ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Εγράφη το τελευταίο κεφάλαιο με τα εκκλησιαστικά ακίνητα

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
εκκλησια

Το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο στη δι­κα­στι­κή διε­ρεύ­νη­ση μιας υπό­θε­σης, που είχε προ­κα­λέ­σει με­γά­λο θό­ρυ­βο στην κοινή γνώμη και συ­γκε­κρι­μέ­να στην πο­λύ­κρο­τη υπό­θε­ση χρη­σι­κτη­σιών προ­νο­μια­κών εκ­κλη­σια­στι­κών ακι­νή­των του Ιερού Ναού Τα­ξιαρ­χών Αρ­χαγ­γέ­λου, της Ιεράς Μονής Πα­να­γιάς Τσα­μπί­κας Αρ­χαγ­γέ­λου, της Ιεράς Μονής Αγίου Μι­χα­ήλ Αρ­χαγ­γέ­λου Ρόδου, του Ιερού Ναού Αγίου Γε­ωρ­γί­ου Μα­λώ­νας και της Ιεράς Μονής «Κα­μει­ρί» Μα­σά­ρων, έγρα­ψε το Συμ­βού­λιο Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου.

Θυ­μί­ζου­με ότι δι­κη­γό­ρος, που υπη­ρε­τού­σε στη Ρόδο, ο οποί­ος αθω­ώ­θη­κε στο κύριο σκέ­λος της υπό­θε­σης, πα­ρα­πέμ­φθη­κε με βού­λευ­μα, που εκ­δό­θη­κε το Νο­έμ­βριο εκ νέου σε δίκη για πλα­στο­γρα­φία, μετά από μη­νύ­σεις συ­να­δέλ­φων του!

Στην υπό­θε­ση είχε ασκη­θεί αρ­χι­κώς κατά πα­ντός υπευ­θύ­νου δίωξη για απάτη ενώ­πιον δι­κα­στη­ρί­ου κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση από κοι­νού με συ­νο­λι­κό όφε­λος και αντί­στοι­χη ζημία που υπερ­βαί­νει τα 73.000 ευρώ.

Πρώην Ανα­κρί­τρια της Ρόδου έκρι­νε ότι από τα στοι­χεία που έχουν προ­σκο­μι­στεί δεν προ­κύ­πτουν εν­δεί­ξεις για τη διά­πρα­ξη του αδι­κή­μα­τος της κα­κουρ­γη­μα­τι­κής απά­της επί δι­κα­στη­ρίω και ότι υφί­στα­νται απο­χρώ­σες εν­δεί­ξεις για το αδί­κη­μα της κα­κουρ­γη­μα­τι­κής απι­στί­ας από πλευ­ράς του κα­ταγ­γελ­λό­με­νου δι­κη­γό­ρου.

Ακο­λού­θη­σε η πα­ρα­πο­μπή του δι­κη­γό­ρου σε δίκη ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου για το αδί­κη­μα της πλημ­με­λη­μα­τι­κής εξα­κο­λου­θη­τι­κής απι­στί­ας λόγω της εμπλο­κής του σε 11 υπο­θέ­σεις εκ­κλη­σια­στι­κών ακι­νή­των. Το δι­κα­στή­ριο τον έκρι­νε αθώο.

Για την υπό­θε­ση που εξέ­τα­σε το δι­κα­στι­κό συμ­βού­λιο είχε αφε­θεί εξάλ­λου μετά την απο­λο­γία του ελεύ­θε­ρος χωρίς όρους.

Με το πα­ρα­πεμ­πτι­κό βού­λευ­μα που είχε εκ­δο­θεί το Νο­έμ­βριο ο δι­κη­γό­ρος φέ­ρε­ται να προ­κά­λε­σε ζημιά ύψους 628.532,04 ευρώ από τις ει­κο­νι­κές χρη­σι­κτη­σί­ες.

Πα­ρα­πέμ­φθη­κε σε δίκη ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου επί κα­κουρ­γη­μά­των, κα­τη­γο­ρού­με­νος για πλα­στο­γρα­φία κατ’ επάγ­γελ­μα και κατά συ­νή­θεια με σκο­πού­με­νο όφε­λος και αντί­στοι­χη ζημία άνω των 30.000 ευρώ κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση.

