- Το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναιρεί απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, απαλλάσσοντας ανώνυμη εταιρεία από την υποχρέωση καταβολής τόκων επί ποσού 621.963,02 ευρώ.
- Η υπόθεση αφορά κατάσχεση που επέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο το 2013, με την εταιρεία να υποστηρίζει ότι δεν οφείλει το ποσό.
- Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι η εταιρεία πρέπει να καταβάλει το ποσό ατόκως, ενώ το Εφετείο είχε ανατρέψει αυτή την απόφαση, υποχρεώνοντας την εταιρεία να καταβάλει τόκους.
- Ο Άρειος Πάγος δεν παρέπεμψε την υπόθεση ξανά στο Εφετείο, αλλά εξέτασε την έφεση του Δημοσίου και την απέρριψε, δικαιώνοντας την εταιρεία.
• Με τη με αριθμό 1234/2025 απόφασή του, το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και απάλλαξε ανώνυμη εταιρεία από την υποχρέωση να καταβάλει τόκους επί ποσού 621.963,02 ευρώ, κρίνοντας ότι οι τόκοι δεν είχαν συμπεριληφθεί στην κατασχεθείσα απαίτηση
Μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από περισσότερα από 10 χρόνια, με αφορμή κατάσχεση εις χείρας τρίτου που επέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, έφτασε έως το Ανώτατο Ακυρωτικό και κατέληξε σε μια κρίση με ευρύτερη σημασία για το πεδίο της διοικητικής εκτέλεσης. Ο Άρειος Πάγος, δικαίωσε την αναιρεσείουσα εταιρεία στο κρίσιμο ζήτημα της τοκοδοσίας, ανατρέποντας την εφετειακή κρίση που την είχε υποχρεώσει να καταβάλει το επίδικο ποσό εντόκως, και μάλιστα χωρίς να παραπέμψει την υπόθεση εκ νέου στο Εφετείο, αλλά κρατώντας και δικάζοντας ο ίδιος την έφεση του Δημοσίου, την οποία απέρριψε κατ` ουσίαν.
Το ιστορικό της διαφοράς
Η ένδικη διαφορά ανάγεται στο έτος 2013, όταν το Ελληνικό Δημόσιο, διά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας ως τρίτης, για απαίτηση που διατηρούσε κατά οφειλέτη του. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου προς την εταιρεία πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαΐου 2013. Η εταιρεία, εντός της νόμιμης προθεσμίας, υπέβαλε αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, υποστηρίζοντας ότι δεν οφείλει στον καθ` ου η κατάσχεση.
Το Δημόσιο αμφισβήτησε την ακρίβεια της δήλωσης αυτής και άσκησε στις 29 Ιουλίου 2013 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία στις 31 Ιουλίου 2013. Όπως προέκυψε από έλεγχο που διενήργησαν τα όργανα της φορολογικής διοίκησης επί των εμπορικών βιβλίων της εταιρείας, η τελευταία όφειλε ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον οφειλέτη του Δημοσίου το συνολικό ποσό των 621.963,02 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 27/2016 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και υποχρέωσε την εταιρεία να αποδώσει το ποσό αυτό στο Δημόσιο, ατόκως ωστόσο, απορρίπτοντας το αίτημα τοκοδοσίας ως μη νόμιμο.
Η εφετειακή ανατροπή και η προσφυγή στον Άρειο Πάγο
Το Δημόσιο άσκησε έφεση στις 16 Μαρτίου 2017, με την οποία επανέφερε το αίτημά του για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της ανακοπής. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με τη με αριθμό 179/2019 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και υποχρέωσε την εταιρεία να καταβάλει στο Δημόσιο το ποσό των 621.963,02 ευρώ εντόκως από την επομένη της επίδοσης της ανακοπής, δηλαδή από την 1 Αυγούστου 2013. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση ήταν τοκοφόρα, καθώς κατά τον χρόνο επίδοσης της ανακοπής είχε παρέλθει η οκταήμερη προθεσμία του νόμου και η απαίτηση είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη.
Κατά της εφετειακής αυτής κρίσης η εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της, την κ. Εύη Χριστοδουλίδη, άσκησε στις 18 Ιουνίου 2021 αίτηση αναίρεσης, προσάπτοντας στην απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, του Αστικού Κώδικα και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ως προς τη νομιμότητα του αιτήματος καταβολής τόκων. Η υπόθεση συζητήθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Το Α1 Πολιτικό Τμήμα, ερευνώντας τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τον έκρινε βάσιμο και προχώρησε σε μια κρίση με σαφή δογματική αξία. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς την υποχρέωση καταβολής τόκων κρίσιμο είναι το ζήτημα αν η κατάσχεση αφορούσε και στους τόκους, οφειλόμενους είτε ως αυτοτελή απαίτηση είτε ως συγκατασχόμενη παρεπόμενη αξίωση. Εφόσον κατασχέθηκε και η αξίωση για τους τόκους, τότε, με την ευδοκίμηση της ανακοπής, η απαίτηση αυτή εκχωρείται στον κατασχόντα δανειστή όπως και η κύρια απαίτηση. Αντιθέτως, όταν οι τόκοι επί της κύριας απαίτησης δεν υπήρξαν αντικείμενο της κατάσχεσης, όπως συνέβη εν προκειμένω, η άσκηση της ανακοπής δεν εξισούται με καταψηφιστική αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη, αφού η λειτουργία της είναι συνάρτηση της κατάσχεσης.
Με το σκεπτικό αυτό, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το αίτημα τοκοδοσίας του Δημοσίου ήταν νόμω αβάσιμο, καθώς στην κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνονταν οι τόκοι ούτε ως κύρια ούτε ως συγκατασχεθείσα παρεπόμενη αξίωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε πάντως, ως νομικά αβάσιμη, τη θεμελίωση που είχε προκρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή ότι η εταιρεία είχε καταστεί μεσεγγυούχος του κατασχεμένου ποσού, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές δικονομικές διατάξεις αφορούν στην περίπτωση καταφατικής δήλωσης του τρίτου, ενώ εν προκειμένω η εταιρεία είχε υποβάλει αρνητική δήλωση.
Η κατάληξη της πολύχρονης δικαστικής διαμάχης
Κρίνοντας ότι η υπόθεση δεν χρειαζόταν περαιτέρω διευκρίνιση, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την εφετειακή απόφαση κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, κράτησε την υπόθεση, δίκασε ο ίδιος την έφεση του Δημοσίου και την απέρριψε κατ` ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, η εταιρεία υποχρεούται μεν να αποδώσει στο Δημόσιο το ποσό των 621.963,02 ευρώ, πλην όμως ατόκως, απαλλασσόμενη από το σημαντικό πρόσθετο βάρος των τόκων που θα αναλογούσαν σε διάστημα άνω της δεκαετίας. Το Δικαστήριο διέταξε επιπλέον την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόσθηκαν.
Η απόφαση, αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ανάλογες υποθέσεις διοικητικής εκτέλεσης, καθώς οριοθετεί με σαφήνεια το περιεχόμενο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και τις έννομες συνέπειες της ευδοκίμησης της ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης, ιδίως ως προς το επίμαχο ζήτημα της τοκοφορίας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)





















