- Ο λαγοκέφαλος έχει επιστρέψει στην επικαιρότητα λόγω ανησυχιών των λουόμενων, αν και είναι παρών στη Μεσόγειο εδώ και δύο δεκαετίες.
- Η εξάπλωσή του οφείλεται στη μεγάλη αναπαραγωγική του ικανότητα και την έλλειψη φυσικών θηρευτών στη Μεσόγειο.
- Η μεγαλύτερη απειλή του λαγοκέφαλου αφορά το οικοσύστημα και όχι τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν είναι στο "μενού" του.
- Η παρουσία της τοξικής τετροδοτοξίνης στους ιστούς του τον καθιστά ακατάλληλο για κατανάλωση, αλλά δεν αποτελεί άμεση απειλή για τους κολυμβητές.
Η παρουσία του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες έχει επιστρέψει δυναμικά στην επικαιρότητα, μετά από πρόσφατα περιστατικά που προκάλεσαν ανησυχία στους λουόμενους και πυροδότησαν έναν νέο κύκλο συζητήσεων στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Ωστόσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς τίτλους κρύβεται μια πιο σύνθετη περιβαλλοντική πραγματικότητα: η σταδιακή μεταμόρφωση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων της Μεσογείου από ξενικά και εισβολικά είδη.
Ο ιχθυολόγος του Υδροβιολογικού Σταθμού Ρόδου, κ. Γεράσιμος Κονδυλάτος, μίλησε για τον λαγοκέφαλο, το λεοντόψαρο και τις επιπτώσεις τους στο θαλάσσιο περιβάλλον, ενώ απάντησε και στο ερώτημα που απασχολεί τους λουόμενους, για τις μώβ μέδουσες.
Ο λαγοκέφαλος βρίσκεται στη Μεσόγειο εδώ και δύο δεκαετίες
Παρά την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο, ο λαγοκέφαλος δεν είναι άγνωστος στις ελληνικές θάλασσες. Σύμφωνα με τον κ. Κονδυλάτο, η πρώτη καταγραφή του είδους στα νερά της περιοχής έγινε πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια: «Καταγράψαμε την εμφάνιση του είδους, το 2004. Ανέπτυξε γρήγορα μεγάλους πληθυσμούς», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το ψάρι προέρχεται από τον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό και έφτασε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, ακολουθώντας τη διαδρομή που έχουν ακολουθήσει δεκάδες ακόμη ξενικά είδη.
«Η φυσική του κατανομή είναι στον Ειρηνικό Ωκεανό και ήρθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η εξάπλωσή του υπήρξε ταχύτατη, καθώς το είδος διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός επιτυχημένου βιολογικού εισβολέα. Παρουσιάζει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν ένα είδος εισβολικό. Δηλαδή μεγάλη αναπαραγωγική ικανότητα, δεν έχει φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο, αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και καταναλώνει τα πάντα. Είναι ένας ευκαιριακός θηρευτής για πολλούς οργανισμούς».
Οικολογική απειλή, όχι όμως “τέρας” της θάλασσας
Ο κ. Κονδυλάτος εκφράζει την έκπληξή του για την έκταση που έχει λάβει το θέμα στα μέσα ενημέρωσης, επισημαίνοντας ότι η συζήτηση συχνά απομακρύνεται από τα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα: «Να ομολογήσω κι εγώ ότι μένω κατάπληκτος με τα τόσα δημοσιεύματα και αναδημοσιεύσεις που κατακλύζουν το διαδίκτυο», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, η μεγαλύτερη απειλή που συνδέεται με τον λαγοκέφαλο αφορά το οικοσύστημα και όχι τον άνθρωπο:
«Ο άνθρωπος δεν είναι μέσα στο… μενού του λαγοκέφαλου. Να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Ούτε είναι θηρευτής του ανθρώπου όπως θα μπορούσε να είναι ενδεχομένως κάποιος καρχαρίας».
