ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Έως 99 χρόνια μέσω ΣΔΙΤ σε ιδιώτες τα ξενοδοχεία – εκπαιδευτήρια του υπουργείου Τουρισμού – Πως θα γίνει ο διαγωνισμός για την μεγάλη μεταρρύθμιση

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ Ο

Την Κοινή Υπουρ­γι­κή Από­φα­ση των υπουρ­γών Εθνι­κής Οι­κο­νο­μί­ας και Οι­κο­νο­μι­κών Κυ­ριά­κου Πιερ­ρα­κά­κη και της υπουρ­γού Του­ρι­σμού Όλγας Κε­φα­λο­γιάν­νη με την οποία θα προ­κη­ρυ­χθούν δια­γω­νι­σμοί  ΣΔΙΤ για την ανα­βάθ­μι­ση των ξε­νο­δο­χεί­ων – σχο­λών του υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, δη­μο­σιο­ποιεί ΑΠΟ­ΚΛΕΙ­ΣΤΙ­ΚΑ το ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥ­ΡΙ­ΣΜΟΣ. Η ΚΥΑ προ­βλέ­πει χρο­νι­κό διά­στη­μα έως 99 χρό­νια για την πα­ρα­χώ­ρη­ση των εμ­βλη­μα­τι­κών ακι­νή­των σε Ανά­βυσ­σο, Πε­ραία και Κοκ­κί­νη Χάνι.

Όπως είχε προ­α­ναγ­γεί­λει η κα. Κε­φα­λο­γιάν­νη το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού προ­χω­ρά­ει στην ανα­βί­ω­ση του μο­ντέ­λου ξε­νο­δο­χεί­ου – εκ­παι­δευ­τη­ρί­ου με σύγ­χρο­να μέσα και ερ­γα­λεία, όπως είναι οι Συ­μπρά­ξεις Δη­μο­σί­ου και Ιδιω­τι­κού Τομέα (ΣΔΙΤ), με την αξιο­ποί­η­ση των κτι­ρί­ων των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων τα οποία δια­θέ­τουν άδεια δό­μη­σης ξε­νο­δο­χεί­ου. Με το νέο θε­σμι­κό πλαί­σιο προ­ω­θεί­ται η δη­μιουρ­γία ολο­κλη­ρω­μέ­νων μο­ντέ­λων συ­νύ­παρ­ξης ξε­νο­δο­χεί­ων και εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων, εμπνευ­σμέ­να από το ελ­βε­τι­κό μο­ντέ­λο. Η αξιο­ποί­η­ση των ακι­νή­των των σχο­λών θα γίνει με μα­κρο­χρό­νιες συμ­βά­σεις μι­σθώ­σε­ως που θα προ­κύ­ψουν μετά από δια­γω­νι­στι­κή δια­δι­κα­σία, με υπο­χρέ­ω­ση των μι­σθω­τών για ανα­βάθ­μι­ση των κτι­ρί­ων ώστε να θα δια­σφα­λί­ζε­ται η απρό­σκο­πτη λει­τουρ­γία των μο­νά­δων εκ­παί­δευ­σης και κα­τάρ­τι­σης, που θα λει­τουρ­γούν στις εγκα­τα­στά­σεις αυτές κατά την διάρ­κεια της σύμ­βα­σης.

Πιο ανα­λυ­τι­κά, η ΚΥΑ που απο­κα­λύ­πτει το Χ&Τ αφορά στις σχο­λές Ανώ­τε­ρης Επαγ­γελ­μα­τι­κής Κα­τάρ­τι­σης (ΣΑΕΚ) σε Ανά­βυσ­σο, Πε­ραία και Ηρά­κλειο (Κοκ­κί­νη Χάνι).

Πα­ράλ­λη­λα, η προ­σπά­θεια ανα­βάθ­μι­σης της λει­τουρ­γί­ας των λοι­πών εκ­παι­δευ­τη­ρί­ων του Υπουρ­γεί­ου θα συ­ντε­λε­στεί και με χρήση άλλων χρη­μα­το­δο­τι­κών ερ­γα­λεί­ων μέσω του προ­γράμ­μα­τος δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων και ΕΣΠΑ αλλά και συ­μπρά­ξε­ων με ιδιώ­τες . Προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται ήδη η ενερ­γεια­κή ανα­βάθ­μι­ση σε μο­νά­δες όπως η ΣΑΕΚ Γα­λα­ξι­δί­ου και σχε­διά­ζε­ται νέα εκ­παι­δευ­τι­κή μο­νά­δα στον Άγιο Νι­κό­λαο, μέσω της υπο­γρα­φής συμ­φω­νί­ας με τον οι­κείο Δήμο, για την ανέ­γερ­ση νέων κτι­ρια­κών εγκα­τα­στά­σε­ων που θα στε­γά­σουν την Ανώ­τε­ρη Σχολή Του­ρι­στι­κής Εκ­παί­δευ­σης Κρή­της.

Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ότι με το νέο κα­θε­στώς το εκ­παι­δευ­τι­κό σκέ­λος των σχο­λών πα­ρα­μέ­νει στην απο­κλει­στι­κή αρ­μο­διό­τη­τα του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού.

Οι βα­σι­κές προ­βλέ­ψεις της ΚΥΑ έχουν ως ακο­λού­θως:

Στις δια­τά­ξεις υπά­γο­νται οι μα­κρο­χρό­νιες μι­σθώ­σεις ακι­νή­των κυ­ριό­τη­τας Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, δυ­νά­μει των δια­τά­ξε­ων του εδα­φί­ου β΄ της παρ. 4 του άρ­θρου 4 του ν. 4109/2013, που λει­τουρ­γούν ως εκ­παι­δευ­τι­κές μο­νά­δες και δια­θέ­τουν άδεια δό­μη­σης ξε­νο­δο­χεί­ου. Μι­σθώ­σεις άλλων ακι­νή­των ή κι­νη­τών πραγ­μά­των, καθώς και άλλες πρά­ξεις που δεν σχε­τί­ζο­νται με τα προ­α­να­φε­ρό­με­να ακί­νη­τα του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, δεν εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρ­μο­γής της πα­ρού­σας από­φα­σης.

Επι­τρέ­πε­ται η σύ­να­ψη σύμ­βα­σης μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης για την εκ­με­τάλ­λευ­ση και αξιο­ποί­η­ση των ανω­τέ­ρω ακι­νή­των, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι απαι­τού­νται ση­μα­ντι­κές επεν­δύ­σεις από τον μι­σθω­τή. Οι επεν­δύ­σεις αυτές πε­ρι­λαμ­βά­νουν, εν­δει­κτι­κά: την κα­τα­σκευή νέων κτη­ρί­ων, την ανα­δό­μη­ση, την επέ­κτα­ση υφι­στά­με­νων εγκα­τα­στά­σε­ων, τη διε­νέρ­γεια επι­σκευών ή εκ­συγ­χρο­νι­σμού, καθώς και την υλο­ποί­η­ση ενός ευ­ρύ­τε­ρου επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου με­γά­λης κλί­μα­κας.

Οι μα­κρο­χρό­νιες αυτές μι­σθώ­σεις επι­τρέ­πο­νται με σκοπό:

α) Την ορ­θο­λο­γι­κή αξιο­ποί­η­ση των ακι­νή­των, δια­μέ­σου απο­δο­τι­κής δια­χεί­ρι­σης των επι­χει­ρή­σε­ων. Τα έσοδα από τις εκ­μι­σθώ­σεις, δια­τί­θε­νται απο­κλει­στι­κά για δρά­σεις εκ­παί­δευ­σης και επαγ­γελ­μα­τι­κής κα­τάρ­τι­σης, αρ­χι­κής και συ­νε­χούς, σε ει­δι­κό­τη­τες του του­ρι­στι­κού τομέα.

