- Ο διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου ανακοίνωσε ότι το πρόβλημα με τη λεγεωνέλλα αντιμετωπίστηκε άμεσα, με υπερχλωρίωση του δικτύου και αρνητικά αποτελέσματα σε επαναληπτικές μετρήσεις.
- Η αύξηση του μικροβιακού φορτίου αποδόθηκε σε εργασίες ανακαίνισης που προκάλεσαν στασιμότητα του νερού, κυρίως στο δίκτυο ζεστού νερού.
- Οι δειγματοληψίες που έδειξαν υπερβάσεις της λεγεωνέλλας πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2026, με τα δείγματα να αφορούν διάφορες κλινικές και χώρους του νοσοκομείου.
- Η διοίκηση του νοσοκομείου προχώρησε σε σειρά διορθωτικών ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της υπερχλωρίωσης και της καθημερινής μέτρησης χλωρίου, για τη διασφάλιση της ποιότητας του πόσιμου νερού.
• Ο διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου υποστηρίζει ότι το πρόβλημα με το νερό αντιμετωπίστηκε στη ρίζα του μέσα στην άνοιξη, με υπερχλωρίωση του δικτύου και νέες μετρήσεις από διαπιστευμένο εργαστήριο που δεν ανίχνευσαν το βακτήριο σε κανένα σημείο
Με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο απαντά ο διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου κ. Νίκος Καραμαρίτης στην αναζωπύρωση της συζήτησης για την ποιότητα του νερού του ιδρύματος, μετά την ανίχνευση λεγεωνέλλας σε 14 δείγματα που ελήφθησαν τον περασμένο Μάρτιο.
Σύμφωνα με τη θέση που διατυπώνει, το ζήτημα εντοπίστηκε, αντιμετωπίστηκε άμεσα και έχει πλέον κλείσει, καθώς οι επαναληπτικές αναλύσεις που ακολούθησαν τις ενέργειες εξυγίανσης έδωσαν αρνητικά αποτελέσματα στο σύνολό τους.
Ο κ. Καραμαρίτης αποδίδει την αύξηση του μικροβιακού φορτίου σε συγκεκριμένη αιτία και όχι σε γενικευμένη αστοχία του δικτύου. Όπως υποστηρίζει, την περίοδο των δειγματοληψιών βρίσκονταν σε εξέλιξη εργασίες ανακαίνισης κλινικών του νοσοκομείου και το δίκτυο ύδρευσης στους χώρους αυτούς παρέμενε κλειστό. Η στασιμότητα του νερού σε τμήματα των σωληνώσεων, ιδίως του ζεστού νερού χρήσης, δημιούργησε κατά την εκτίμησή του τις συνθήκες για την ανάπτυξη του βακτηρίου. Αυτό εξηγεί, όπως αναφέρει, γιατί οι υπερβάσεις εντοπίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στο δίκτυο ζεστού νερού και σε σημεία που τη δεδομένη στιγμή δεν είχαν κανονική ροή.
Οι δειγματοληψίες είχαν πραγματοποιηθεί από το Τμήμα Δημόσιας Υγείας Δωδεκανήσου στις 10 και 11 Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο τακτικού ελέγχου, και τα δείγματα αναλύθηκαν από τη Χημική Υπηρεσία Αιγαίου του Γενικού Χημείου του Κράτους.
Σε 14 από αυτά η τιμή της λεγεωνέλλας υπερέβαινε την παραμετρική τιμή των 1.000 cfu ανά λίτρο που προβλέπει η νομοθεσία για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Τα σημεία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, θάλαμο της Ογκολογικής κλινικής, τα αποδυτήρια προσωπικού της ΜΕΘ, θάλαμο της Β’ Παθολογικής και τη Μονάδα Περιτοναϊκής Κάθαρσης.
Η διοίκηση του νοσοκομείου επιμένει ότι από τη στιγμή που τα αποτελέσματα κοινοποιήθηκαν επίσημα στο ίδρυμα, στις αρχές Μαΐου, η αντίδραση ήταν άμεση και κλιμακωτή. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», στις 12 Μαΐου 2026 συνεδρίασε η Επιτροπή Ενδονοσοκομειακών Λοιμώξεων, η οποία αποφάσισε τη δέσμη των διορθωτικών ενεργειών για τη διασφάλιση της ποιότητας του πόσιμου νερού.
