ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δημήτρης & Μιχάλης Μαυρίκος: Οι θεματοφύλακες της Ροδιακής γαστρονομίας

news room 3 λεπτά ανάγνωση
944

Το ιστο­ρικό εστια­τό­ριο των αδελφών Μαυ­ρί­κων, των ιπποτών της γευ­στι­κής παρά­δο­σης του νησιού

Ακο­λου­θώ­ντας τη δια­δρομή των πενήντα πέντε σχεδόν χιλιο­μέ­τρων από την πόλη της Ρόδου, στην τελευ­ταία αρι­στερή στροφή ο κατη­φο­ρι­κός δρόμος κατα­λή­γει σε ένα πλάτωμα, σε ένα είδος πλα­τείας πριν την είσοδο της Λίνδου.

Σήμερα πια την κατα­κλύ­ζουν τα ταξί και τα λεω­φο­ρεία που μετα­φέ­ρουν επι­σκέ­πτες στην παλιά πόλη.

Καθώς το βλέμμα μου στρέ­φε­ται στη γνώριμη επι­γραφή «Mavrikos-since 1933» νιώθω ήδη μια ευφορία. Ξέρω πως δια­βαί­νο­ντας την αψιδωτή είσοδο του εστια­το­ρίου θα μπω σε έναν πολύ ιδιαί­τερο χώρο όπου θα συνα­ντήσω τους αδελ­φούς Μαυ­ρί­κους, φιλό­ξε­νους ιδιο­κτή­τες, εστιά­το­ρες τρίτης γενεάς κι αδιαμ­φι­σβή­τη­τους θεμα­το­φύ­λα­κες της γευ­στι­κής παρά­δο­σης του νησιού. Δυο ανθρώ­πους που υπο­δέ­χο­νται πάντα τους «φιλο­ξε­νού­με­νους» τους με πηγαίο χαμό­γελο και αληθινή ευγέ­νεια.

Ο χώρος του εστια­το­ρίου τους είναι στην ουσία μια μεγάλη βοτσα­λό­στρωτη αυλή, με τις λευκές τυπικά ροδί­τι­κες αψίδες της και τις πυκνές κλη­μα­τα­ριές της για σκιερή «οροφή». Τα τρα­πέ­ζια της, στρω­μένα με ολό­λευκα τρα­πε­ζο­μά­ντιλα και οι ξύλινες πτυσ­σό­με­νες καρέ­κλες κήπου, μαζί με τις δεκάδες φωτο­γρα­φίες στους τοίχους «μιλούν» υπαι­νι­κτικά για την ιστορία των ογδόντα οκτώ χρόνων τους –υπο­λο­γίζω μόνο όσα βρί­σκε­ται το εστια­τό­ριο σε αυτή την ίδια θέση, στην είσοδο της Λίνδου, χωρίς να λαμβάνω υπόψη πως ο παππούς Μαυ­ρί­κος πρω­τά­νοιξε το ομώνυμο εστια­τό­ριο, το 1912, σε άλλη θέση.

Σε αυτή τη σκιερή αυλή, όπως εξι­στο­ρούν οι φωτο­γρα­φίες, έχουν απο­λαύ­σει το γεύμα τους, ισότιμα, οι χιλιά­δες επι­σκέ­πτες του νησιού κι ανάμεσα τους αρκετές δεκάδες σημα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της πολι­τι­κής και των τεχνών. Και όλοι τους έχουν φύγει γοη­τευ­μέ­νοι τόσο από την ίδια απα­ρά­μιλλα φιλό­ξενη υποδοχή του Μιχάλη Μαυ­ρί­κου –με σπουδές οικονομολόγου- και το γευ­στι­κό­τατο, αληθινό φαγητό του Δημήτρη Μαυ­ρί­κου, όσο και από τον άψογο επαγ­γελ­μα­τι­σμό τους και τη συνέ­πειά τους. Και ως συνέ­πεια ορίζω την αδιά­λει­πτη παρου­σία και την σταθερά κορυ­φαία ποιό­τητα όλων όσων συν­θέ­τουν το σύνολο ενός εστια­το­ρίου· από την επιλογή των πρώτων υλών μέχρι το ίδιο το φαγητό και από την υποδοχή μέχρι το σέρβις και τον απο­χαι­ρε­τι­σμό.