β) Την ανα­βάθ­μι­ση και απο­κα­τά­στα­ση της λει­τουρ­γι­κό­τη­τας των κτη­ρί­ων που χρή­ζουν εκτε­νών επι­σκευών, βάσει επεν­δυ­τι­κών σχε­δί­ων. Οι απαι­τού­με­νες ερ­γα­σί­ες εκτε­λού­νται απο­κλει­στι­κά από τον μι­σθω­τή, με δική του ευ­θύ­νη και δα­πά­νη, εντός κα­θο­ρι­σμέ­νου χρο­νο­δια­γράμ­μα­τος, με βάση το επεν­δυ­τι­κό του σχέ­διο.

γ) Τη δια­σφά­λι­ση υψη­λών ποιο­τι­κών προ­δια­γρα­φών λει­τουρ­γί­ας των εκ­με­ταλ­λεύ­σε­ων, με τα­κτι­κή και εκτε­νή συ­ντή­ρη­ση, σύμ­φω­να με τις εκά­στο­τε νο­μι­κές απαι­τή­σεις καθ’ όλη τη διάρ­κεια της μί­σθω­σης.

δ) Τη λει­τουρ­γία του μι­σθω­μέ­νου ακι­νή­του με γνώ­μο­να την πα­ρο­χή υψη­λού επι­πέ­δου του­ρι­στι­κών υπη­ρε­σιών, μέσω της απο­κλει­στι­κής χρή­σης του ως ξε­νο­δο­χεί­ου με προ­δια­γρα­φές τεσ­σά­ρων (4) αστέ­ρων και άνω.

ε) Τη συ­νε­χή και απρό­σκο­πτη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων κα­τάρ­τι­σης, εξυ­πη­ρε­τώ­ντας τον εκ­παι­δευ­τι­κό τους σκοπό.

στ) Την προ­στα­σία και ανά­δει­ξη του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, εν­δει­κτι­κά μέσω της ενερ­γεια­κής ανα­βάθ­μι­σης του ακι­νή­του, σύμ­φω­να με την ισχύ­ου­σα νο­μο­θε­σία, με επι­μέ­λεια και δα­πά­νες του μι­σθω­τή.

ζ) Τη συμ­μόρ­φω­ση με νο­μι­κούς, θε­σμι­κούς, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κούς και πο­λε­ο­δο­μι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς που διέ­πουν το ακί­νη­το.

Ανα­φο­ρι­κά με την διάρ­κεια της μί­σθω­σης και την χρήση του μι­σθί­ου, προ­βλέ­πο­νται τα εξής:

Η διάρ­κεια της μί­σθω­σης κα­θο­ρί­ζε­ται από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού απο­κλει­στι­κά ως μα­κρο­χρό­νια, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τη θέση και την κα­τά­στα­ση του ακι­νή­του, καθώς και τις απαι­τού­με­νες δα­πά­νες για τη συ­ντή­ρη­ση ή την ανα­κα­τα­σκευή του. Η διάρ­κεια αυτή δεν μπο­ρεί να υπερ­βαί­νει τα ενε­νή­ντα εννέα (99) έτη.

Η σιω­πη­ρή ανα­μί­σθω­ση της συμ­φω­νη­μέ­νης διάρ­κειας απο­κλεί­ε­ται απο­λύ­τως. Η, για οποια­δή­πο­τε αιτία, πα­ρα­μο­νή του μι­σθω­τή στο μί­σθιο μετά τη λήξη ή τη λύση της σύμ­βα­σης δεν μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ως σιω­πη­ρή ανα­μί­σθω­ση ή πα­ρά­τα­ση της διάρ­κειας της πα­ρού­σας και το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το από­λυ­το δι­καί­ω­μα να επι­διώ­ξει την απο­βο­λή του μι­σθω­τή από το μί­σθιο, το δε ποσό που θα κα­τα­βάλ­λε­ται τότε από τον μι­σθω­τή θα θε­ω­ρεί­ται ως απο­ζη­μί­ω­ση χρή­σης για τη μη εμπρό­θε­σμη πα­ρά­δο­ση του μι­σθί­ου.

Το εκ­μι­σθού­με­νο ακί­νη­το θα χρη­σι­μο­ποιεί­ται απο­κλει­στι­κά ως ξε­νο­δο­χείο με προ­δια­γρα­φές τεσ­σά­ρων (4) αστέ­ρων και άνω, απο­κλειό­με­νης οποιασ­δή­πο­τε άλλης χρή­σης.

Με­τα­βο­λή της συμ­φω­νη­μέ­νης χρή­σης του μι­σθί­ου απα­γο­ρεύ­ε­ται απο­λύ­τως.

Η ΚΥΑ

Η ΚΥΑ έχει ως ακο­λού­θως:

Άρθρο 1

Σκο­πός – Πεδίο Εφαρ­μο­γής

Στις δια­τά­ξεις της πα­ρού­σας από­φα­σης υπά­γο­νται οι μα­κρο­χρό­νιες μι­σθώ­σεις ακι­νή­των κυ­ριό­τη­τας Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, δυ­νά­μει των δια­τά­ξε­ων του εδα­φί­ου β΄ της παρ. 4 του άρ­θρου 4 του ν. 4109/2013, που λει­τουρ­γούν ως εκ­παι­δευ­τι­κές μο­νά­δες και δια­θέ­τουν άδεια δό­μη­σης ξε­νο­δο­χεί­ου. Μι­σθώ­σεις άλλων ακι­νή­των ή κι­νη­τών πραγ­μά­των, καθώς και άλλες πρά­ξεις που δεν σχε­τί­ζο­νται με τα προ­α­να­φε­ρό­με­να ακί­νη­τα του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, δεν εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρ­μο­γής της πα­ρού­σας από­φα­σης.

Επι­τρέ­πε­ται η σύ­να­ψη σύμ­βα­σης μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης για την εκ­με­τάλ­λευ­ση και αξιο­ποί­η­ση των ανω­τέ­ρω ακι­νή­των, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι απαι­τού­νται ση­μα­ντι­κές επεν­δύ­σεις από τον μι­σθω­τή. Οι επεν­δύ­σεις αυτές πε­ρι­λαμ­βά­νουν, εν­δει­κτι­κά: την κα­τα­σκευή νέων κτη­ρί­ων, την ανα­δό­μη­ση, την επέ­κτα­ση υφι­στά­με­νων εγκα­τα­στά­σε­ων, τη διε­νέρ­γεια επι­σκευών ή εκ­συγ­χρο­νι­σμού, καθώς και την υλο­ποί­η­ση ενός ευ­ρύ­τε­ρου επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου με­γά­λης κλί­μα­κας.

Οι ανω­τέ­ρω μα­κρο­χρό­νιες μι­σθώ­σεις επι­τρέ­πο­νται με σκοπό:

α) Την ορ­θο­λο­γι­κή αξιο­ποί­η­ση των ακι­νή­των, δια­μέ­σου απο­δο­τι­κής δια­χεί­ρι­σης των επι­χει­ρή­σε­ων. Τα έσοδα από τις εκ­μι­σθώ­σεις, δια­τί­θε­νται απο­κλει­στι­κά για δρά­σεις εκ­παί­δευ­σης και επαγ­γελ­μα­τι­κής κα­τάρ­τι­σης, αρ­χι­κής και συ­νε­χούς, σε ει­δι­κό­τη­τες του του­ρι­στι­κού τομέα.

