- Αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής εφοριακού υπαλλήλου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με νέα δικάσιμο ορισμένη για τις 28 Ιανουαρίου 2027.
- Η αγωγή ζητά αποζημίωση 63.673,73 ευρώ για περιουσιακή ζημία και 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη, με νομιμοτόκους υπολογισμούς από την επίδοση της αγωγής.
- Η υπόθεση έχει περάσει από πέντε προδικαστικές αποφάσεις και πολλές αναβολές, με το δικαστήριο να ζητά επανειλημμένα έγγραφα και υπολογισμούς από το Δημόσιο.
- Η τελευταία απόφαση διαπίστωσε ότι δεν εκτελέστηκαν προηγούμενες εντολές, υποχρεώνοντας τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης να καταθέσει αναλυτικά στοιχεία εντός 30 ημερών.
Αναβλήθηκε εκ νέου χθες, η συζήτηση της αγωγής εφοριακού υπαλλήλου κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του δεύτερου τμήματος του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Νέα δικάσιμος ορίστηκε η 28ης Ιανουαρίου 2027.
Η αγωγή κατατέθηκε στις 20 Αυγούστου 2020, ενώ είχε προηγηθεί άλλη αγωγή με το ίδιο αντικείμενο τον Μάρτιο του 2017. Ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί ότι το Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει 63.673,73 ευρώ για περιουσιακή ζημία και 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Και τα 2 ποσά ζητούνται νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Πέντε προδικαστικές αποφάσεις και αλλεπάλληλες δικάσιμοι
Όπως προκύπτει από την πορεία της υπόθεσης, η πρώτη προδικαστική απόφαση εκδόθηκε το 2022 με αριθμό Α745/2022 και διέταξε την προσκόμιση εγγράφων. Η υπόθεση συζητήθηκε ξανά στις 23 Φεβρουαρίου 2023. Με την απόφαση Α373/2023 το δικαστήριο ανέβαλε την οριστική κρίση και ζήτησε από το Δημόσιο βεβαίωση του αρμόδιου εκκαθαριστή αποδοχών με αναλυτικούς υπολογισμούς ανά μήνα.
Νέα δικάσιμος είχε οριστεί η 14 Δεκεμβρίου 2023. Με αυτεπάγγελτες αναβολές η συζήτηση μεταφέρθηκε στις 28 Μαρτίου 2024 και κατόπιν στις 27 Ιουνίου 2024. Εκείνη την ημέρα, κατά την απόφαση, δεν προσκομίστηκε κανένα από τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί. Το δικαστήριο εξέδωσε την Α485/2024, διέταξε ξανά τον υπολογισμό μέσα σε 60 ημέρες και επιφυλάχθηκε να επιβάλει τις κυρώσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Η υπόθεση συζητήθηκε πάλι στις 27 Φεβρουαρίου 2025. Η απόφαση Α373/2025 διαπίστωσε ότι το έγγραφο που είχε καταθέσει στο μεταξύ το Δημόσιο ήταν ελλιπές και ζήτησε συμπλήρωση. Μετά τη συζήτηση της 19ης Μαρτίου 2026 εκδόθηκε η Α135/2026, που δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 2026 και όρισε δικάσιμο τη χθεσινή ημέρα, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για μία ακόμη φορά.
Τι διαπίστωσε το δικαστήριο με την τελευταία απόφαση
Με την Α135/2026 οι δικαστές διαπιστώνουν ότι η προηγούμενη προδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, παρότι είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στο Δημόσιο τον Οκτώβριο του 2025. Δεν προσκομίστηκε η βεβαίωση για το κίνητρο απόδοσης και την αποζημίωση ΔΙΒΕΕΤ που δικαιούταν ο ενάγων από τις 21 Ιανουαρίου 2009 έως και τον Σεπτέμβριο του 2009. Χωρίς αυτήν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή οριστική κρίση για το ακριβές ύψος των ποσών, καθώς ο υπολογισμός απαιτεί πολύπλοκες αριθμητικές πράξεις.
Η απόφαση υποχρεώνει ονομαστικά πλέον τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης, Τμήμα Εκκαθάρισης Αποδοχών της ΑΑΔΕ, να καταθέσει στη γραμματεία σχετική έκθεση με αναλυτικά ποσά ανά μήνα και αθροιστικά. Στο διατακτικό η προθεσμία αναγράφεται ολογράφως ως 60 και αριθμητικά ως 30 ημέρες από την επίδοση.
Όσα έχουν ήδη κριθεί οριστικά υπέρ του ενάγοντος
Η ουσία της διαφοράς έχει κριθεί σε μεγάλο βαθμό ήδη από την Α373/2023. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν υπάλληλος που τέθηκε σε αργία απαλλάσσεται από κάθε πειθαρχική ευθύνη, η απόδοση των παρακρατηθεισών αποδοχών είναι υποχρεωτική κατά τον νόμο και δεν απαιτεί προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Έκρινε επίσης ότι στις επιστρεπτέες αποδοχές περιλαμβάνονται τα επιδόματα που καταβάλλονται παγίως και τακτικά στους εν ενεργεία υπαλλήλους, δηλαδή το κίνητρο απόδοσης και τα ΔΙΒΕΕΤ. Δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα κίνησης, που θεωρήθηκαν ημερήσια παροχή καταβαλλόμενη επί αποδείξει.