Μάλιστα, τονίζει ότι οι άνθρωποι είναι εκείνοι που εισέρχονται στο φυσικό περιβάλλον των θαλάσσιων οργανισμών και όχι το αντίστροφο: «Αυτοί οι οργανισμοί ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Δεν είμαστε εμείς που ζούμε μέσα στη θάλασσα. Εμείς μπαίνουμε μέσα και θέλουμε να κολυμπήσουμε».
Τοξικός στην κατανάλωση, όχι στο δάγκωμα
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του λαγοκέφαλου είναι η παρουσία της εξαιρετικά επικίνδυνης τετροδοτοξίνης στους ιστούς του, γεγονός που τον καθιστά ακατάλληλο για κατανάλωση.
«Αυτό το αντιλήφθηκε η επιστημονική κοινότητα γρήγορα και ξεκινήσαμε μία προσπάθεια ενημέρωσης του κοινού από νωρίς ότι είναι τοξικό και να μην καταναλωθεί. Η ενημέρωση αυτή οδήγησε και σε αυστηρά μέτρα διαχείρισης. Απαγορεύτηκε και η εκφόρτωσή του. Δηλαδή ο ψαράς απαγορεύεται να το φέρει στο λιμάνι. Όταν το πιάσει, πρέπει να το απορρίψει επί τόπου».
Ο ίδιος, ξεκαθαρίζει πάντως ότι η τοξικότητα δεν συνδέεται με τα περιστατικά δαγκώματος: «Άλλο το ότι περιέχει την τετροδοτοξίνη και άλλο το δάγκωμά του. Με το δάγκωμα δεν περνάει κάποια τοξίνη στο αίμα μας».
Όπως εξηγεί, ένα δάγκωμα μπορεί να προκαλέσει από μια απλή εκδορά μέχρι έναν τραυματισμό, χωρίς όμως να συνδέεται με δηλητηρίαση.
Πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για τους λουόμενους;
Η πρόσφατη δημοσιότητα αποδίδεται κυρίως σε καταγεγραμμένα περιστατικά δαγκωμάτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, τα περιστατικά αυτά παραμένουν εξαιρετικά σπάνια: «Αν προκληθεί ή αν απειληθεί ή αν νιώσει στρες, θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει κάποια κίνηση. Αλλά αυτό είναι πολύ σπάνιο».
Ο ίδιος παραθέτει στοιχεία από σχετική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ανατολική Μεσόγειο: «Σε μία περίοδο 20 ετών, τα περιστατικά που καταγράφηκαν και είχαν να κάνουν με επίθεση σε άνθρωπο ήταν περίπου 15».
Για τη Ρόδο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα στοιχεία που να δείχνουν σοβαρό πρόβλημα: «Υπάρχει ένα περιστατικό για το οποίο δεν έχω στοιχεία γι αυτό και δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν ξέρω κάτι παραπάνω».
Το μεγάλο πρόβλημα είναι η απουσία φυσικών εχθρών
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η γρήγορη αναπαραγωγή του λαγοκέφαλου στη Μεσόγειο οφείλεται κυρίως στην έλλειψη φυσικών μηχανισμών ελέγχου του πληθυσμού του: «Δεν έχει εχθρούς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Αλλά το ζήτημα δεν αφορά μόνο άλλα ψάρια. Όταν λέμε εχθρούς, δεν εννοούμε μόνο κάποιο άλλο ψάρι. Είναι ακόμη και οι εχθροί εκ των έσω. Δεν υπάρχουν εδώ βακτήρια ή παράσιτα που θα μπορούσαν να ελέγξουν τον πληθυσμό του λαγοκέφαλου, όπως ενδεχομένως γίνεται στα φυσικά του περιβάλλοντα».
Αυτή η οικολογική ανισορροπία επιτρέπει στο είδος να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, ασκώντας πίεση στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πληθυσμούς άλλων θαλάσσιων οργανισμών.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)
















