• Από την παραχώρηση της ΕΤΑΔ στο Υπουργείο Πολιτισμού το 2022 μέχρι τον διαγωνισμό του 2024 και τη σύμβαση του 2025, η αποκατάσταση του οθωμανικού μνημείου στην πλατεία Αργυροκάστρου εξελίσσεται σε δοκιμασία τεχνικής αντοχής, δημόσιας διαχείρισης και διαφάνειας
Η ιστορία του οθωμανικού αρχοντικού Χασάν Μπέη στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου δεν είναι απλώς η ιστορία ενός κτηρίου που γερνάει. Είναι η ιστορία μιας πόλης που προσπαθεί να κρατήσει όρθια τα στρώματα του χρόνου της, σε ένα σημείο με βαριά συμβολική φόρτιση, στην είσοδο της μεσαιωνικής πόλης, μπροστά στο τουριστικό λιμάνι, στην πλατεία Αργυροκάστρου. Εκεί όπου η τουριστική εικόνα συναντά την πραγματικότητα των φθορών, των καταρρεύσεων και της απώλειας αρχιτεκτονικών στοιχείων, ένα διατηρητέο μνημείο γίνεται πεδίο σύγκλισης πολιτικών επιλογών, τεχνικών δυσκολιών και χρηματοδοτικών εργαλείων.
Η αποκατάσταση δεν παρουσιάζεται ως μία απλή εργολαβία. Από τα πρώτα της βήματα το 2022 ως τα διοικητικά και τεχνικά έγγραφα του 2025, ξεδιπλώνεται μια διαδρομή όπου οι εξαγγελίες συνδέονται με συγκεκριμένα ποσά, ορίζοντες ολοκλήρωσης, υποέργα, διαγωνισμούς, συμβάσεις και αναθεωρήσεις. Και ακριβώς εκεί, στα ποσά και στις τροποποιήσεις, αποτυπώνεται ο πυρήνας της υπόθεσης.
Η παραχώρηση του 2022 και ο πήχης των 1.800.000 ευρώ
Στις 7 Ιουλίου 2022, με υπογραφή σύμβασης παραχώρησης, το διατηρητέο Οθωμανικό Αρχοντικό Χασάν Μπέη παραχωρείται από την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Τη σύμβαση υπογράφουν η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη και ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΤΑΔ Στέφανος Δ. Βλαστός, σε μια κίνηση που παρουσιάζεται ως κρίκος μιας ευρύτερης στρατηγικής παρεμβάσεων μέσα στον αστικό ιστό της Ρόδου.
Ο στόχος διατυπώνεται καθαρά. Πλήρης αποκατάσταση και ανακαίνιση του μνημείου, ανάδειξη της ιστορικής και αισθητικής αξίας του και επανάχρηση ως Κέντρου Προβολής της Διαχρονικής Ιστορίας της Πόλης της Ρόδου. Η ένταξη του έργου στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δίνει το πλαίσιο και το πρώτο ισχυρό οικονομικό στίγμα με προϋπολογισμό 1.800.000 ευρώ και ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2025.
Η πολιτική ανάγνωση εκείνης της στιγμής στηρίζεται σε δύο άξονες. Από τη μία, η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO που απαιτεί συνεχή φροντίδα και στοχευμένες κινήσεις. Από την άλλη, το διαχρονικό έλλειμμα υποδομών ενημέρωσης των επισκεπτών για τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις του νησιού, το οποίο επιχειρείται να καλυφθεί με έναν χώρο αφιερωμένο στη συνολική αφήγηση της πόλης. Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν και άλλες αναφορές παρεμβάσεων, όπως η αποκατάσταση του Εθνικού Θεάτρου και του Νεοκλασικού Σχολείου, αλλά και η στρατηγική διαχείρισης ακινήτων στη Μεσαιωνική Πόλη.

Το μνημείο ως τεχνικό πρόβλημα και ως σύμβολο
Πίσω από τις διακηρύξεις, το κτήριο περιγράφεται ως μια δύσκολη περίπτωση. Λιθόκτιστο, με ανέγερση στις αρχές του 19ου αιώνα, τυπικό δείγμα αρχοντικών της εποχής, αλλά και μνημείο που υπέστη αλλεπάλληλες τροποποιήσεις κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα. Σήμερα, το αρχοντικό εμφανίζει σημαντικά προβλήματα με καταρρεύσεις, φθορά των ξύλινων στοιχείων και απώλεια της αρχικής αρχιτεκτονικής φάσης.
Αυτή η τεχνική εικόνα έχει δύο συνέπειες που βαραίνουν κάθε έργο αποκατάστασης. Πρώτον, η αβεβαιότητα. Όσο πιο βαθιά είναι η φθορά, τόσο πιο πιθανό είναι να προκύψουν ανάγκες που δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική μελέτη. Δεύτερον, η κλιμάκωση. Ένα μνημείο σε μερική κατάρρευση δεν επιτρέπει ημίμετρα, γιατί τα προσωρινά μέτρα αντιστήριξης συχνά αποτελούν προϋπόθεση για να ξεκινήσει οποιαδήποτε ουσιαστική επέμβαση.
Ο διαγωνισμός του 2024 και το Υποέργο 8 με 1.380.000,00 ευρώ
Στις 31 Αυγούστου 2024, η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δωδεκανήσου προκηρύσσει ανοικτό διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου για το έργο «Αντιστήριξη και κτηριακή αποκατάσταση του Οθωμανικού Αρχοντικού Χασάν Μπέη στη Μεσαιωνική Πόλη Ρόδου».
