- Το Εφετείο δεν απάντησε σε κρίσιμο ισχυρισμό της υπεράσπισης, διαπιστώνοντας «αρνητική υπέρβαση εξουσίας».
- Η απόφαση του Αρείου Πάγου ανατρέπει την εφετειακή καταδίκη και διατάσσει νέα δίκη για τον έναν από τους δύο κατηγορουμένους.
- Η υπόθεση αφορά δύο άνδρες που κατηγορούνται για κατασκοπεία, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για ελληνικά πολεμικά πλοία.
- Η νέα δίκη θα εξετάσει το ζήτημα του κρατικού απορρήτου και την τεκμηρίωση διαβάθμισης πληροφοριών.
• Κρίθηκε πως το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του ισχυρισμού για τη μη αμετάκλητη παραπομπή σε δίκη και διαπίστωσε «αρνητική υπέρβαση εξουσίας», αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε συγκεκριμένο λόγο έφεσης της υπεράσπισης
• Με την παραδοχή αυτή, το μείζον ερώτημα για το τι συνιστά κρατικό απόρρητο έμεινε αναπάντητο και επιστρέφει σε νέα δίκη
Καθαρογράφηκε και αναρτήθηκε χθες η απόφαση του Στ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που ανατρέπει το έως τώρα αποτέλεσμα σε μία από τις πιο συζητημένες υποθέσεις κατασκοπείας των τελευταίων ετών.
Οπως απεκάλυψε ήδη η «δημοκρατική» με την υπ’ αριθμόν 418/2026 απόφαση, το ανώτατο δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης και διέταξε την επανάληψη της δίκης ενώπιον του ίδιου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους.
Η κρίση ελήφθη στις 17 Μαρτίου 2026, η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31 Μαρτίου 2026 και καθαρογράφηκε και αναρτήθηκε χθες.
Το κρίσιμο στοιχείο της απόφασης εντοπίζεται σε ένα δικονομικό σφάλμα που, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, αρκούσε από μόνο του για να τιναχθεί στον αέρα η εφετειακή καταδίκη.
Η αναίρεση αφορά αποκλειστικά τον έναν από τους δύο κατηγορουμένους, εκείνον που είχε ασκήσει το ένδικο μέσο, και μόνο ως προς αυτόν διατάσσεται η εκ νέου εκδίκαση.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκονται δύο άνδρες, ηλικίας 36 και 53 ετών, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για κατασκοπεία από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με αντικείμενο τη συγκέντρωση και διαβίβαση πληροφοριών που, κατά το κατηγορητήριο, αφορούσαν στρατιωτικές κινήσεις, εξοπλισμό και επάνδρωση ελληνικών πολεμικών πλοίων.
Το χρονικό που οδήγησε στην νέα δίκη
Το υπόβαθρο της υπόθεσης συνδέεται με γεγονότα που φέρονται να εκτυλίχθηκαν το 2020 και ειδικότερα τον Νοέμβριο, στο περιβάλλον των θαλάσσιων μετακινήσεων προς το Καστελλόριζο. Ο 53χρονος εργαζόταν σε επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο και, σύμφωνα με το κατηγορητήριο και στοιχεία της δικογραφίας, κατέγραφε κινήσεις και φωτογράφιζε πολεμικά πλοία, αποστέλλοντας υλικό και πληροφορίες στον 36χρονο, ο οποίος ήταν πρώην γραμματέας του Τουρκικού Προξενείου στη Ρόδο.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και κρίθηκε αρχικά σε πρώτο βαθμό. Η πρωτόδικη απόφαση αναγνώρισε στον 36χρονο το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και του επέβαλε κάθειρξη 5 ετών. Για τον 53χρονο επιβλήθηκε φυλάκιση 4 ετών. Σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου επιβεβαίωσε τις ενοχές, με διαφοροποιήσεις στις ποινές, καθώς η ποινή του 53χρονου μειώθηκε κατά 1 έτος, ενώ η ποινή του 36χρονου διατηρήθηκε και, κατά τα αναφερόμενα, οδήγησε τον νεότερο κατηγορούμενο στις φυλακές χωρίς αναστολή.
Ακολούθησε η εκδίκαση των αιτήσεων αναίρεσης κατά των υπ’ αρίθμ. 25 και 27 2024 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Η συζήτηση της αναίρεσης είχε τοποθετήσει στο επίκεντρο το ουσιαστικό ερώτημα της υπόθεσης, δηλαδή το τι συνιστά κρατικό απόρρητο και με ποιον τρόπο τεκμηριώνεται ότι μία πληροφορία υπάγεται σε καθεστώς διαβάθμισης.