β) Την ανα­βάθ­μι­ση και απο­κα­τά­στα­ση της λει­τουρ­γι­κό­τη­τας των κτη­ρί­ων που χρή­ζουν εκτε­νών επι­σκευών, βάσει επεν­δυ­τι­κών σχε­δί­ων. Οι απαι­τού­με­νες ερ­γα­σί­ες εκτε­λού­νται απο­κλει­στι­κά από τον μι­σθω­τή, με δική του ευ­θύ­νη και δα­πά­νη, εντός κα­θο­ρι­σμέ­νου χρο­νο­δια­γράμ­μα­τος, με βάση το επεν­δυ­τι­κό του σχέ­διο.

γ) Τη δια­σφά­λι­ση υψη­λών ποιο­τι­κών προ­δια­γρα­φών λει­τουρ­γί­ας των εκ­με­ταλ­λεύ­σε­ων, με τα­κτι­κή και εκτε­νή συ­ντή­ρη­ση, σύμ­φω­να με τις εκά­στο­τε νο­μι­κές απαι­τή­σεις καθ’ όλη τη διάρ­κεια της μί­σθω­σης.

δ) Τη λει­τουρ­γία του μι­σθω­μέ­νου ακι­νή­του με γνώ­μο­να την πα­ρο­χή υψη­λού επι­πέ­δου του­ρι­στι­κών υπη­ρε­σιών, μέσω της απο­κλει­στι­κής χρή­σης του ως ξε­νο­δο­χεί­ου με προ­δια­γρα­φές τεσ­σά­ρων (4) αστέ­ρων και άνω.

ε) Τη συ­νε­χή και απρό­σκο­πτη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων κα­τάρ­τι­σης, εξυ­πη­ρε­τώ­ντας τον εκ­παι­δευ­τι­κό τους σκοπό.

στ) Την προ­στα­σία και ανά­δει­ξη του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, εν­δει­κτι­κά μέσω της ενερ­γεια­κής ανα­βάθ­μι­σης του ακι­νή­του, σύμ­φω­να με την ισχύ­ου­σα νο­μο­θε­σία, με επι­μέ­λεια και δα­πά­νες του μι­σθω­τή.

ζ) Τη συμ­μόρ­φω­ση με νο­μι­κούς, θε­σμι­κούς, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κούς και πο­λε­ο­δο­μι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς που διέ­πουν το ακί­νη­το.

Άρθρο 2

Διάρ­κεια Μί­σθω­σης και Χρήση του Μι­σθί­ου

Η διάρ­κεια της μί­σθω­σης κα­θο­ρί­ζε­ται από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού απο­κλει­στι­κά ως μα­κρο­χρό­νια, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τη θέση και την κα­τά­στα­ση του ακι­νή­του, καθώς και τις απαι­τού­με­νες δα­πά­νες για τη συ­ντή­ρη­ση ή την ανα­κα­τα­σκευή του. Η διάρ­κεια αυτή δεν μπο­ρεί να υπερ­βαί­νει τα ενε­νή­ντα εννέα (99) έτη.

Η σιω­πη­ρή ανα­μί­σθω­ση της συμ­φω­νη­μέ­νης διάρ­κειας απο­κλεί­ε­ται απο­λύ­τως. Η, για οποια­δή­πο­τε αιτία, πα­ρα­μο­νή του μι­σθω­τή στο μί­σθιο μετά τη λήξη ή τη λύση της σύμ­βα­σης δεν μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ως σιω­πη­ρή ανα­μί­σθω­ση ή πα­ρά­τα­ση της διάρ­κειας της πα­ρού­σας και το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το από­λυ­το δι­καί­ω­μα να επι­διώ­ξει την απο­βο­λή του μι­σθω­τή από το μί­σθιο, το δε ποσό που θα κα­τα­βάλ­λε­ται τότε από τον μι­σθω­τή θα θε­ω­ρεί­ται ως απο­ζη­μί­ω­ση χρή­σης για τη μη εμπρό­θε­σμη πα­ρά­δο­ση του μι­σθί­ου.

Το εκ­μι­σθού­με­νο ακί­νη­το θα χρη­σι­μο­ποιεί­ται απο­κλει­στι­κά ως ξε­νο­δο­χείο με προ­δια­γρα­φές τεσ­σά­ρων (4) αστέ­ρων και άνω, απο­κλειό­με­νης οποιασ­δή­πο­τε άλλης χρή­σης.

Με­τα­βο­λή της συμ­φω­νη­μέ­νης χρή­σης του μι­σθί­ου απα­γο­ρεύ­ε­ται απο­λύ­τως.

Άρθρο 3

Δια­γω­νι­στι­κή Δια­δι­κα­σία και Σύ­να­ψη Σύμ­βα­σης Μα­κρο­χρό­νιας Μί­σθω­σης 1. Η επι­λο­γή του μι­σθω­τή πραγ­μα­το­ποιεί­ται μέσω δη­μό­σιου ανοι­κτού πλειο­δο­τι­κού δια­γω­νι­σμού, κατά τον οποίο κάθε εν­δια­φε­ρό­με­νος δύ­να­ται να υπο­βά­λει προ­σφο­ρά σε κλει­στό φά­κε­λο, κα­τό­πιν δια­κη­ρύ­ξε­ως.

Η δια­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού εκ­δί­δε­ται από το αρ­μό­διο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις της πα­ρού­σας από­φα­σης.

Στη δια­κή­ρυ­ξη κα­θο­ρί­ζο­νται με σα­φή­νεια οι όροι και οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις διε­ξα­γω­γής του δια­γω­νι­σμού, οι οποί­οι πε­ρι­λαμ­βά­νουν του­λά­χι­στον τα εξής:

α) Πε­ρι­γρα­φή του ακι­νή­του, με ανα­φο­ρά στα κύρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του, καθώς και τις ελά­χι­στες απαι­τού­με­νες ερ­γα­σί­ες για την αξιο­ποί­η­ση του, τη συ­ντή­ρη­ση και την ορθή λει­τουρ­γία του.

β) Τη δια­δι­κα­σία διε­νέρ­γειας του δια­γω­νι­σμού, η οποία πε­ρι­λαμ­βά­νει εν­δει­κτι­κά και όχι πε­ριο­ρι­στι­κά:

βα) τους όρους δη­μο­σιό­τη­τας,

ββ) τους όρους συμ­με­το­χής και τους λό­γους απο­κλει­σμού,

βγ) τα απαι­τού­με­να δι­καιο­λο­γη­τι­κά,

βδ) τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο διε­ξα­γω­γής,

βε) τη σύν­θε­ση και τις αρ­μο­διό­τη­τες των επι­τρο­πών,

βστ) τα κρι­τή­ρια αξιο­λό­γη­σης των προ­σφο­ρών,

βζ) τη διάρ­κεια ισχύ­ος των προ­σφο­ρών,

βη) βι) βια) τις απαι­τού­με­νες εγ­γυ­ή­σεις συμ­με­το­χής και καλής εκτέ­λε­σης,

βθ) τη δια­δι­κα­σία κα­τα­κύ­ρω­σης,

τη δυ­να­τό­τη­τα υπο­βο­λής εν­στά­σε­ων και τη δια­δι­κα­σία εξέ­τα­σής τους, τον τύπο και τον χρόνο υπο­γρα­φής της μα­κρο­χρό­νιας σύμ­βα­σης, καθώς και τη διάρ­κειά της,

βιβ) την αντι­με­τώ­πι­ση άγο­νων ή άκυ­ρων δια­δι­κα­σιών,

βιγ) το εφαρ­μο­στέο δί­καιο και τις δια­δι­κα­σί­ες επί­λυ­σης δια­φο­ρών.

