Κοντά σε οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) με Αίγυπτο και Λιβύη βρέθηκε η Ελλάδα το 2009, εξηγεί ο Γιάννης Βαληνάκης στο in.gr.

O υφυπουργός Eξωτερικών της περιόδου Καραμανλή (2004-2009), επισημαίνει ότι η επίτευξη συμφωνιών επιτάσσει «λογικές αμοιβαίες παραχωρήσεις» προκειμένου «να διασωθεί το μείζον».

Παράλληλα, σημειώνει ότι ακόμα και τώρα η Ελλάδα μπορεί να κηρύξει ΑΟΖ με το καθεστώς Σάρατζ, ενώ εκτιμά πως Αθήνα-Κάιρο δεν είναι κοντά σε συμφωνία οριοθέτησης.

Επιπλέον, τονίζει πως η Τουρκία επιχειρεί να εγκλωβίσει την Ελλάδα στο δίλημμα «στρατιωτική κλιμάκωση ή αδράνεια», προτείνοντας μια «έξυπνη στρατηγική» ανάσχεσης της τουρκικής προκλητικότητας από πλευράς Αθήνας.

Τέλος, μιλά για το ενδεχόμενο προσφυγής στη «Χάγη» αλλά και για το νέο του βιβλίο.

Tο 2009, ενόσω ήσασταν υφυπουργός Εξωτερικών, Ελλάδα-Λιβύη έφτασαν κοντά σε οριοθέτηση ΑΟΖ. Τι συνέβη και δεν υπήρξε συμφωνία;

Πολλοί δεν αντιλαμβάνονται ότι στις διαπραγματεύσεις οριοθέτησης με μια χώρα, έχει και η ξένη χώρα τις θέσεις της. Αν θέλεις μια διμερή συμφωνία, πρέπει να βρεθεί ένα κοινό σημείο ισορροπίας με λογικές αμοιβαίες παραχωρήσεις. Μέχρι το 2004, στην ελληνική εξωτερική πολιτική δεν υπήρχε η σκέψη για οριοθέτηση ΑΟΖ  με άλλες χώρες, πλην της Τουρκίας. Τότε, αλλάζοντας το ελληνικό «δόγμα ακινησίας», ξεκίνησα μυστικές διαπραγματεύσεις με Λιβύη, Αίγυπτο και Αλβανία.

Το 2009 που χάσαμε τις εκλογές ήμασταν πολύ κοντά στην επίτευξη των στόχων μας. Είχαμε υπογράψει συμφωνία οριοθέτησης με την Αλβανία, ενώ ήμασταν κοντά με Λιβύη και Αίγυπτο, με την έννοια ότι είχαν προσδιοριστεί οι εκατέρωθεν θέσεις και έμενε η γεφύρωσή τους.

Εκεί, ο πολιτικός που επιδιώκει το εθνικό συμφέρον πρέπει να πάρει τη μεγάλη απόφαση και να κόψει τον γόρδιο δεσμό. Να κάνει μια παραχώρηση, να κερδίσει μια αντίστοιχη από την άλλη πλευρά, και τα δύο μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία. Αυτό προλάβαμε και κάναμε με την Αλβανία αλλά δυστυχώς η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε ουσιαστικά μετά το 2009, με συνέπεια την τραγική κορύφωση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Έτσι, σήμερα πανηγυρίζουμε αναγκαστικά για την οριοθέτηση με την Ιταλία, η οποία υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν μια απλή συμφωνία.

Φέρει ευθύνη η τότε ελληνική κυβέρνηση ή μήπως οι λιβυκές αξιώσεις οδήγησαν την Αθήνα σε υπαναχώρηση;

Σε μια διαπραγμάτευση, κάθε πλευρά ξεκινά με μια μαξιμαλιστική παράθεση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.  Αυτό έκανε η Λιβύη, αυτό φυσικά κάναμε κι εμείς. Όμως στη συνέχεια προχωρήσαμε αρκετά.