Με το νέο βού­λευ­μα το Συμ­βού­λιο Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου απο­φάν­θη­κε ότι δεν θα γίνει κα­τη­γο­ρία σε βάρος του δι­κη­γό­ρου, ενός δι­κα­στι­κού επι­με­λη­τή αλλά και 3 μελών εκ­κλη­σια­στι­κών επι­τρο­πών των Ιερών Ναών Τα­ξιαρ­χών Αρ­χαγ­γέ­λου, Πα­να­γιάς Τσα­μπί­κας Αρ­χαγ­γέ­λου, Αγίου Μι­χα­ήλ Αρ­χαγ­γέ­λου, Αγίου Γε­ωρ­γί­ου Μα­λώ­νας και «Κα­μι­ρί» Μα­σά­ρων, για το αδί­κη­μα της κα­κουρ­γη­μα­τι­κής απά­της επί δι­κα­στη­ρίω, που φέ­ρε­ται ότι τε­λέ­στη­κε στη Ρόδο, κατά τα έτη 2005 και 2006.

Σύμ­φω­να με το βού­λευ­μα ο δι­κη­γό­ρος είχε λάβει από τις Εκ­κλη­σια­στι­κές Επι­τρο­πές των ανω­τέ­ρω Ιερών Ναών, εντο­λή και εξου­σιο­δό­τη­ση να χει­ρί­ζε­ται τις δι­κα­στι­κές   και   εξώ­δι­κες   υπο­θέ­σεις   τους.

Στο πλαί­σιο της δια­χεί­ρι­σης των υπο­θέ­σε­ων των εντο­λέ­ων του, φέ­ρε­ται να προ­σέγ­γι­ζε κα­τοί­κους της Αρ­χαγ­γέ­λου, των Μα­σά­ρων και της Μα­λώ­νας, οι οποί­οι νέ­μο­νταν ακί­νη­τα ιδιο­κτη­σί­ας των ανω­τέ­ρω ναών, επί σει­ράν πολ­λών συ­να­πτών ετών αδιά­λει­πτα και υπό­σχο­νταν να τους βοη­θή­σει με την πα­ρο­χή των νο­μι­κών του υπη­ρε­σιών, προ­κει­μέ­νου να διεκ­δι­κή­σουν δι­κα­στι­κά τη θε­με­λί­ω­ση δι­καιώ­μα­τος χρη­σι­κτη­σί­ας επί του ακι­νή­του, που έκα­στος εξ αυτών νέ­μο­νταν με την έγερ­ση αγω­γών χρη­σι­κτη­σί­ας, εξη­γώ­ντας τους, όμως εξ αρχής ότι επει­δή ήταν δι­κη­γό­ρος των προ­α­να­φε­ρο­μέ­νων Ιερών Ναών δεν μπο­ρού­σε ο ίδιος να πα­ρα­στεί αυ­το­προ­σώ­πως στο δι­κα­στή­ριο ούτε και να υπο­γρά­ψει τα σχε­τι­κά δι­κό­γρα­φα αγω­γών, αλλά στις ενέρ­γειες αυτές θα προ­έ­βαι­ναν άλλοι δι­κη­γό­ροι, συ­νά­δελ­φοι του, με τους οποί­ους συ­νερ­γα­ζό­ταν.

Όπως προ­έ­κυ­ψε από τα στοι­χεία της δι­κο­γρα­φί­ας από κα­νέ­ναν δεν ει­σέ­πρα­ξε χρή­μα­τα για δι­κη­γο­ρι­κή αμοι­βή και για τη σύ­ντα­ξη των δι­κο­γρά­φων των αγω­γών.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο πρώ­τος κα­τη­γο­ρού­με­νος υπέ­βα­λε 23 αι­τή­σεις χρη­σι­κτη­σί­ας σε ακί­νη­τα των ως άνω Ιερών Ναών.

Όλα τα πα­ρα­πά­νω δι­κό­γρα­φα τα επέ­δι­δε δι­κα­στι­κός επι­με­λη­τής, με τον οποίο και συ­νερ­γα­ζό­ταν ο δι­κη­γό­ρος.