γ) Τους όρους υπο­βο­λής του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου, καθώς και τις δια­δι­κα­σί­ες πα­ρα­κο­λού­θη­σης, ελέγ­χου και αξιο­λό­γη­σης της υλο­ποί­η­σής του. Ει­δι­κό­τε­ρα:

γα) Ως προς την υπο­βο­λή του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου: Το επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο υπο­βάλ­λε­ται από τον εν­δια­φε­ρό­με­νο στο πλαί­σιο του δια­γω­νι­σμού και αφορά την αξιο­ποί­η­ση του μι­σθί­ου κατά τρόπο που να συμ­βάλ­λει στην επί­τευ­ξη του εκ­παι­δευ­τι­κού σκο­πού του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, ενι­σχύ­ο­ντας τη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών του μο­νά­δων. Κατά την υπο­βο­λή και αξιο­λό­γη­ση του σχε­δί­ου, δύ­να­νται να προ­βλέ­πο­νται ει­δι­κό­τε­ροι όροι και απαι­τή­σεις, όπως:

γαα) η υπο­βο­λή εγ­γυ­ή­σε­ων ή άλλων δι­καιο­λο­γη­τι­κών που δια­σφα­λί­ζουν την τή­ρη­ση των υπο­χρε­ώ­σε­ων του μι­σθω­τή,

γαβ) ο κα­θο­ρι­σμός συ­γκε­κρι­μέ­νων προ­θε­σμιών και χρο­νο­δια­γραμ­μά­των για την ολο­κλή­ρω­ση του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου,

γαγ) η πρό­βλε­ψη ρη­τρών εξό­δου ή άλλων κυ­ρώ­σε­ων σε πε­ρί­πτω­ση μη εμπρό­θε­σμης ή πλημ­με­λούς υλο­ποί­η­σης αυτού, και

γαδ) κάθε άλλος όρος που κρί­νε­ται απα­ραί­τη­τος για την απο­τε­λε­σμα­τι­κή προ­στα­σία των συμ­φε­ρό­ντων του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού.

Στη δια­κή­ρυ­ξη δύ­να­ται να πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ως πα­ράρ­τη­μα σχέ­διο σύμ­βα­σης επί του οποί­ου οι δια­γω­νι­ζό­με­νοι έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα να υπο­βά­λουν πα­ρα­τη­ρή­σεις. Ωστό­σο, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις αυτές δεν είναι δε­σμευ­τι­κές για το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού.

γβ) Ως προς την πα­ρα­κο­λού­θη­ση της υλο­ποί­η­σης και την αξιο­λό­γη­ση της υλο­ποί­η­σης του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου: Για την πα­ρα­κο­λού­θη­ση και αξιο­λό­γη­ση της συμ­μόρ­φω­σης του μι­σθω­τή με τις μα­κρο­χρό­νιες υπο­χρε­ώ­σεις που απορ­ρέ­ουν από το επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο, δύ­να­ται να προ­βλέ­πε­ται η υπο­χρέ­ω­ση υπο­βο­λής εκ­θέ­σε­ων ή στοι­χεί­ων ελέγ­χου, οι οποί­ες απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέρος του φα­κέ­λου αξιο­λό­γη­σης συμ­μόρ­φω­σης του μι­σθω­τή. Ει­δι­κώς, για επεν­δυ­τι­κά σχέ­δια με συ­νο­λι­κό προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό άνω των επτα­κο­σί­ων χι­λιά­δων (700.000) ευρώ, απαι­τεί­ται η υπο­βο­λή έκ­θε­σης ορ­κω­τού ελεγ­κτή- λο­γι­στή, εγ­γε­γραμ­μέ­νου στο Δη­μό­σιο Μη­τρώο του άρ­θρου 14 του ν. 4449/2017 (Α΄ 171), η οποία θα πι­στο­ποιεί τη συμ­μόρ­φω­ση του μι­σθω­τή με τις προ­βλε­πό­με­νες επεν­δυ­τι­κές και συμ­βα­τι­κές του υπο­χρε­ώ­σεις.

δ) Τα δι­καιώ­μα­τα και τις υπο­χρε­ώ­σεις των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών, τόσο κατά την εκτέ­λε­ση της σύμ­βα­σης όσο και κατά τη λει­τουρ­γία και εκ­με­τάλ­λευ­ση του μι­σθί­ου.

ε) Τους όρους και τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις χρή­σης και συ­ντή­ρη­σης του μι­σθί­ου από τον μι­σθω­τή.

στ) Το υπο­χρε­ω­τι­κό ελά­χι­στο πε­ριε­χό­με­νο της οι­κο­νο­μι­κής προ­σφο­ράς, τον τρόπο υπο­λο­γι­σμού και ανα­προ­σαρ­μο­γής του μι­σθώ­μα­τος, καθώς και τις συ­να­φείς υπο­χρε­ώ­σεις και δι­καιώ­μα­τα του μι­σθω­τή.

ζ) Τις ελά­χι­στες απαι­τή­σεις ασφα­λι­στι­κής κά­λυ­ψης κατά την εκτέ­λε­ση του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου, καθώς και κατά τη λει­τουρ­γία και εκ­με­τάλ­λευ­ση του μι­σθί­ου, με ρητή πρό­βλε­ψη ει­δι­κών όρων ασφά­λι­σης.

η) Τα θέ­μα­τα υπο­μί­σθω­σης, εκ­χώ­ρη­σης δι­καιώ­μα­τος εκ­με­τάλ­λευ­σης σε τρί­τους ή πρό­ω­ρης λύσης/κα­ταγ­γε­λί­ας της σύμ­βα­σης.

θ) Οποιο­δή­πο­τε άλλο στοι­χείο κρί­νε­ται ανα­γκαίο για την ομαλή διε­ξα­γω­γή του δια­γω­νι­σμού , την ανα­λυ­τι­κή κα­τα­γρα­φή των υπο­χρε­ώ­σε­ων του μι­σθω­τή ένα­ντι του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού καθώς και τη νό­μι­μη σύ­να­ψη και εκτέ­λε­ση της σύμ­βα­σης μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης.

5. Η σύμ­βα­ση μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης κα­ταρ­τί­ζε­ται υπο­χρε­ω­τι­κά με τη μορφή συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κού εγ­γρά­φου, δια­σφα­λί­ζο­ντας την εγκυ­ρό­τη­τα και δε­σμευ­τι­κό­τη­τά της.

Η σύμ­βα­ση μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης απαλ­λάσ­σε­ται από κάθε φόρο, τέλος ή δι­καί­ω­μα δη­μο­σί­ου ή τρί­των, με εξαί­ρε­ση το φόρο προ­στι­θέ­με­νης αξίας για τον οποίο εφαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις του κώ­δι­κα περί ΦΠΑ.

Άρθρο 4

Όροι Μί­σθω­σης και Υπο­χρε­ώ­σεις Μερών

Ο μι­σθω­τής δε­σμεύ­ε­ται για τη νό­μι­μη λει­τουρ­γία του ξε­νο­δο­χεί­ου καθ’ όλη τη διάρ­κεια της μί­σθω­σης. Το τμήμα του ακι­νή­του που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού δεν πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο αντι­κεί­με­νο της μί­σθω­σης. Κατά τη δια­δι­κα­σία χο­ρή­γη­σης της κα­τά­τα­ξης του ξε­νο­δο­χεί­ου, δεν λαμ­βά­νε­ται υπόψη το τμήμα του ακι­νή­του που χρη­σι­μο­ποιεί­ται απο­κλει­στι­κά για εκ­παι­δευ­τι­κούς σκο­πούς. Ο κα­τα­με­ρι­σμός των κοι­νό­χρη­στων χώρων και εγκα­τα­στά­σε­ων κα­θο­ρί­ζε­ται ρητά στη δια­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού.

