Τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν συναντήθηκαν για τελευταία φορά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, έδειχνε να έχει αποκατασταθεί μια κανονικότητα στις τακτικές επαφές ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, που αν μη τι άλλο, διασφαλίζουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και αποφυγή κλιμάκωσης και εντάσεων. Αυτό το κλίμα διαταράχθηκε λίγους μήνες αργότερα, όταν δεν πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2025, όπως είχε συμφωνηθεί στη Νέα Υόρκη, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας – Τουρκίας στην Άγκυρα.
Έπειτα από διαδοχικές αναβολές, τελικά η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν και το ΑΣΣ θα πραγματοποιηθούν μεθαύριο, Τετάρτη.
Από τα μηνύματα που έχουν εκπέμψει τις τελευταίες εβδομάδες Αθήνα και Άγκυρα, είναι σαφές ότι δεν περιμένει κανείς η συνάντηση της Τετάρτης να αποτελέσει σημείο – καμπή στα ελληνοτουρκικά. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι οι δύο πλευρές ενδιαφέρονται να καταγραφεί ότι διατηρούν διαύλους επικοινωνίας, ότι συνομιλούν, ότι το επίπεδο της έντασης στις διμερείς σχέσεις είναι χαμηλό και ότι μπορούν να επικοινωνούν χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων. Σε μια εποχή μεγάλης ρευστότητας διεθνώς, αστάθειας και αναταράξεων στην ευρύτερη περιοχή, είναι σημαντικό να εκπέμπεται το μήνυμα ότι με αναγνωρισμένα όσα τις χωρίζουν, οι δύο πλευρές μπορούν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι, επιδιώκοντας συνεννόηση και συνεργασία σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής. Η επισήμανση, δε, ότι δεν χρειάζονται τη μεσολάβηση τρίτου για να το καταφέρουν, δεν είναι άσχετη με την διάθεση της αμερικανικής ηγεσίας να παρεμβαίνει όπου θεωρεί ότι υπάρχει κρίση προς επίλυση, βάζοντας το δικό της πλαίσιο.
Στην τελική ευθεία για την οριστικοποίηση της συνάντησης κατέστη σαφές ότι οι δύο πλευρές παραμένουν αμετακίνητες στις βασικές θέσεις τους, γεγονός που προδιαγράφει αυτό που κυβερνητικές πηγές αναφέρουν: ότι δεν θα πρέπει να αναμένουμε ουσιαστική πρόοδο στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Αθήνα φρόντισε να διαμηνύσει ότι ο καθορισμός θαλάσσιων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, παραμένει η μόνη διαφορά με την Τουρκία. Η Άγκυρα από την πλευρά της, με NAVTEX αορίστου διάρκειας που εξέδωσε, φρόντισε να υπενθυμίσει τις αξιώσεις της για την αλλαγή status quo στο Αιγαίο. Με αυτό τον τρόπο κατέστη σαφές ότι παραμένει ακόμα μεγάλη απόσταση να διανυθεί για να μπορεί να γίνει λόγος για ουσιαστική πρόοδο στην πορεία του διαλόγου ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Άλλωστε, δεν προσφέρεται και η χρονική συγκυρία, καθώς και οι δύο χώρες έχουν εισέλθει σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, που αναβαθμίζει την παράμετρο του πολιτικού κόστους στον υπολογισμό οποιασδήποτε κίνησης ή πρωτοβουλίας.
Στο διά ταύτα, η συνάντηση της Άγκυρας προσφέρει ένα πεδίο για να επιβεβαιωθεί ότι οι δύο πλευρές μπορούν να διατηρήσουν λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την εκτόνωση εντάσεων.
Προσφέρει, επίσης, τη δυνατότητα να επεκταθεί η συνεργασία σε πεδία όπως η οικονομία, ο πολιτισμός, ο τουρισμός, η πολιτική προστασία που μπορούν να διατηρήσουν θετική ατμόσφαιρα αλλά και να παράξουν αμοιβαία οφέλη. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες και την υπαρκτή απόσταση στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών, οι δύο πλευρές προσέρχονται με χαμηλές προσδοκίες, αλλά και συναίσθηση της σημασίας που έχει η διατήρηση των ανοιχτών διαύλων σε μια περίοδο τόσο έντονης ρευστότητας και τόσο μεγάλων προκλήσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Πηγή: skai.gr