Οι NYT γράφουν για τον Μαυρίκο

Η κουζίνα που «δια­κο­νεί» ο ταλα­ντού­χος μάγει­ρας αδελφός Δημή­τρης Μαυ­ρί­κος –σπουδές ξενο­δο­χεια­κές– στη­ρί­ζε­ται στα ντόπια κι ολό­φρε­σκα λαχα­νικά και φρούτα, καθώς και στα διάφορα άλλα υλικά που προ­μη­θεύ­ε­ται από τους παρα­γω­γούς και τους ψαράδες νησιού με έμφαση στο βέλ­τι­στο της κάθε εποχής. Έτσι κατα­φέρ­νει και παρου­σιά­ζει μια πολύ ενδια­φέ­ρουσα και εκλε­πτυ­σμένη, ιδιω­μα­τική εκδοχή της ροδί­τι­κης παρα­δο­σια­κής κου­ζί­νας.

Τα εμβλη­μα­τικά πιάτα του Μαυ­ρί­κου

Το συναρ­πα­στικό για όποιον θελήσει να ανα­λύ­σει τη λογική των φαγητών του, θα έλεγα πως είναι το χάρισμά του να ενθέτει με γοη­τευ­τικό τρόπο και «νέα» υλικά, κατα­θέ­το­ντας μια εκδοχή που όχι μόνο δεν αλλοιώ­νει την ταυ­τό­τητα των παρα­δο­σια­κών συντα­γών, αλλά αντί­θετα, γίνεται δια­βα­τή­ριο για τη διαιώ­νιση τους. Όταν, για παρά­δειγμα, συν­δυά­ζει τη γλυ­κο­κο­λο­κύθα και το πορ­το­κάλι με τον ταραμά του ή μαγει­ρεύει το φινόκιο με γλυκό κρασί και ντο­μα­τί­νια και τα καλα­μα­ρά­κια με σαφράν παν­τζάρι και κρέμα περ­γα­μό­ντο και σερ­βί­ρει την μελι­τζάνα κρύα, με κρεμ­μύδι και καρότο σαν ελαφρύ τουρσί δεν ακο­λου­θεί κατά γράμμα κάποια παρά­δοση, αλλά όσο γεύεσαι τα πιάτα του τόσο έχεις την αίσθηση ότι κινεί­σαι μεταξύ της ευχά­ρι­στης έκπλη­ξης μιας πρω­τό­τυ­πης συντα­γής και της ασφά­λειας που σου δημιουρ­γεί ό,τι ανα­γνω­ρί­ζεις ως οικείο και προ­σφι­λές. Ποιο φαγητό του από προη­γού­με­νες φορές να φέρω στο νου μου και να μη συγκι­νηθώ με τη νοστι­μιά την αλήθεια του; Τη σουπιά με το μελάνι της και γλυκό κρασί, την παρα­δο­σιακή λακάνη του ή το γιου­βε­τσάκι με μοσχάρι, πορ­το­κάλι, κανέλα, δάφνη, κρεμ­μύ­δια και ολό­κλη­ρες σκε­λί­δες γλυ­κο­φά­γω­του σκόρδου; Πιάτα πάντα το ίδιο νόστιμα, αλλά κάθε φορά κι ένα κλικ καλύ­τερα.

Αυτή η υπέροχη κουζίνα, αυτή η μονα­δική αίσθηση εστια­το­ρι­κής φιλο­ξε­νίας είναι που με κάνει να πιστεύω πως οι αδελφοί Μαυ­ρί­κοι είναι αλη­θι­νοί ιππότες-θεματοφύλακες της γευ­στι­κής παρά­δο­σης του νησιού τους.

Πηγή travel.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.