Ο μι­σθω­τής υπο­χρε­ού­ται να συμ­μορ­φώ­νε­ται πλή­ρως με τις ει­δι­κές υπο­χρε­ώ­σεις που σχε­τί­ζο­νται με τη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, όπως αυτές προσ­διο­ρί­ζο­νται στη δια­κή­ρυ­ξη και στην πα­ρού­σα από­φα­ση.

Ο μι­σθω­τής, κατ’ ελά­χι­στο, οφεί­λει:

α) Να απέ­χει από οποια­δή­πο­τε ενέρ­γεια που εν­δέ­χε­ται να επη­ρε­ά­σει αρ­νη­τι­κά τη λει­τουρ­γία της εκ­παι­δευ­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας, όπως η με­τα­βο­λή της χρή­σης των χώρων, η δια­κο­πή πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών ή ο πε­ριο­ρι­σμός της πρό­σβα­σης των κα­ταρ­τι­ζό­με­νων, των εκ­παι­δευ­τών και του προ­σω­πι­κού.

β) Να εξα­σφα­λί­ζει ότι οι χώροι που χρη­σι­μο­ποιού­νται για εκ­παι­δευ­τι­κούς σκο­πούς πλη­ρούν τις προ­βλε­πό­με­νες προ­δια­γρα­φές προ­σβα­σι­μό­τη­τας για άτομα με ανα­πη­ρί­ες, δια­σφα­λί­ζο­ντας την ισό­τι­μη συμ­με­το­χή στις δρα­στη­ριό­τη­τες κα­τάρ­τι­σης.

γ) Να τηρεί τα προ­βλε­πό­με­να στη σχε­τι­κή σύμ­βα­ση μί­σθω­σης όσον αφορά τον αριθ­μό και τον τύπο των εκ­παι­δευ­τι­κών χώρων (όπως αί­θου­σες εκ­παί­δευ­σης, ερ­γα­στή­ρια, ξε­νώ­νες κ.λπ.) καθώς και την συ­ντή­ρη­ση και κα­θα­ριό­τη­τα αυτών. Τυχόν τρο­πο­ποί­η­ση αυτών απαι­τεί προη­γού­με­νη έγ­γρα­φη έγκρι­ση από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού.

δ) Να εξα­σφα­λί­ζει τη δω­ρε­άν στέ­γα­ση των κα­ταρ­τι­ζό­με­νων εντός της του­ρι­στι­κής εγκα­τά­στα­σης καθ’ όλη τη διάρ­κεια του ακα­δη­μαϊ­κού έτους.

ε) Να πα­ρέ­χει με δα­πά­νες και επι­μέ­λεια του κα­θη­με­ρι­νά γεύ­μα­τα στους κα­ταρ­τι­ζό­με­νους, εξα­σφα­λί­ζο­ντας την ποιό­τη­τα, την επάρ­κεια και τη συμ­μόρ­φω­ση με τις ισχύ­ου­σες υγειο­νο­μι­κές και ασφα­λι­στι­κές προ­δια­γρα­φές.

στ) Να δια­σφα­λί­ζει την απο­χώ­ρη­ση των κα­ταρ­τι­ζό­με­νων από τις εγκα­τα­στά­σεις κατά τις πε­ριό­δους δια­κο­πών (Χρι­στού­γεν­να, Πάσχα και θε­ρι­νή πε­ρί­ο­δο μετά τη λήξη των μα­θη­μά­των), με δυ­να­τό­τη­τα πα­ρα­μο­νής τους κατά τη θε­ρι­νή πε­ρί­ο­δο απο­κλει­στι­κά για λό­γους πρα­κτι­κής άσκη­σης.

ζ) Να πα­ρέ­χει κατά την πε­ρί­ο­δο πρα­κτι­κής άσκη­σης στους

κα­ταρ­τι­ζό­με­νους/ασκού­με­νους: απο­ζη­μί­ω­ση για την πρα­κτι­κή άσκη­ση, δω­ρε­άν στέ­γα­ση, και δω­ρε­άν δια­τρο­φή.

η) Να συ­νερ­γά­ζε­ται με τις αρ­μό­διες εκ­παι­δευ­τι­κές αρχές του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού για τον ετή­σιο προ­γραμ­μα­τι­σμό των ανα­γκών στέ­γα­σης και σί­τι­σης, με στόχο την εύ­ρυθ­μη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­των.

θ) Να λαμ­βά­νει όλα τα απα­ραί­τη­τα μέτρα για την προ­στα­σία και ασφά­λεια των κα­ταρ­τι­ζό­με­νων, των εκ­παι­δευ­τών και του λοι­πού προ­σω­πι­κού, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων: της εγκα­τά­στα­σης και συ­ντή­ρη­σης συ­στη­μά­των πυ­ρα­σφά­λειας, των συ­στη­μά­των επο­πτεί­ας και ελέγ­χου πρό­σβα­σης, και της πι­στο­ποί­η­σης κα­ταλ­λη­λό­τη­τας των χώρων εκ­παί­δευ­σης και δια­μο­νής.

ι) Να ενη­με­ρώ­νει άμεσα και εγ­γρά­φως το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού για οποιο­δή­πο­τε ζή­τη­μα ή με­τα­βο­λή εν­δέ­χε­ται να επη­ρε­ά­σει τη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων.

ια) Να δέ­χε­ται την επο­πτεία και τον έλεγ­χο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού ως προς τη συμ­μόρ­φω­σή του με τους όρους της πα­ρού­σας και της σύμ­βα­σης, ιδίως ανα­φο­ρι­κά με την ομαλή και απρό­σκο­πτη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων.

ιβ) Σε πε­ρί­πτω­ση πα­ρα­βί­α­σης των όρων της σύμ­βα­σης που σχε­τί­ζο­νται με τη λει­τουρ­γία των εκ­παι­δευ­τι­κών μο­νά­δων, το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα επι­βο­λής κυ­ρώ­σε­ων, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων διοι­κη­τι­κών προ­στί­μων και, σε σο­βα­ρές πε­ρι­πτώ­σεις, της κα­ταγ­γε­λί­ας της σύμ­βα­σης λόγω υπαι­τιό­τη­τας του μι­σθω­τή, σύμ­φω­να με τα ει­δι­κό­τε­ρα ορι­ζό­με­να στη σύμ­βα­ση και στην πα­ρού­σα από­φα­ση.

Ο μι­σθω­τής ανα­λαμ­βά­νει την απο­κλει­στι­κή ευ­θύ­νη υλο­ποί­η­σης των ερ­γα­σιών του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου. Η ελά­χι­στη απαι­τού­με­νη δα­πά­νη ως και το κό­στος των πάσης φύ­σε­ως εξό­δων που προ­έρ­χο­νται από τις άνω υπο­χρε­ώ­σεις του , ως κα­θο­ρί­ζο­νται στη δια­κή­ρυ­ξη του Δια­γω­νι­σμού, δεν επι­τρέ­πε­ται, σε καμία πε­ρί­πτω­ση, συμ­ψη­φι­σμός των με το κα­τα­βαλ­λό­με­νο μί­σθω­μα.

