορούν να λαμ­βά­νο­νται υπόψη παρά­γο­ντες όπως το αν οι επι­χει­ρή­σεις που προ­σφέ­ρουν υπο­κα­τα­στά­σιμα προ­ϊ­ό­ντα για κάθε ομάδα χρηστών δια­φέ­ρουν, ο βαθμός δια­φο­ρο­ποί­η­σης του προ­ϊ­ό­ντος σε κάθε πλευρά (ή η αντί­ληψη του βαθμού δια­φο­ρο­ποί­η­σης από κάθε ομάδα χρηστών), συμπε­ρι­φο­ρι­κοί παρά­γο­ντες, όπως οι σχε­τι­κές με τη χρήση πλατ­φόρ­μας απο­φά­σεις κάθε ομάδας χρηστών, και η φύση της πλατ­φόρ­μας.

85  Επο­μέ­νως, προ­κει­μέ­νου να προσ­διο­ρι­στεί το μερίδιο αγοράς που κατέχει η Booking .com ως προ­μη­θευ­τής δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης προς τους παρό­χους κατα­λυ­μά­των για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του άρθρου 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού 330/2010, πρέπει να εξε­τα­στεί αν άλλα είδη υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης και άλλοι δίαυλοι πωλή­σεων μπορούν να υπο­κα­τα­στή­σουν τις υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης από την άποψη της ζήτησης, αφενός, των παρόχων κατα­λυ­μά­των για τις εν λόγω υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης και, αφε­τέ­ρου, των τελικών πελατών.

86  Συνεπώς, το αιτούν δικα­στή­ριο πρέπει, προ­κει­μέ­νου να προσ­διο­ρί­σει τη σχετική αγορά, να εξα­κρι­βώ­σει αν υφί­στα­ται στην πράξη δυνα­τό­τητα υπο­κα­τά­στα­σης μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης και των λοιπών διαύλων πωλή­σεων, ανε­ξαρ­τή­τως του αν οι δίαυλοι αυτοί έχουν δια­φο­ρε­τικά χαρα­κτη­ρι­στικά και δεν προ­σφέ­ρουν τις ίδιες λει­τουρ­γίες ανα­ζή­τη­σης και σύγκρι­σης των προ­σφο­ρών ξενο­δο­χεια­κών υπη­ρε­σιών.

87  Υπό το πρίσμα αυτό, το αιτούν δικα­στή­ριο οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των στοι­χείων που του έχουν υπο­βλη­θεί.

88  Εν προ­κει­μένω, επι­ση­μαί­νε­ται ότι, στο πλαίσιο των δια­δι­κα­σιών που κινή­θη­καν στη Γερ­μα­νία, και οι οποίες οδή­γη­σαν στην υπό κρίση υπόθεση, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομο­σπον­διακό Δικα­στή­ριο) επι­βε­βαί­ωσε, με την από 18 Μαΐου 2021 απόφασή του, τις εκτι­μή­σεις τόσο του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώ­τε­ρου περι­φε­ρεια­κού δικα­στη­ρίου Ντί­σελ­ντορφ) όσο και της Ομο­σπον­δια­κής Αρχής Αντα­γω­νι­σμού όσον αφορά τον ορισμό της σχε­τι­κής αγοράς. Επο­μέ­νως, επι­βε­βαί­ωσε το συμπέ­ρα­σμα ότι η σχετική αγορά προ­ϊ­ό­ντων για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του ορίου μερι­δίου αγοράς κατά τον κανο­νι­σμό 330/2010 ήταν η αγορά των ξενο­δο­χεια­κών πλατ­φορ­μών, η οποία ορί­ζε­ται ως η αγορά στην οποία οι δια­δι­κτυα­κές ξενο­δο­χεια­κές πλατ­φόρ­μες προ­σφέ­ρουν υπη­ρε­σίες δια­με­σο­λά­βη­σης σε παρό­χους κατα­λυ­μά­των.

89 Μολο­νότι οι εκτι­μή­σεις της Ομο­σπον­δια­κής Αρχής Αντα­γω­νι­σμού και των δικα­στη­ρίων επα­νε­ξέ­τα­σης στη Γερ­μα­νία όσον αφορά τον ορισμό της σχε­τι­κής αγοράς προ­ϊ­ό­ντων για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής του κανο­νι­σμού 330/2010 δεν σχε­τί­ζο­νται, υπό στενή έννοια, με απρό­σβλη­τες απο­φά­σεις περί δια­πί­στω­σης παρά­βα­σης του δικαίου του αντα­γω­νι­σμού οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 9, παρά­γρα­φος 2, της οδηγίας 2014/104, μπορούν να υπο­βλη­θούν ενώπιον των εθνικών δικα­στη­ρίων του­λά­χι­στον ως εκ πρώτης όψεως μέσο από­δει­ξης της παρά­βα­σης, γεγονός παρα­μέ­νει ότι οι εκτι­μή­σεις αυτές, όταν αφορούν την ίδια γεω­γρα­φική αγορά, απο­τε­λούν μέρος των στοι­χείων του γενι­κό­τε­ρου πλαι­σίου που ασκούν ιδιαί­τερη επιρροή.