Το έργο αυτό χαρακτηρίζεται ως Υποέργο 8 ενός ευρύτερου προγράμματος, ενταγμένου στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του NextGeneration EU και από εθνικούς πόρους μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με αναφορά στο ΠΔΕ 2022. Η ίδια η επιλογή να «σπάσει» το συνολικό έργο σε υποέργα δείχνει μια λογική σταδιακής ωρίμανσης, αλλά και μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν διαφορετικές τεχνικές ενότητες με ξεχωριστή διαχειριστική δομή.
Οι εργασίες περιγράφονται σε 4 φάσεις, αρχικά αντιστήριξη με μεταλλικά στοιχεία εξωτερικά και εσωτερικά, στη συνέχεια αποκατάσταση τοιχοποιιών, αντικατάσταση ξύλινης στέγης και ανακατασκευή μεσοπατωμάτων, και στο τελικό στάδιο τοποθέτηση εξωτερικών κουφωμάτων και ολοκλήρωση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Το χρονοδιάγραμμα του διαγωνισμού είναι επίσης σαφές.
Σε αυτό το σημείο, το έργο αρχίζει να αποκτά έναν χαρακτήρα «αγώνα με τον χρόνο». Η εξαγγελία ολοκλήρωσης έως το τέλος του 2025 που είχε ήδη τεθεί το 2022, συναντά τη ρεαλιστική διάρκεια 12 μηνών που ξεκινά από τη σύμβαση. Όσο πιο αργά κλείνει η διαδικασία ανάθεσης, τόσο πιο πολύ στενεύει ο διαθέσιμος χρόνος για να τηρηθεί ο αρχικός ορίζοντας.

Η σύμβαση του 2025 και το βάρος των αναθεωρήσεων
Το 2025, η εικόνα περνά από την προκήρυξη στην πραγματική διοικητική μηχανή του έργου, εκεί όπου οι αποφάσεις καταγράφουν αναπόφευκτα τις προσαρμογές. Σε απόφαση της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δωδεκανήσου.
Το έργο ανέλαβε η «ΤΑΚΟΥΔΗΣ Α.Ε.», στοιχείο που δείχνει ότι το έργο έχει ήδη περάσει στο στάδιο όπου ο ανάδοχος και η υπηρεσία συνδέονται με συγκεκριμένες διαδικασίες, αναθεωρήσεις και τεχνικά παραδοτέα.
Το διακύβευμα για τη Μεσαιωνική Πόλη και τους επισκέπτες
Η επιλογή της χρήσης δεν είναι τυχαία. Ένα Κέντρο Προβολής της ιστορίας της πόλης, σε κομβικό σημείο της εισόδου, μπορεί να λειτουργήσει σαν «πύλη κατανόησης» για τον επισκέπτη που μπαίνει στη Μεσαιωνική Πόλη. Η τοποθέτηση του μνημείου μπροστά στο τουριστικό λιμάνι συνδέει την καθημερινή ροή τουρισμού με μια οργανωμένη αφήγηση για τις ιστορικές φάσεις του τόπου. Σε μια πόλη όπου οι διαφορετικές περίοδοι συνυπάρχουν στον ίδιο αστικό καμβά, η πληροφόρηση δεν είναι πολυτέλεια, είναι εργαλείο σεβασμού και σωστής εμπειρίας.
Ταυτόχρονα, η αποκατάσταση ενός κτηρίου που αντιμετωπίζει καταρρεύσεις και εκτεταμένες φθορές λειτουργεί ως παρέμβαση ασφάλειας και ποιότητας ζωής για την ίδια την περιοχή. Η αναβάθμιση δεν μετριέται μόνο σε τουριστικούς όρους, αλλά και στην εικόνα μιας πόλης που δεν επιτρέπει στα μνημεία της να σβήνουν.
Η πολιτιστική πολιτική ως δοκιμή αξιοπιστίας
Η υπόθεση του αρχοντικού Χασάν Μπέη είναι μια συμπυκνωμένη εκδοχή της πολιτιστικής πολιτικής στην πράξη. Ξεκινά με μια συμφωνία παραχώρησης και μια καθαρή δέσμευση για 1.800.000 ευρώ και ολοκλήρωση το 2025. Συνεχίζει με διαγωνισμό, με σαφές τεχνικό αντικείμενο και συγκεκριμένες προθεσμίες. Καταλήγει σε συμβάσεις, επιβλέψεις, γνωμοδοτήσεις τεχνικών οργάνων και σε μια συμπληρωματική σύμβαση 499.999,97 ευρώ που φέρνει στην επιφάνεια το πραγματικό βάθος της τεχνικής δυσκολίας και της διαχειριστικής ευθύνης.
Αν το έργο παραδοθεί με συνέπεια στον χαρακτήρα του μνημείου, τότε δεν θα μιλάμε μόνο για ένα σωσμένο κτήριο. Θα μιλάμε για ένα παράδειγμα όπου οι χρηματοδοτήσεις της επόμενης μέρας, η διοικητική πειθαρχία και η τεχνική γνώση συναντήθηκαν σε ένα από τα πιο εκτεθειμένα και συμβολικά σημεία της Ρόδου, με στόχο να μετατραπεί η μνήμη σε ζωντανό χώρο. Και τότε το αρχοντικό Χασάν Μπέη θα πάψει να είναι μια πληγή δίπλα στην είσοδο της Μεσαιωνικής Πόλης και θα γίνει ένας σταθμός αφήγησης για το ποια ήταν η Ρόδος και πώς επιλέγει να στέκεται σήμερα.