Όλοι οι όροι της μι­σθω­τι­κής σύμ­βα­σης θε­ω­ρού­νται ου­σιώ­δεις, και η πα­ρα­βί­α­ση οποιου­δή­πο­τε εξ αυτών πα­ρέ­χει στο Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού το δι­καί­ω­μα να προ­βεί σε λύση ή κα­ταγ­γε­λία της μί­σθω­σης, στην κα­τά­πτω­ση της εγ­γύ­η­σης καλής εκτέ­λε­σης υπέρ του Υπουρ­γεί­ου, καθώς και στην απο­βο­λή του μι­σθω­τή από το μί­σθιο χωρίς καμία απο­ζη­μί­ω­ση, σύμ­φω­να με τις ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις. Η λύση της μί­σθω­σης πραγ­μα­το­ποιεί­ται με από­φα­ση του αρ­μό­διου ορ­γά­νου του Υπουρ­γεί­ου, με συ­νέ­πεια την κα­τά­πτω­ση της εγ­γύ­η­σης και την απο­βο­λή του μι­σθω­τή.

Κάθε δια­φο­ρά που ανα­κύ­πτει από τη μι­σθω­τι­κή σύμ­βα­ση με­τα­ξύ του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού και του μι­σθω­τή υπά­γε­ται στη δι­καιο­δο­σία των κατά τόπον αρ­μό­διων δι­κα­στη­ρί­ων.

Άρθρο 5

Κα­τα­κύ­ρω­ση

Η από­φα­ση κα­τα­κύ­ρω­σης του δια­γω­νι­σμού λαμ­βά­νε­ται από το αρ­μό­διο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού. Η από­φα­ση αυτή πα­ρά­γει έν­νο­μα απο­τε­λέ­σμα­τα και δε­σμεύ­ει αμ­φό­τε­ρα τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη.

Η υπο­γρα­φή της σύμ­βα­σης προ­ϋ­πο­θέ­τει την προ­σκό­μι­ση από τον πλειο­δό­τη της Εγ­γύ­η­ση Καλής Εκτέ­λε­σης των Όρων της Σύμ­βα­σης, σύμ­φω­να με τις προ­βλέ­ψεις της δια­κή­ρυ­ξης, καθώς και την εκ­πλή­ρω­ση όλων των φο­ρο­λο­γι­κών και ασφα­λι­στι­κών του υπο­χρε­ώ­σε­ων. Η δια­κή­ρυ­ξη κα­θο­ρί­ζει την προ­θε­σμία εντός της οποί­ας ο πλειο­δό­της οφεί­λει να προ­σέλ­θει για την υπο­γρα­φή της σύμ­βα­σης.

Σε πε­ρί­πτω­ση που ο ανά­δο­χος δεν προ­σέλ­θει για την υπο­γρα­φή της σύμ­βα­σης και δεν προ­σκο­μί­σει την απαι­τού­με­νη Εγ­γύ­η­ση Καλής Εκτέ­λε­σης ή άλλα ζη­τού­με­να δι­καιο­λο­γη­τι­κά εντός της κα­θο­ρι­σμέ­νης προ­θε­σμί­ας, τότε η Εγ­γύ­η­ση Συμ­με­το­χής κα­τα­πί­πτει υπέρ του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού.

Η κα­τά­πτω­ση της εγ­γύ­η­σης πραγ­μα­το­ποιεί­ται κα­τό­πιν προη­γού­με­νης έγ­γρα­φης ενη­μέ­ρω­σης του ανα­δό­χου, η οποία πε­ρι­λαμ­βά­νει τους λό­γους έκ­πτω­σης και τη σχε­τι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση.

Πα­ράλ­λη­λα, το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα να διεκ­δι­κή­σει απο­ζη­μί­ω­ση για κάθε θε­τι­κή ή απο­θε­τι­κή ζημία που προ­κύ­πτει. Στην πε­ρί­πτω­ση αυτή, το Υπουρ­γείο δύ­να­ται είτε να κα­τα­κυ­ρώ­σει τον δια­γω­νι­σμό στον επό­με­νο κατά σειρά πλειο­δό­τη ή συμ­με­τέ­χο­ντα είτε να ακυ­ρώ­σει τη δια­δι­κα­σία. Τα ανω­τέ­ρω ισχύ­ουν και σε πε­ρί­πτω­ση λύσης της σύμ­βα­σης λόγω υπαι­τιό­τη­τας του μι­σθω­τή.

Αν ο δια­γω­νι­σμός κη­ρυ­χθεί άγο­νος, το αρ­μό­διο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού μπο­ρεί να απο­φα­σί­σει την δια­κή­ρυ­ξη επα­να­λη­πτι­κού δια­γω­νι­σμού. Ο επα­να­λη­πτι­κός δια­γω­νι­σμός πραγ­μα­το­ποιεί­ται με συ­νο­πτι­κή δια­κή­ρυ­ξη που ανα­φέ­ρε­ται στους όρους της αρ­χι­κής, δη­μο­σιεύ­ε­ται του­λά­χι­στον πέντε (5) ημέ­ρες πριν από τη διε­ξα­γω­γή του και ακο­λου­θεί την ίδια δια­δι­κα­σία του αρ­χι­κού δια­γω­νι­σμού. Ως τιμή εκ­κί­νη­σης ορί­ζε­ται η ίδια της προη­γού­με­νης δη­μο­πρα­σί­ας.

Αν και ο επα­να­λη­πτι­κός δια­γω­νι­σμός απο­βεί άγο­νος, το αρ­μό­διο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού δύ­να­ται να απο­φα­σί­σει την δια­κή­ρυ­ξη νέου δια­γω­νι­σμού με τρο­πο­ποι­η­μέ­νους όρους.

Σε πε­ρί­πτω­ση νέας δια­κή­ρυ­ξης, απο­κλεί­ε­ται από τη δια­δι­κα­σία οποιοσ­δή­πο­τε πλειο­δό­της ή

ανά­δο­χος:

α) που δεν προ­σήλ­θε για υπο­γρα­φή προη­γού­με­νης σύμ­βα­σης εκ­μί­σθω­σης,

β) εκ­μί­σθω­σης με το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού, ή

γ) της σύμ­βα­σης λόγω υπαι­τιό­τη­τάς του.

που υπα­να­χώ­ρη­σε μο­νο­με­ρώς από ήδη υπο­γε­γραμ­μέ­νη σύμ­βα­ση που πα­ρα­βί­α­σε συμ­βα­τι­κές του υπο­χρε­ώ­σεις, οδη­γώ­ντας σε λύση Άρθρο 6 Δια­δι­κα­σία Αξιο­λό­γη­σης Υπο­ψη­φί­ων και Κρι­τή­ρια Επι­λο­γής 1. Η αξιο­λό­γη­ση των υπο­ψη­φί­ων ξε­κι­νά με την εξέ­τα­ση του φα­κέ­λου «Δι­καιο­λο­γη­τι­κά Συμ­με­το­χής», ο οποί­ος πε­ρι­λαμ­βά­νει τα απαι­τού­με­να δι­καιο­λο­γη­τι­κά συμ­με­το­χής και προ­σό­ντων που κα­θο­ρί­ζει η σχε­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη.

Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν προ­σκο­μι­σθεί οποιο­δή­πο­τε από τα απαι­τού­με­να δι­καιο­λο­γη­τι­κά ή δια­πι­στω­θεί ότι ο υπο­ψή­φιος εμπί­πτει σε λό­γους απο­κλει­σμού, όπως ορί­ζο­νται ει­δι­κό­τε­ρα από το άρθρο 9 πα­ρού­σας και από τη δια­κή­ρυ­ξη, απο­κλεί­ε­ται από τη δια­δι­κα­σία.