Τα μέλη των Εκ­κλη­σια­στι­κών Επι­τρο­πών του Ιερού Ναού Τα­ξιάρ­χου Αρ­χαγ­γέ­λου και της Ιεράς Μονής Πα­να­γί­ας Τσα­μπί­κας Αρ­χαγ­γέ­λου, της Εκ­κλη­σια­στι­κής Επι­τρο­πής Μα­σά­ρων και της Εκ­κλη­σια­στι­κής Επι­τρο­πής του Ιερού Ναού Αγίου Γε­ωρ­γί­ου Μα­λώ­νας, ισχυ­ρί­ζο­νται ότι είχαν δώσει εντο­λή στο δι­κη­γό­ρο να δια­χει­ρί­ζε­ται τις υπο­θέ­σεις των αντι­στοί­χων ναών και να τους εκ­προ­σω­πεί δι­κα­στι­κά και εξώ­δι­κα, πλην όμως ου­δέ­πο­τε του είχαν δώσει εντο­λή να προ­βεί στις συ­γκε­κρι­μέ­νες νο­μι­κές ενέρ­γειες για την πώ­λη­ση των ακι­νή­των, που ανή­καν κατά κυ­ριό­τη­τα στους Ιε­ρούς Ναούς, και ου­δέ­πο­τε πα­ρέ­λα­βαν τα σχε­τι­κά δι­κό­γρα­φα.

Οι συ­νά­δελ­φοι του, δι­κη­γό­ροι, που φέ­ρο­νταν να έχουν κα­τα­θέ­σει τις προ­α­να­φε­ρό­με­νες αγω­γές χρη­σι­κτη­σί­ας, υπέ­γρα­φαν τα δι­κό­γρα­φα και κά­ποιες φορές έκα­ναν και πα­ρά­στα­ση ενώ­πιον του δι­κα­στη­ρί­ου, χωρίς να γνω­ρί­ζουν ακρι­βώς την υπό­θε­ση, παρά μόνο για διευ­κό­λυν­ση του συ­να­δέλ­φου τους, ως εί­θι­σται με­τα­ξύ συ­να­δέλ­φων.

Οι δε ενά­γο­ντες γνώ­ρι­ζαν ότι άλλος δι­κη­γό­ρος θα κα­τέ­θε­τε και θα πα­ρί­στα­το στο ακρο­α­τή­ριο, καθώς τους είχε ενη­με­ρώ­σει σχε­τι­κά ο συ­γκε­κρι­μέ­νος δι­κη­γό­ρος.

Ο δε δι­κα­στι­κός επι­με­λη­τής ισχυ­ρί­στη­κε ότι όλα τα δι­κό­γρα­φα αγω­γής τα επέ­δω­σε πραγ­μα­τι­κά σε όλους τους δια­δί­κους ακόμα και στα μέλη των εκ­κλη­σια­στι­κών επι­τρο­πών, παρά την άρ­νη­σή τους ότι δεν τα πα­ρέ­λα­βαν ποτέ.

Ο δι­κη­γό­ρος ισχυ­ρί­στη­κε ότι πράγ­μα­τι υπήρ­χαν ακί­νη­τα, που ανή­καν κατά κυ­ριό­τη­τα στους πα­ρα­πά­νω ανα­φε­ρό­με­νους Ιε­ρούς Ναούς, τα οποία για πολλά έτη τα νέ­μο­νταν ιδιώ­τες και αυτό ήταν γνω­στό και στην Ιερά Μη­τρό­πο­λη και στο Μη­τρο­πο­λί­τη, και για τα οποία είχαν εγεί­ρει αγω­γές χρη­σι­κτη­σί­ας για ανα­γνώ­ρι­ση της κυ­ριό­τη­τάς τους επί των ακι­νή­των αυτών. Ωστό­σο, επει­δή η Ιερά Μη­τρό­πο­λη δεν μπο­ρού­σε ηθικά να απο­βά­λει τους αν­θρώ­πους αυ­τούς από  τα ακί­νη­τα που νέ­μο­νταν, συ­νή­θι­ζε να συ­νο­μο­λο­γεί τις εκά­στο­τε ασκη­θεί­σες αγω­γές και σε πρώτο βαθμό να ανα­γνω­ρί­ζε­ται ο εκά­στο­τε ενά­γων κύ­ριος του ακι­νή­του που νε­μό­ταν.

Στη συ­νέ­χεια, μετά την έκ­δο­ση της δι­κα­στι­κής από­φα­σης σε πρώτο βαθμό, ο νι­κή­σας ενά­γων κα­τό­πιν συμ­φω­νί­ας με τα μέλη της εκά­στο­τε εκ­κλη­σια­στι­κής επι­τρο­πής του Ιερού Ναού στον οποίο ανήκε κατά κυ­ριό­τη­τα το ακί­νη­το κάθε φορά, κα­τέ­θε­τε αί­τη­ση προς την Ιερά Μη­τρό­πο­λη με την οποία ζη­τού­σε να αγο­ρά­σει με συμ­βό­λαιο το ακί­νη­το που νέ­μο­νταν στην αντι­κει­με­νι­κή του αξία και όχι στην εμπο­ρι­κή του αξία.