90  Ενα­πό­κει­ται ωστόσο στο αιτούν δικα­στή­ριο να κρίνει αν ένας τέτοιος ορισμός της αγοράς, ο οποίος λαμ­βά­νει υπόψη τα ιδιαί­τερα χαρα­κτη­ρι­στικά των «ανα­φε­ρό­με­νων στη σύμβαση υπη­ρε­σιών» που προ­σφέ­ρουν τα OTA τόσο από την άποψη των παρόχων κατα­λυ­μά­των όσο και από την άποψη των τελικών πελατών, ενέχει κάποιο σφάλμα ανα­λύ­σεως ή στη­ρί­ζε­ται σε εσφαλ­μέ­νες δια­πι­στώ­σεις.

91  Λαμ­βα­νο­μέ­νου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προ­δι­κα­στικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απά­ντηση ότι το άρθρο 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού 330/2010 έχει την έννοια ότι, σε περί­πτωση κατά την οποία μια δια­δι­κτυακή πλατ­φόρμα ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων λει­τουρ­γεί ως μεσάζων σε συναλ­λα­γές που πραγ­μα­το­ποιού­νται μεταξύ κατα­λυ­μά­των και κατα­να­λω­τών, ο ορισμός της σχε­τι­κής αγοράς για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής των προ­βλε­πό­με­νων στη διάταξη αυτήν ορίων ως προς τα μερίδια αγοράς απαιτεί συγκε­κρι­μένη εξέταση της δυνα­τό­τη­τας υπο­κα­τά­στα­σης, από την άποψη της προ­σφο­ράς και της ζήτησης, μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης και των λοιπών διαύλων πωλή­σεων.

Επί των δικα­στι­κών εξόδων

92  Δεδο­μέ­νου ότι η παρούσα δια­δι­κα­σία έχει ως προς τους δια­δί­κους της κύριας δίκης τον χαρα­κτήρα παρε­μπί­πτο­ντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτού­ντος δικα­στη­ρίου, σ’ αυτό ενα­πό­κει­ται να απο­φαν­θεί επί των δικα­στι­κών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υπο­βλή­θη­καν όσοι υπέ­βα­λαν παρα­τη­ρή­σεις στο Δικα­στή­ριο, πλην των ως άνω δια­δί­κων, δεν απο­δί­δο­νται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικα­στή­ριο (δεύτερο τμήμα) απο­φαί­νε­ται:

1)  Το άρθρο 101, παρά­γρα­φος 1, ΣΛΕΕ

έχει την έννοια ότι:

τόσο οι ευρείες όσο και οι στενές ρήτρες καλύ­τε­ρης τιμής οι οποίες περι­λαμ­βά­νο­νται στις συμ­φω­νίες που συνά­πτο­νται μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών πλατ­φορ­μών ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων και των παρόχων υπη­ρε­σιών κατα­λυ­μά­των δεν εκφεύ­γουν του πεδίου εφαρ­μο­γής της ανωτέρω διά­τα­ξης για τον λόγο ότι φέρο­νται να είναι παρε­πό­με­νες των συμ­φω­νιών αυτών.

2)  Το άρθρο 3, παρά­γρα­φος 1, του κανο­νι­σμού (ΕΕ) 330/2010 της Επι­τρο­πής, της 20ής Απρι­λίου 2010, για την εφαρ­μογή του άρθρου 101 παρά­γρα­φος 3 [ΣΛΕΕ] σε ορι­σμέ­νες κατη­γο­ρίες κάθετων συμ­φω­νιών και εναρ­μο­νι­σμέ­νων πρα­κτι­κών,

έχει την έννοια ότι:

σε περί­πτωση κατά την οποία μια δια­δι­κτυακή πλατ­φόρμα ξενο­δο­χεια­κών κρα­τή­σεων λει­τουρ­γεί ως μεσάζων σε συναλ­λα­γές που πραγ­μα­το­ποιού­νται μεταξύ κατα­λυ­μά­των και κατα­να­λω­τών, ο ορισμός της σχε­τι­κής αγοράς για τους σκοπούς της εφαρ­μο­γής των προ­βλε­πό­με­νων στη διάταξη αυτήν ορίων ως προς τα μερίδια αγοράς απαιτεί συγκε­κρι­μένη εξέταση της δυνα­τό­τη­τας υπο­κα­τά­στα­σης, από την άποψη της προ­σφο­ράς και της ζήτησης, μεταξύ των δια­δι­κτυα­κών υπη­ρε­σιών δια­με­σο­λά­βη­σης και των λοιπών διαύλων πωλή­σεων”.

Πηγή: money-tourism.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.