Το αποδεικτικό υλικό και οι επικοινωνίες που βρέθηκαν στο επίκεντρο
Σημαντικό μέρος της δικογραφίας είχε συνδεθεί με ευρήματα από το κινητό τηλέφωνο του 36χρονου. Στη συσκευή αναφέρονται φωτογραφίες πολεμικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού, με εμφανή στοιχεία εξοπλισμού και αριθμούς πλοίων. Παράλληλα, αναφέρονται μηνύματα που σχετίζονται με αναζητήσεις για τη θέση συγκεκριμένων πολεμικών σκαφών.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε ανταλλαγή μηνυμάτων της 3ης Νοεμβρίου 2020, όταν ο 36χρονος φέρεται να ζήτησε πληροφορίες για το σκάφος Ρ32 με το ερώτημα «Το σκάφος Ρ32 δεν είναι ορατό στο σημείο. Είναι σωστός ο αριθμός;» και ο 53χρονος φέρεται να απάντησε «Δεν φαίνεται εντελώς επειδή είναι σκοτεινά».
Ο 53χρονος, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί για την υπόθεση, φέρεται στην προανακριτική του απολογία να παραδέχθηκε ότι κατέγραφε στρατιωτικές κινήσεις και φωτογράφιζε πλοία από το κατάστρωμα, κατόπιν εντολών του συγκατηγορούμενού του. Αναφέρεται επίσης ότι οι επικοινωνίες τους γίνονταν κυρίως μέσω WhatsApp, με αιτιολόγηση ότι επιδιώκονταν λιγότερα ίχνη επικοινωνίας.
Ωστόσο, στη συνέχεια, ενώπιον της ανακρίτριας, αναφέρεται ότι ανασκεύασε τις δηλώσεις του, γεγονός που είχε αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από τα δικαστήρια.

Το σκεπτικό: το Εφετείο όφειλε να απαντήσει και δεν απάντησε
Ο πυρήνας της αναιρετικής κρίσης συνοψίζεται σε μία αρχή της ποινικής δικονομίας. Όταν ο κατηγορούμενος θέτει με την έφεσή του έναν συγκεκριμένο, ειδικό λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποχρεούται, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να αποφανθεί επί αυτού. Αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του ενώ συντρέχει νόμιμη περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, πλημμέλεια που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης.
Ο Άρειος Πάγος έκανε σαφή τη διάκριση. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφασίζει για κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία. Αρνητική, όταν παραλείπει να αποφασίσει για κάτι που υποχρεούται να κρίνει. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το σκεπτικό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης χωρίς να δώσει απάντηση στον ειδικό λόγο που είχε εγείρει η υπεράσπιση, παραβιάζοντας έτσι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Ακριβώς αυτή η παράλειψη κρίθηκε βάσιμη και οδήγησε στην αναίρεση.
Η ένσταση για τη δικαιοδοσία και οι ημερομηνίες που έγιναν επίδικες
Ο λόγος στον οποίο, κατά την απόφαση, όφειλε να είχε απαντήσει το Εφετείο αφορούσε στο αν είχε δικαιοδοσία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση. Η υπεράσπιση είχε υποστηρίξει, ήδη από την πρωτόδικη διαδικασία, ότι η παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη δεν είχε καταστεί αμετάκλητη κατά την ημέρα της συζήτησης και ότι, επομένως, η υπόθεση εισαγόταν πρόωρα.
Όπως προκύπτει από το ιστορικό, το βούλευμα του αρμόδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είχε δημοσιευθεί στις 18 Οκτωβρίου 2021, ενώ το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε τη σχετική έφεση εκδόθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2021 και, κατά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, θα καθίστατο αμετάκλητο στις 24 Δεκεμβρίου 2021. Η δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όμως διεξήχθη στις 13 Δεκεμβρίου 2021, δηλαδή νωρίτερα. Η υπεράσπιση διατύπωσε προφορικά, πριν από την κλήρωση των ενόρκων, την αντίρρησή της στην πρόοδο της δίκης, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο θα αποκτούσε δικαιοδοσία μόνο μετά την απολύτως αμετάκλητη παραπομπή και ότι μέχρι τότε η συζήτηση έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Το επιχείρημα είχε και μία λεπτότερη πτυχή. Οι συνήγοροι αναγνώρισαν ότι, κατά την κρατούσα άποψη, η επίδοση της κλήσης πριν καταστεί αμετάκλητο το βούλευμα είναι σύννομη, υποστήριξαν όμως ότι η υπόθεση δεν επιτρεπόταν να εισαχθεί προς συζήτηση πριν εκπνεύσει και η προθεσμία αναίρεσης που διέθετε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση και προχώρησε. Ο κατηγορούμενος επανέφερε το ζήτημα με ειδικό λόγο της έφεσής του και οι συνήγοροί του το ανέπτυξαν εκ νέου προφορικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Παρότι ο λόγος είχε τεθεί νομότυπα, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επ’ αυτού.
Την αίτηση αναίρεσης για λογαριασμό του 36χρονου χειρίστηκαν και ανέπτυξαν ενώπιον του Αρείου Πάγου οι κ.κ. Ηλίας Αναγνωστόπουλος και Αλέξανδρος Τσαγκαλίδης μαζί με την κ. Σταματία Μαρία Χατζηκωνσταντίνου. Στην υπόθεση, για τον 53χρονο, είχε παρασταθεί ο κ. Στέλιος Αλεξανδρής.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