Πέντε ημέρες αργότερα, την Κυριακή 17 Μαΐου 2026, διενεργήθηκε υπερχλωρίωση ολόκληρου του δικτύου, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί επιμέρους παρεμβάσεις με τις οδηγίες του συνεργαζόμενου χημικού.
Οι παρεμβάσεις αυτές, κατά τα όσα υποστηρίζει ο διοικητής, περιλάμβαναν την αύξηση της καθημερινής δοσολογίας του απολυμαντικού μέσου στις δεξαμενές, καθημερινή έκπλυση του δικτύου με άνοιγμα βρυσών, ντουζ και νιπτήρων σε όλα τα τμήματα επί 10 έως 15 λεπτά, αντικατάσταση βρυσών και εξαρτημάτων στα οποία είχαν συσσωρευτεί άλατα, τοποθέτηση μικροβιοκρατών φίλτρων σε κρίσιμα σημεία όπως το μαγειρείο και ο χώρος πλύσης νεογνών, καθώς και καθημερινή μέτρηση του ελεύθερου υπολειμματικού χλωρίου με πιστοποιημένο φασματοφωτόμετρο και τήρηση σχετικού ημερολογίου.
Το βασικό επιχείρημα της διοίκησης είναι όμως τα ευρήματα του δεύτερου κύκλου ελέγχων.
Την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026 πραγματοποιήθηκε νέα δειγματοληψία από διαπιστευμένο ιδιωτικό εργαστήριο, η οποία δεν περιορίστηκε στη λεγεωνέλλα αλλά επεκτάθηκε και σε άλλους μικροβιολογικούς δείκτες, όπως τα ολικά κολοβακτηριοειδή, το κολοβακτηρίδιο Escherichia coli και οι εντερόκοκκοι. Τα πλήρη αποτελέσματα παραλήφθηκαν στις 22 Ιουνίου 2026 και, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο κ. Καραμαρίτης, όλα τα δείγματα βρέθηκαν αρνητικά. Δύο ημέρες αργότερα, στις 24 Ιουνίου, τα αποτελέσματα γνωστοποιήθηκαν στη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και στις αρμόδιες αρχές.
Παράλληλα, η διοίκηση αναφέρει ότι έχουν εξασφαλιστεί οι απαραίτητες πιστώσεις για τη διενέργεια διαγωνισμού προμήθειας και εγκατάστασης συστήματος γεννήτριας διοξειδίου του χλωρίου, μια λύση που, κατά την εκτίμηση του συνεργαζόμενου χημικού, θα ενισχύσει σημαντικά τη μόνιμη καταπολέμηση της λεγεωνέλλας στο δίκτυο και θα αποτρέψει την επανεμφάνιση του προβλήματος.
Η ποιότητα του νερού του νοσοκομείου δεν απασχολεί για πρώτη φορά την επικαιρότητα. Το ζήτημα είχε τεθεί ήδη από το 2017, όταν έλεγχος του Νοεμβρίου 2016 είχε αναδείξει υψηλές συγκεντρώσεις Αεριογόνου Ψευδομονάδας, ενώ λεγεωνέλλα είχε ανιχνευτεί ξανά τον Νοέμβριο του 2020 και τον Ιούλιο του 2022.
Η δεύτερη εκείνη περίοδος είχε οδηγήσει στην παραπομπή 15 μελών της Επιτροπής Ενδονοσοκομειακών Λοιμώξεων σε δίκη, υπόθεση που έκλεισε τον Ιούνιο του 2024 με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο αποφάσισε να μη γίνει κατηγορία εις βάρος τους.
Μετά τα ευρήματα του Μαρτίου έχει παραγγελθεί εκ νέου προκαταρκτική έρευνα για τη διερεύνηση της τυχόν τέλεσης του αδικήματος της έκθεσης. Η διοίκηση του νοσοκομείου, από την πλευρά της, εμφανίζεται βέβαιη ότι η πλήρης αλληλουχία των ενεργειών της, από την πρώτη ενημέρωση μέχρι τα αρνητικά αποτελέσματα του Ιουνίου, τεκμηριώνει ότι το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε έγκαιρα και αποτελεσματικά και ότι το νερό του ιδρύματος είναι σήμερα ασφαλές για ασθενείς, προσωπικό και επισκέπτες.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε



.gif)



