Η δε Ιερά Μη­τρό­πο­λη πε­τύ­χαι­νε με τον τρόπο αυτό να εξα­σφα­λί­σει να ει­σπρά­ξει αφε­νός ένα έστω μικρό τί­μη­μα, αφε­τέ­ρου να εξα­σφα­λί­σει και την έγκρι­ση του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου, το οποίο μόνο έτσι θα μπο­ρού­σε να συ­ναι­νέ­σει σε εκ­ποί­η­ση εκ­κλη­σια­στι­κής πε­ριου­σί­ας.

Τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, έτσι όπως τα πα­ρου­σιά­ζει απο­λο­γού­με­νος ο δι­κη­γό­ρος, όπως έκρι­νε το δι­κα­στι­κό συμ­βού­λιο, συ­νά­δουν με τη λο­γι­κή και εξη­γούν τις ενέρ­γειες στις οποί­ες προ­έ­βη χωρίς να ει­σπράτ­τει δι­κη­γο­ρι­κή αμοι­βή από τους ενά­γο­ντες των δι­κο­γρά­φων των αγω­γών που ετοί­μα­ζε και κα­τέ­θε­τε.

Οι ισχυ­ρι­σμοί δε των μελών των εκ­κλη­σια­στι­κών επι­τρο­πών, κατά τις ανω­μο­τί εξη­γή­σεις τους, ότι ουδέν γνώ­ρι­ζαν και ότι ο δι­κη­γό­ρος ενερ­γού­σε αυ­θαί­ρε­τα και κατά πα­ρέκ­κλι­ση των εντο­λών, που του είχαν δώσει εκεί­νοι, δεν κρί­θη­καν από το δι­κα­στι­κό συμ­βού­λιο πει­στι­κοί.

Οι ενά­γο­ντες δε των ανω­τέ­ρω κα­τα­τε­θει­μέ­νων αγω­γών εγεί­ρο­ντας τις αγω­γές του απλώς διεκ­δι­κού­σαν δια της νό­μι­μης δια­δι­κα­σί­ας τα ακί­νη­τα που πράγ­μα­τι νέ­μο­νταν επί σειρά πολ­λών ετών.

Ωστό­σο, από τα στοι­χεία της δι­κο­γρα­φί­ας προ­έ­κυ­ψε ότι από τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των δι­κο­γρά­φων των αγω­γών που κα­τα­τέ­θη­καν από τον δι­κη­γό­ρο κατά την ανω­τέ­ρω συ­νή­θη πρα­κτι­κή, οι ενά­γο­ντες καθ’ υπό­δει­ξη του ιδίου έσπευ­σαν και μα­ταί­ω­σαν τα δι­κό­γρα­φα των αγω­γών τους, τα οποία ου­δέ­πο­τε επα­νέ­φε­ραν με κλήση μέχρι και σή­με­ρα, σε όσες δε ελά­χι­στες πε­ρι­πτώ­σεις οι αγω­γές είχαν ήδη εκ­δι­κα­στεί, η Ιερά Μη­τρό­πο­λη συ­ναί­νε­σε στη με­τα­βί­βα­ση της ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας της τε­λι­κά.

Το Συμ­βού­λιο Πλημ­με­λειο­δι­κών έκρι­νε ότι, αφε­νός οι εν λόγω αγω­γές ου­δέ­πο­τε συ­ζη­τή­θη­καν στο ακρο­α­τή­ριο, οπότε ούτε καν από­πει­ρα απά­της επί δι­κα­στη­ρίω δεν στοι­χειο­θε­τεί­ται με μόνη την κα­τά­θε­ση του δι­κο­γρά­φου της αγω­γής, αφε­τέ­ρου ου­δείς τε­λι­κά ζη­μιώ­θη­κε πε­ριου­σια­κά, ούτε οι ενά­γο­ντες ούτε και το νο­μι­κό πρό­σω­πο των προ­α­να­φε­ρό­με­νων Ιερών Ναών, αφού τα μέλη των εκ­κλη­σια­στι­κών επι­τρο­πών συ­ναι­νού­σαν στη διά­θε­ση της ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας τους, και επο­μέ­νως ελ­λεί­πει το στοι­χείο της πε­ριου­σια­κής ζη­μί­ας, δεν πλη­ρού­ται η αντι­κει­με­νι­κή υπό­στα­ση της αξιό­ποι­νης πρά­ξης της απά­της επί δι­κα­στη­ρίω σε βαθμό κα­κουρ­γή­μα­τος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.