Από εκεί και πέρα, ή θεωρείς ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο και σταματάς περιμένοντάς το, ή αξιολογείς ως επικίνδυνη εκκρεμότητα -γιατί ανταγωνίζεσαι την Τουρκία που καραδοκεί- και αναγκαστικά στη συμφωνία θα φτάσεις με ένα βαθμό συμβιβασμών. Κάποιοι όμως φαντάζονται ότι μαστιγώνεις τον γείτονα κι αυτός σου παραδίδεται αμαχητί, ή ότι θα συγκλονιστεί από τα επιχειρήματά σου. Άρα, είναι και θέμα πολιτικής διορατικότητας.

Δεν επιρρίπτω ευθύνες σε όσους δεν προχώρησαν τις συμφωνίες. Βέβαια όταν κυνηγούσα εντατικά τις οριοθετήσεις αυτές που θα τετραπλασίαζαν τον εθνικό χώρο, κάποιοι χαμογελούσαν που ασχολούμαι με ένα ασήμαντο θέμα. Δυστυχώς, η Ιστορία τα έφερε έτσι, που Λιβύη και Τουρκία επέφεραν ένα μεγάλο πλήγμα στα ελληνικά συμφέροντα.

Άρα, η Λιβύη «χάθηκε» για την Ελλάδα;

Όχι ακόμη. Μπορούμε να οριοθετήσουμε και τώρα ΑΟΖ με τη Λιβύη. Μετά την οριοθέτηση με την Ιταλία, «ακουμπήσαμε» την ΑΟΖ της Λιβύης, δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης. Μπορούμε ακόμα και τώρα, παρά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, να επιδιώξουμε οριοθέτηση ΑΟΖ μαζί τους, αλλά και να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για όλη την περιοχή από το τριεθνές με την Ιταλία μέχρι το τριεθνές με την Αίγυπτο.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα οφείλει να είναι ενεργά απαρούσα στις διαπραγματεύσεις που γίνονται παρασκηνιακά για την «επόμενη μέρα» της Λιβύης, ακόμη και μπλοκάροντας την ευρωπαϊκή βοήθεια εάν η συμφωνία δεν περιλαμβάνει ακύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση με την Ελλάδα των θαλασσίων ζωνών του νέου μορφώματος που θα προκύψει.

Πώς είχαν κυμανθεί τότε οι διαπραγματεύσεις σας με την Αίγυπτο, και πόσο πιθανή είναι μια συμφωνία τώρα;

Πολλά βράδια δεν κοιμόμουν από την ανησυχία μήπως δεν προλάβουμε να κλείσουμε τις διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο και μας προλάβει η Τουρκία. Ελλάδα και Τουρκία ανταγωνίζονται από τότε για το ποια θα οριοθετήσει ΑΟΖ με την Αίγυπτο.

Η Τουρκία χρησιμοποιεί κάθε μέσο. Έχει προτείνει ως «δώρο» στην Αίγυπτο, εάν οριοθετούσε ΑΟΖ μαζί της, μια θαλάσσια περιοχή περίπου όση η Πελοπόννησος. Πρόκειται για ‘’δωράκι’’ από μια ΑΟΖ που δεν της ανήκει, ωστόσο, εάν συμφωνήσει με την Αίγυπτο, θα αποκτήσει μια τεράστια θαλάσσια έκταση αποκλείοντας εμάς. Τα δώρα πάντα δελεάζουν.

Παράλληλα, το Κάιρο κωλυσιεργεί ζυγίζοντας συγκριτικά τις πολιτικές επιπτώσεις της οριοθέτησης με την κάθε χώρα. Πιθανότατα θεωρεί ότι η Τουρκία θα την «εκδικηθεί» μέσω των Αδερφών Μουσουλμάνων και θα της δημιουργήσει σημαντικά εσωτερικά προβλήματα.

Όμως η διαφορά μπορεί και πρέπει να γεφυρωθεί. Απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση για τη σύναψη μιας ιστορικής στρατηγικής συμφωνίας, η οποία θα εμπεριείχε μεν κάποιες παραχωρήσεις, ωστόσο, είναι εθνικά απαραίτητη άμεσα, για να διασωθεί το μείζον. Δηλαδή το κέρδος από μια τεράστια θαλάσσια περιοχή που θα αποκτηθεί από τη χώρα μας. Γιατί αν δεν την κερδίσουμε και την πάρει η Τουρκία, χάσαμε οριστικά.

Δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι είμαστε κοντά στον μεγάλο στόχο. Έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Εύχομαι ολόψυχα να συμφωνήσει την οριοθέτηση ο κ. Δένδιας αν και πιστεύω ότι για να κλείσει άμεσα η συμφωνία θα χρειαστεί να πάει ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην Αίγυπτο.

Η ελληνοϊταλική ΑΟΖ και η Αλβανία

Αναφερόμενος στην ελληνοϊταλική συμφωνία για οριοθέτηση ΑΟΖ, επισημαίνει ότι «καλώς υπήρξε συμφωνία» αν και «μας πήρε 43 χρόνια να συμφωνήσουμε σε μια οριογραμμή που ήταν ήδη συμφωνημένη με τους Ιταλούς από το 1977».

Θεωρεί ότι «ιστορικά πρώτη ήταν η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ που έκανε η Ελλάδα το 2009 με την Αλβανία. Δυστυχώς η χώρα μας αδράνησε διπλωματικά όταν η συμφωνία κατέπεσε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της γειτονικής χώρας ύστερα από σκηνοθετημένη από την Τουρκία προσφυγή της αντιπολίτευσης».

Ως εκ τούτου προτείνει «να επανέρθει η συμφωνία και να κλείσει άμεσα αν η Αλβανία πιστεύει πραγματικά στην ευρωπαϊκή προοπτική της. Να επιμείνουμε, κι  αν χρειαστεί, να προσφύγουμε στο ΔΔΧ ώστε να κλείσει κι αυτή η εκκρεμότητα» σημειώνει.

Ο Ακάρ, η αποτροπή και το «θερμό» επεισόδιο

Σχολιάζοντας τα υπονοούμενα του υπουργού Άμυνας, Ακάρ, ότι «η Ελλάδα δεν θα τολμήσει να πολεμήσει με την Τουρκία», κάνει λόγο για μια «ανησυχητική δήλωση» με σαφείς προεκτάσεις.

«Η αποτροπή στηρίζεται στην αξιοπιστία της απειλής σου. Για να είσαι αξιόπιστος χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις: Να είναι η απειλή τεχνικά δυνατή, να έχεις τη βούληση να την πραγματοποιήσεις και τρίτον και κυριότερο να πιστέψει ο αντίπαλος τα δύο παραπάνω ώστε να αποτραπεί. Ο Ακάρ υπονοεί ότι οι απειλές μας δεν είναι αξιόπιστες στα μάτια του. Το να λέμε άρα  ‘’θα αμυνθώ στα σύνορά μου αν μου επιτεθείς ή θα ισοπεδώσω μια -δική μου και ίσως κατοικημένη- βραχονησίδα’’, δεν φαίνεται να απειλεί με αρκετό αποτρεπτικό κόστος έναν επιτιθέμενο» υποστηρίζει, εξηγώντας τι ακριβώς επιδιώκει η Άγκυρα.

«Η Τουρκία θέλει να μας οδηγήσει σε θερμή αναμέτρηση, η οποία να φαίνεται διεθνώς ότι προκλήθηκε από εμάς. Επιδιώκει προκαλώντας μας συνεχώς να εμπλακούμε στρατιωτικά και να μας παρασύρει σε μεγαλύτερη σύγκρουση, όχι απαραίτητα απλώς σε σύντομο θερμό επεισόδιο» υπογραμμίζει.

Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η Τουρκία πολεμάει σήμερα σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα και θέλει να εγκλωβίσει την Ελλάδα στο δίλημμα «στρατιωτική κλιμάκωση ή αδράνεια».