Το Δημόσιο αμφισβήτησε εκ νέου την καταβολή των ΔΙΒΕΕΤ, υποστηρίζοντας ότι συνδέονται με την πραγματική άσκηση καθηκόντων. Η αμφισβήτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή η σχετική κρίση είναι οριστική. Ο ενάγων, από την πλευρά του, επιμένει με υπομνήματά του ότι εσφαλμένα εξαιρέθηκαν τα έξοδα κίνησης.
Το Δημόσιο έχει προβάλει επίσης ότι οι αξιώσεις υπέπεσαν σε διετή παραγραφή και ότι ο υπάλληλος αποκαταστάθηκε πλήρως, οικονομικά και ηθικά.
Το ιστορικό μιας υπόθεσης που ξεκίνησε το 1998
Ο ενάγων διορίστηκε το 1992 και από το 1997 υπηρετούσε ως ελεγκτής του ΣΔΟΕ. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1998 συμμετείχε, μαζί με 2 συναδέλφους του, σε προληπτικό έλεγχο σε ατομική επιχείρηση κουφωμάτων αλουμινίου. Διαπιστώθηκαν παραβάσεις, μεταξύ των οποίων καταχώριση δελτίου αποστολής με ποσό 155.000 αντί 1.550.000 δραχμών, και επιβλήθηκε πρόστιμο 600.000 δραχμών.
Τον Ιανουάριο του 2000, έπειτα από καταγγελία του επιχειρηματία, ενός συγγενικού του προσώπου και του λογιστή τους, οι 3 ελεγκτές κατηγορήθηκαν για δωροδοκία και εκβίαση. Φέρονταν να απαίτησαν 2.000.000 δραχμές και να έλαβαν 1.350.000 για να μη διενεργήσουν έλεγχο κλειστής αποθήκης. Ο ενάγων τέθηκε σε υποχρεωτική αργία από τον Φεβρουάριο του 2001. Πρωτόδικα, το 2002, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών με αναστολή. Στο Εφετείο, το 2003, απαλλάχθηκε για την εκβίαση και του επιβλήθηκε ποινή 1 έτους με αναστολή για παθητική δωροδοκία, ενώ οι συνάδελφοί του αθωώθηκαν. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση το 2004 και το 2005 το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου τον κήρυξε ομόφωνα αθώο. Δέχθηκε ότι ο επιχειρηματίας δεν τηρούσε καν βιβλίο απογραφών, άρα ο επίμαχος έλεγχος ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατος, και ότι ο υπάλληλος «επιτέλεσε άριστα τα καθήκοντά του». Για τις παραβάσεις της επιχείρησης είχαν εν τω μεταξύ επιβληθεί πρόστιμα 60.115.735 δραχμών.
Επέστρεψε στην υπηρεσία το 2006, η πειθαρχική διαδικασία όμως συνεχίστηκε. Για την πρώτη δίωξη του επιβλήθηκε το 2005 η ποινή της οριστικής παύσης, που επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό τον Δεκέμβριο του 2007. Δεύτερη δίωξη, για ποσό 12.235.643 δραχμών που φερόταν αδικαιολόγητο σε αγορά μετοχών αξίας 26.300.000 δραχμών, οδήγησε σε υποβιβασμό κατά έναν βαθμό. Από τις 21 Ιανουαρίου 2009 τέθηκε ξανά σε αργία και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους απολύθηκε. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ανέστειλε την απόλυση.
Στις 6 Ιουνίου 2013 το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 2249/2013, εξαφάνισε και τις 2 πειθαρχικές ποινές. Έκρινε ότι ο πειθαρχικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση και από αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του 2008. Το βούλευμα, ύστερα από άρση τραπεζικού απορρήτου και λογιστική πραγματογνωμοσύνη, είχε δεχθεί ότι τα εισοδήματα του υπαλλήλου αντιστοιχούσαν στις δηλώσεις «πόθεν έσχες».
Το 2016 το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο του υπουργείου Οικονομικών αποφάσισε να του επιστραφούν οι αποδοχές του διαστήματος από 21 Ιανουαρίου 2009 έως 6 Ιουνίου 2013. Εξαίρεσε το κίνητρο απόδοσης, τα έξοδα κίνησης, τα ΔΙΒΕΕΤ και το επίδομα αδείας, και η εξαίρεση αυτή οδήγησε στη δικαστική διεκδίκηση.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η υπόθεση έπληξε την τιμή και την υπόληψή του. Υποστηρίζει ακόμη ότι εξαιτίας της αργίας στερείται έως σήμερα τον βαθμό Α΄, τον οποίο κατέχουν ήδη συνάδελφοί του που διορίστηκαν την ίδια περίοδο.








Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.