- το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποζημιώσει τους τότε ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την ιταλική διοίκηση.
- Η απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση των Τούρκων υπηκόων.
- Η υπόθεση σχετίζεται με τις διεκδικήσεις μουσουλμανικών περιουσιών στα Δωδεκάνησα, που έχουν διεθνείς προεκτάσεις.
- Τα επίδικα ακίνητα είχαν απαλλοτριωθεί το 1940 από την ιταλική διοίκηση και η ελληνική κυριότητα τους αναγνωρίστηκε μετά τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947.
• Με την υπ’ αριθμ. 164/2026 απόφασή του, το Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε απορριπτέα την έφεση της κ. Νιλγκούν Μπαράι και των καθολικών διαδόχων του κ. Αμπντουραχμάν Νατζί Ακμάν κατά της απόφασης 62/2024 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αφήνοντας άθικτη την πρωτόδικη κρίση που είχε απορρίψει αξιώσεις συνολικού ύψους 4.746.792,2 ευρώ κατά του Ελληνικού Δημοσίου
Οριστική δικαστική απάντηση σε μια υπόθεση με έντονο ιστορικό φορτίο και ευρύτερες προεκτάσεις έδωσε το Εφετείο Δωδεκανήσου. Με την υπ’ αριθμ. 164/2026 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει η κ. Νιλγκούν Μπαράι, κάτοικος Άγκυρας, και οι καθολικοί διάδοχοι του κ. Αμπντουραχμάν Νατζί Ακμάν, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης 62/2024 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η πρωτόδικη κρίση, με την οποία είχαν απορριφθεί οι αγωγές των Τούρκων υπηκόων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, παραμένει σε πλήρη ισχύ.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει διαχρονικά συζήτηση στη Ρόδο, καθώς συνδέεται με το ευρύτερο ζήτημα των διεκδικήσεων μουσουλμανικών περιουσιών στα Δωδεκάνησα, ένα πεδίο που κατά καιρούς έχει αποκτήσει και διεθνείς διαστάσεις. Στο επίκεντρο βρέθηκαν 2 κτηματολογικές μερίδες στο Νιοχώρι, η διαδρομή των οποίων ξεκινά από την ιταλική διοίκηση του Μεσοπολέμου και καταλήγει στη σημερινή ελληνική κυριότητα.
Από την ιταλική απαλλοτρίωση του 1940 στην ελληνική κυριαρχία
Τα επίδικα ακίνητα, με κτηματολογικούς αριθμούς V-292 και V-293 οικοδομών Ρόδου, απαλλοτριώθηκαν με διατάγματα του Ιταλού κυβερνήτη στις 13 Μαΐου 1940, για λόγους δημοσίας ωφελείας. Σύμφωνα με τη θέση του Ελληνικού Δημοσίου, οι τότε ιδιοκτήτες είχαν αποζημιωθεί, καθώς το Ιταλικό Δημόσιο είχε καθορίσει σχετική αποζημίωση, η οποία μεταφέρθηκε μέσω της Μικτής Οικονομικής Επιτροπής και κατέληξε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ενάγοντες, από την πλευρά τους, υποστήριξαν σε όλη τη διάρκεια της δίκης ότι ουδέποτε έλαβαν χρήματα ή έστω ειδοποίηση για τις απαλλοτριώσεις αυτές.
Μετά τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του Ιταλικού Δημοσίου στη Δωδεκάνησο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα συγκεκριμένα ακίνητα εντάχθηκαν αρχικά στον Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας Δημοσίου Δωδεκανήσου το 1955 και στη συνέχεια πουλήθηκαν, εν μέρει, σε ιδιώτες και οικοδομικούς συνεταιρισμούς, ενώ το υπόλοιπο τμήμα παρέμεινε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Η πρωτόδικη κρίση που επιβεβαιώθηκε
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την απόφαση 62/2024, είχε απορρίψει τις δύο αγωγές των Τούρκων υπηκόων κρίνοντας ότι οι ενάγοντες δεν διαθέτουν έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι οι ίδιοι συνομολογούν πως η κατάληψη των ακινήτων έγινε ήδη από το 1940. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι από το 1940 έως σήμερα έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη συμπλήρωση της κτητικής παραγραφής ή χρησικτησίας, σύμφωνα με τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου.
Παράλληλα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε σημειώσει ότι ακόμη και αν θεωρηθεί πως η απαλλοτρίωση δεν συντελέστηκε πλήρως, η κυριότητα ανήκει πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω έκτακτης χρησικτησίας. Προς επίρρωση της κρίσης του, επικαλέστηκε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που αναγνωρίζουν την κτήση κυριότητας από το Δημόσιο σε περιπτώσεις όπου η κατοχή ασκείται επί μακρό χρονικό διάστημα χωρίς αντιδράσεις των αρχικών ιδιοκτητών. Με την απόρριψη της έφεσης από το Εφετείο Δωδεκανήσου, το σκεπτικό αυτό παραμένει το ισχύον δικαστικό τετελεσμένο της υπόθεσης.
Τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι εκκαλούντες
Οι εκκαλούντες είχαν χαρακτηρίσει την πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένη, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ειδικά την έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Ισχυρίστηκαν ότι η εφαρμογή της χρησικτησίας στην περίπτωσή τους είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στο άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου, καθώς το Δημόσιο, όταν ενεργεί ως ιδιώτης, δεν μπορεί να επικαλείται ευνοϊκότερη μεταχείριση. Έκαναν επίσης λόγο για παραβίαση διεθνών συμβάσεων, όπως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με ειδική αναφορά στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προστατεύουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.
Η έφεση επικαλέστηκε ακόμη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως την υπόθεση Παπαμιχαλόπουλος κατά Ελλάδας του 1993, στην οποία αναγνωρίζεται ότι η de facto απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία. Οι εκκαλούντες επέμειναν ότι ουδέποτε καταβλήθηκε αποζημίωση ούτε ολοκληρώθηκε νομίμως η διαδικασία απαλλοτρίωσης.
Η γραμμή άμυνας του Ελληνικού Δημοσίου
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Ιταλικού, απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις, υπογραμμίζοντας ότι οι αποζημιώσεις είχαν προβλεφθεί ήδη από το 1940 και ότι τα ακίνητα κατελήφθησαν νομίμως, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκαν στο ελληνικό νομικό καθεστώς δυνάμει διεθνών συνθηκών. Επικαλέστηκε επιπλέον τη συνεχή και ειρηνική νομή των ακινήτων για περισσότερες από 8 δεκαετίες, στοιχείο που, κατά τη θέση του, θεμελιώνει την κυριότητά του ακόμη και υπό τις διατάξεις περί χρησικτησίας.
Σύμφωνα με την ίδια θέση, οποιαδήποτε σημερινή διεκδίκηση στερείται νομικής βάσης, καθώς έχει επέλθει παραγραφή κάθε σχετικού δικαιώματος, ενώ η κυριότητα ανήκει πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη και αδιάκοπη νομή.
Οι αξιώσεις που έμειναν στα χαρτιά
Η οικονομική διάσταση της υπόθεσης αποτυπώθηκε με συγκεκριμένα ποσά στις προτάσεις που είχαν κατατεθεί. Για την πρώτη ενάγουσα αναφέρθηκε αξίωση 2.848.076,3 ευρώ, ενώ για κάθε έναν από τους λοιπούς ενάγοντες ποσό 632.905,3 ευρώ, με αιτήματα περί τοκοφορίας από τις 14 Μαΐου 1940, ως επομένης της κατά τους ισχυρισμούς τους de facto απαλλοτρίωσης, ή άλλως από την επίδοση. Με βάση τα αριθμητικά αυτά δεδομένα, το συνολικό ποσό που είχε τεθεί ως αξίωση στην υπόθεση διαμορφωνόταν σε 4.746.792,2 ευρώ. Το ίδιο υλικό περιελάμβανε και αναλυτικές αριθμητικές αναπτύξεις για την κατάληξη στο ποσό των 632.905,3 ευρώ ανά ενάγοντα, καθώς και επιμέρους υπολογισμούς που οδηγούσαν σε συνολικό ποσό 949.358,2 ευρώ σε άλλη ενότητα των προτάσεων.
Με την απόρριψη της έφεσης, οι αξιώσεις αυτές δεν βρίσκουν δικαστική δικαίωση ούτε σε δεύτερο βαθμό.
Οι ευρύτερες προεκτάσεις και το επόμενο πιθανό βήμα
Πέρα από την αμιγώς δικαστική της διάσταση, η υπόθεση κινείται σε πεδίο αυξημένης ευαισθησίας. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις έχουν κατά καιρούς εμφανίσει ανάλογες διεκδικήσεις ως ζήτημα διεθνούς ατζέντας, με αναφορές σε πρόθεση μεταφοράς του θέματος σε διεθνή φόρα και τελικό προορισμό το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν διευκρινίζεται αν οι εκκαλούντες προτίθενται να ασκήσουν περαιτέρω ένδικα μέσα μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης.
Στην ελληνική πλευρά, η προσέγγιση που έχει περιγραφεί είναι ότι πρόκειται για υπόθεση αστικής φύσεως, με ιστορικά και νομικά τετελεσμένα που δεν μεταβάλλουν το καθεστώς κυριαρχίας, ανεξάρτητα από τον δημόσιο θόρυβο που κατά καιρούς την περιβάλλει. Η υπ’ αριθμ. 164/2026 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των δικαστικών κρίσεων που επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή.
Ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων παρέστη ο κ. Αναστάσιος Ε. Μπακαλούμας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