Όπως λέει, η Άγκυρα, «ελπίζει να επιλέξουμε την πρώτη: Να μας παρασύρει σε μια ανοιχτή αναμέτρηση, σε οποιοδήποτε μέτωπο, με διάρκεια που δεν γνωρίζουμε. Όσοι λένε για θερμό επεισόδιο, υπολογίζουν σε παρέμβαση των ΗΠΑ και ΕΕ, ώστε μετά από 1-2  μέρες εχθροπραξιών, να σταματήσει η αντιπαράθεση. Αν και ουδείς το γνωρίζει αυτό, η Τουρκία ποντάρει στη διεθνή αδράνεια για να διευρύνει τη στρατιωτική αναμέτρηση. Βολεύεται εξάλλου και με τη δεύτερη επιλογή. Δηλαδή να περιοριστούμε σε ‘’αυστηρά μηνύματα’’ και ευρωαμερικανικές καταδικαστικές δηλώσεις».

Γι’ αυτό, προκρίνει, «μια έξυπνη στρατηγική αποφυγής των δύο ακραίων επιλογών στις οποίες θέλει να μας εγκλωβίσει η Άγκυρα».

«Να εγκλωβίσουμε εμείς την Τουρκία σε ένα δίχτυ πολλαπλών διπλωματικών και άλλων ειρηνικών πρωτοβουλιών που να συνθέτουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική στα ελληνοτουρκικά που δεν υπάρχει. Κάθε φορά λειτουργούμε δυστυχώς ανακλαστικά, προσπαθώντας να λύσουμε όπως-όπως το πρόβλημα που κάθε φορά προκύπτει» συμπληρώνει.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας και η προσφυγή στη Χάγη 

Όσον αφορά τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, οι οποίοι εκλείπουν το τελευταίο διάστημα, αναφέρει την χρησιμότητα της ύπαρξης «καναλιών επικοινωνίας», προσθέτοντας όμως ότι «ζητούμενο είναι το περιεχόμενο του μηνύματος που θα εκπέμψουμε στην άλλη πλευρά του Αιγαίου σχετικά με την αντιμετώπιση των διεκδικήσεών τους».

«Είναι χρήσιμο να υπάρχουν κανάλια επικοινωνίας. Ακόμα και όταν οι σχέσεις είναι τεταμένες. Όμως το βασικά ζητούμενο είναι τι θέλουμε, τι θα κάνουμε, πώς θα φτάσουμε στον στόχο. Δηλαδή χρειαζόμαστε μια στρατηγική, όχι μια διαχείριση της καθημερινότητας» επισημαίνει.

Σχετικά με το ενδεχόμενο κοινής προσφυγής Ελλάδας-Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ), τονίζει ότι «είναι μια δύσκολη υπόθεση και εμπεριέχει πολλούς κινδύνους» καθώς θα ζητηθεί από την Αθήνα «η υπογραφή ενός εξαιρετικά επώδυνου συνυποσχετικού. Ξέρουμε εκ των προτέρων τις ακραίες απόψεις της Τουρκίας και ότι ζητάει τα πάντα προκαταβολικά για να πάμε στο ΔΔΧ».

«Η Ελλάς των τεσσάρων Θαλασσών» 

Πρόσφατα, κυκλοφόρησε, το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Η Ελλάς των τεσσάρων Θαλασσών».

Εκεί, όπως σημειώνει, αποτυπώνει τις εμπειρίες του τόσο ως καθηγητή Διεθνών Σχέσεων όσο και ως υφυπουργού Εξωτερικών από το 2004 έως το 2009.

«Είναι το μέρος ενός σχεδίου που εφάρμοσα ως υφυπουργός και το ονόμασα Ελλάς επί τέσσερα, γιατί συνεπαγόταν τη δημιουργία μιας τεράστιας ελληνικής γεωστρατηγικής και γεωοικονομικής ζώνης 500.000 τετραγωνικά χλμ. Για να μεγαλώσει όμως τέσσερις φορές η Ελλάδα έπρεπε να οριοθετήσουμε τις τέσσερις θάλασσές μας ζώνες με τις γειτονικές χώρες, της Τουρκίας περιλαμβανομένης, αλλά τελευταίας στη σειρά» καταλήγει.

Πηγή: in.gr

Παναγιώτης Μίχος

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