Ο φά­κε­λος «Δι­καιο­λο­γη­τι­κά Συμ­με­το­χής» πε­ρι­λαμ­βά­νει, κατ’ ελά­χι­στον:

α) Τεκ­μη­ρί­ω­ση της νο­μι­κής υπό­στα­σης του υπο­ψη­φί­ου.

β) Απο­δει­κτι­κά οι­κο­νο­μι­κής και χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κής επάρ­κειας, τα οποία πρέ­πει να είναι σε ισχύ κατά την ημε­ρο­μη­νία υπο­βο­λής της προ­σφο­ράς:

βα) Φο­ρο­λο­γι­κή Ενη­με­ρό­τη­τα

ββ) Ασφα­λι­στι­κή Ενη­με­ρό­τη­τα

βγ) Υπεύ­θυ­νη Δή­λω­ση, επι­κυ­ρω­μέ­νη νο­μί­μως από αρ­μό­δια αρχή, στην οποία ο υπο­ψή­φιος δη­λώ­νει ότι δεν βρί­σκε­ται σε πτώ­χευ­ση, ανα­γκα­στι­κή δια­χεί­ρι­ση, εκ­κα­θά­ρι­ση ή σε οποια­δή­πο­τε δια­δι­κα­σία ανα­γκα­στι­κής ή συ­ντη­ρη­τι­κής εκτέ­λε­σης.

βδ) Πι­στο­ποί­η­ση Χρη­μα­το­δο­τι­κής Ικα­νό­τη­τας από ανα­γνω­ρι­σμέ­νο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό ίδρυ­μα ημε­δα­πής ή αλ­λο­δα­πής, που πι­στο­ποιεί τη χρη­μα­το­δο­τι­κή ικα­νό­τη­τα του υπο­ψη­φί­ου. Οι ει­δι­κοί όροι και τα κα­τώ­τα­τα όρια κα­θο­ρί­ζο­νται στη δια­κή­ρυ­ξη.

Σε πε­ρί­πτω­ση που ο υπο­ψή­φιος είναι νο­μι­κό πρό­σω­πο, απαι­τεί­ται η υπο­βο­λή δη­μο­σιευ­μέ­νων ισο­λο­γι­σμών ή απο­σπα­σμά­των αυτών για τις τε­λευ­ταί­ες τρεις (3) οι­κο­νο­μι­κές χρή­σεις ή για όσες έχουν κλεί­σει, σε πε­ρί­πτω­ση που η λει­τουρ­γία της επι­χεί­ρη­σης είναι μι­κρό­τε­ρη της τριε­τί­ας.

Σε πε­ρί­πτω­ση υπο­βο­λής προ­σφο­ράς από κοι­νο­πρα­ξία ή ένωση οι­κο­νο­μι­κών φο­ρέ­ων, η απαι­τού­με­νη χρη­μα­το­δο­τι­κή ικα­νό­τη­τα μπο­ρεί να απο­δει­κνύ­ε­ται είτε από του­λά­χι­στον ένα μέλος είτε αθροι­στι­κά από όλα τα μέλη αυτής.

Για αλ­λο­δα­πούς υπο­ψη­φί­ους, είναι υπο­χρε­ω­τι­κή η προ­σκό­μι­ση ισο­δύ­να­μων δι­καιο­λο­γη­τι­κών που εκ­δί­δο­νται από τις αρ­μό­διες αρχές της χώρας τους.

γ) Απο­δει­κτι­κά τε­χνι­κής και επαγ­γελ­μα­τι­κής ικα­νό­τη­τας:

γα) Απο­δει­κτι­κά εμπει­ρί­ας: Οι υπο­ψή­φιοι πρέ­πει να δια­θέ­τουν ή να συ­νερ­γά­ζο­νται με νο­μι­κό πρό­σω­πο (Hotel Operator) που πλη­ροί τα εξής κρι­τή­ρια:

γαα) Απο­δε­δειγ­μέ­νη εμπει­ρία του­λά­χι­στον πέντε (5) ετών στη λει­τουρ­γία και δια­χεί­ρι­ση τριών (3) του­λά­χι­στον ξε­νο­δο­χεί­ων τεσ­σά­ρων (4) αστέ­ρων ή μη κύ­ριων ξε­νο­δο­χεια­κών κα­τα­λυ­μά­των αντί­στοι­χης κα­τά­τα­ξης, η οποία τεκ­μη­ριώ­νε­ται με συμ­βά­σεις δια­χεί­ρι­σης και αντί­στοι­χες βε­βαιώ­σεις καλής εκτέ­λε­σης ή άλλα απο­δει­κτι­κά έγ­γρα­φα.

γαβ) Σε πε­ρί­πτω­ση ένω­σης προ­σώ­πων ή κοι­νο­πρα­ξί­ας, το πα­ρα­πά­νω νο­μι­κό πρό­σω­πο μπο­ρεί να συμ­με­τέ­χει είτε ως μέλος της ένω­σης ή κοι­νο­πρα­ξί­ας, είτε να συ­νερ­γά­ζε­ται με αυτήν ή με μέλος της.

Η συ­νερ­γα­σία ή η συμ­με­το­χή του ανω­τέ­ρω δια­χει­ρι­στή ξε­νο­δο­χεί­ου (Hotel Operator) στην ένωση προ­σώ­πων ή κοι­νο­πρα­ξία πρέ­πει να δια­σφα­λί­ζε­ται για του­λά­χι­στον πέντε (5) έτη από την υπο­γρα­φή της Σύμ­βα­σης Μί­σθω­σης.

Η δια­δι­κα­σία αξιο­λό­γη­σης των υπο­ψη­φί­ων συ­νε­χί­ζε­ται με την εξέ­τα­ση του φα­κέ­λου «Τε­χνι­κή Προ­σφο­ρά», ο οποί­ος τεκ­μη­ριώ­νει την τε­χνι­κή επάρ­κεια του υπο­ψη­φί­ου και

πε­ρι­λαμ­βά­νει:

α) Τε­χνι­κή με­λέ­τη: Απο­τε­λεί την με­λέ­τη που προ­τί­θε­ται να υλο­ποι­ή­σει ο υπο­ψή­φιος, προ­κει­μέ­νου το ακί­νη­το να κα­τα­στεί κα­τάλ­λη­λο για ξε­νο­δο­χεια­κή χρήση, και

πε­ρι­λαμ­βά­νει:

αα) Σχέ­δια αρ­χι­τε­κτο­νι­κής πρό­τα­σης με κα­τό­ψεις, τομές και όψεις.

αβ) Τε­χνι­κή έκ­θε­ση της προ­τει­νό­με­νης λύσης και ερ­γα­σιών και τυχόν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κών με­λε­τών εάν απαι­τού­νται.

αγ) Έκ­θε­ση της με­θο­δο­λο­γί­ας υλο­ποί­η­σης και έκ­θε­ση σχε­τι­κά με την ομάδα Με­λέ­της

αδ) αε) Εντο­πι­σμός τυχόν πα­ρεκ­κλί­σε­ων από τις προ­δια­γρα­φές.

Επι­σή­μαν­ση ει­δι­κών γε­ω­λο­γι­κών και γε­ω­τε­χνι­κών προ­βλη­μά­των, εάν υφί­στα­νται.

αστ) Χρο­νο­διά­γραμ­μα, στο οποίο πε­ρι­γρά­φε­ται η χρο­νι­κή αλ­λη­λου­χία των δρα­στη­ριο­τή­των.

β) Επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο: Απο­τε­λεί την πρό­τα­ση του μι­σθω­τή για την ανα­βάθ­μι­ση του ακι­νή­του και πρέ­πει να πε­ρι­λαμ­βά­νει, του­λά­χι­στον, τα εξής:

βα) Πρό­τα­ση τεκ­μη­ρί­ω­σης της βιω­σι­μό­τη­τας του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου σε συ­νάρ­τη­ση με το προ­τει­νό­με­νο μί­σθω­μα, η οποία θα πι­στο­ποιεί­ται με κα­τάλ­λη­λες οι­κο­νο­μι­κές ανα­λύ­σεις.

ββ) Σαφής πε­ρι­γρα­φή των στό­χων της επέν­δυ­σης, των προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νων ερ­γα­σιών και του επι­διω­κό­με­νου απο­τε­λέ­σμα­τος.

βγ) Ανα­λυ­τι­κό χρο­νο­διά­γραμ­μα υλο­ποί­η­σης, το οποίο θα πε­ρι­λαμ­βά­νει:

βγα) Πί­να­κα εν­δει­κτι­κού προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού κό­στους και δομής χρη­μα­το­δό­τη­σης.

βγβ) Χρο­νο­διά­γραμ­μα εκτέ­λε­σης ερ­γα­σιών με σαφή κα­τα­νο­μή σε φά­σεις, κα­θο­ρι­σμό ορό­ση­μων (milestones) και προ­θε­σμιών ολο­κλή­ρω­σης.

βγγ) Όρους ολο­κλή­ρω­σης των ερ­γα­σιών, με σαφώς κα­θο­ρι­σμέ­νες προ­δια­γρα­φές και απαι­τή­σεις ως προς το τε­λι­κό απο­τέ­λε­σμα του έργου.

Η αξιο­λό­γη­ση των υπο­ψη­φί­ων συ­νε­χί­ζει με την εξέ­τα­ση του φα­κέ­λου «Οι­κο­νο­μι­κή Προ­σφο­ρά», ο οποί­ος πε­ρι­λαμ­βά­νει την οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά του υπο­ψη­φί­ου σε σφρα­γι­σμέ­νο φά­κε­λο.

Κάθε οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά αξιο­λο­γεί­ται με βάση:

α) Το προ­σφε­ρό­με­νο μη­νιαίο μί­σθω­μα, το οποίο πρέ­πει να είναι ίσο ή με­γα­λύ­τε­ρο από το ελά­χι­στο όριο που ορί­ζε­ται στην δια­κή­ρυ­ξη.

β) Το με­τα­βλη­τό μί­σθω­μα (ανε­ξάρ­τη­το πο­σο­στιαίο μί­σθω­μα επί του κύ­κλου ερ­γα­σιών), το οποίο κα­θο­ρί­ζε­ται στην δια­κή­ρυ­ξη και είναι δε­σμευ­τι­κό.

γ) Το προ­τει­νό­με­νο επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο ανα­βάθ­μι­σης του μι­σθί­ου, το οποίο θα πρέ­πει να έχει αξία ίση ή με­γα­λύ­τε­ρη από το ελά­χι­στο όριο που προ­βλέ­πε­ται στην δια­κή­ρυ­ξη.

Η αξιο­λό­γη­ση των υπο­ψη­φί­ων βα­σί­ζε­ται σε συν­δυα­σμό της οι­κο­νο­μι­κής προ­σφο­ράς, του προ­τει­νό­με­νου επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου και της τε­χνι­κής πρό­τα­σης, ως εξής:

α) Η οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά του υπο­ψη­φί­ου πρέ­πει να είναι ίση ή με­γα­λύ­τε­ρη από το ελά­χι­στο μη­νιαίο μί­σθω­μα που ορί­ζε­ται στην δια­κή­ρυ­ξη.

β) Το προ­τει­νό­με­νο επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο πρέ­πει να κα­λύ­πτει τις ελά­χι­στες απαι­τή­σεις ύψους και πε­ριε­χο­μέ­νου, όπως προ­βλέ­πο­νται στη δια­κή­ρυ­ξη, λαμ­βά­νο­νται υπόψη τους στό­χους της επέν­δυ­σης, το χρο­νο­διά­γραμ­μα, τη βιω­σι­μό­τη­τα και τον αντί­κτυ­πο στο ακί­νη­το και στην το­πι­κή οι­κο­νο­μία.

γ) Η τε­χνι­κή πρό­τα­ση αξιο­λο­γεί­ται με βάση την ποιό­τη­τά της, τη συμ­μόρ­φω­σή της προς τις προ­δια­γρα­φές της δια­κή­ρυ­ξης, την πλη­ρό­τη­τα και αρ­τιό­τη­τα του σχε­δια­σμού, καθώς και τον βαθμό τε­χνι­κής και­νο­το­μί­ας και βιω­σι­μό­τη­τας που εν­σω­μα­τώ­νει.

Η Επι­τρο­πή Διε­νέρ­γειας του Δια­γω­νι­σμού και Αξιο­λό­γη­σης των Προ­σφο­ρών κα­τα­τάσ­σει τους υπο­ψη­φί­ους και επι­λέ­γει τον πλέον συμ­φέ­ρο­ντα πλειο­δό­τη, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τα οι­κο­νο­μι­κά, τε­χνι­κά και επεν­δυ­τι­κά κρι­τή­ρια. Ο υπο­λο­γι­σμός του Συ­νο­λι­κού Βαθ­μού Πρό­τα­σης (ΣΒΠ) γί­νε­ται με τον ακό­λου­θο τύπο:

ΣBΠ=(TBi/TBmax)⋅wTΒ+(EΠi/EΠmax)⋅wEΠ+(OΠi/OΠmax)⋅wOΠ

όπου:

ΤΒi: Η βαθ­μο­λο­γία της τε­χνι­κής πρό­τα­σης του υπο­ψη­φί­ου (από το 1 έως 10).

ΤΒmax: Η υψη­λό­τε­ρη βαθ­μο­λο­γία τε­χνι­κής πρό­τα­σης (από το 1 έως 10).

ΕΠi: Η βαθ­μο­λο­γία του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου του υπο­ψη­φί­ου (από το 1 έως 10).

ΕΠmax: Η υψη­λό­τε­ρη βαθ­μο­λο­γία επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου (από το 1 έως 10).

ΟΠi: Η οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά του υπο­ψη­φί­ου.

ΟΠmax: Η υψη­λό­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά.

w_TΒ: Ο συ­ντε­λε­στής βα­ρύ­τη­τας για την τε­χνι­κή πρό­τα­ση.

w_EΠ: Ο συ­ντε­λε­στής βα­ρύ­τη­τας για το επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο.

w_OΠ: Ο συ­ντε­λε­στής βα­ρύ­τη­τας για την οι­κο­νο­μι­κή προ­σφο­ρά.

Οι συ­ντε­λε­στές βα­ρύ­τη­τας (w_TΒ, w_EΠ, w_OΠ) κα­θο­ρί­ζο­νται στην δια­κή­ρυ­ξη, με το σύ­νο­λο να ισού­ται με 1.

Ο υπο­ψή­φιος με την υψη­λό­τε­ρη συ­νο­λι­κή βαθ­μο­λο­γία πρό­τα­σης επι­λέ­γε­ται κα­τα­τάσ­σε­ται πρώ­τος στη σειρά ως πλειο­δό­της, ενώ σε πε­ρί­πτω­ση ισο­βαθ­μί­ας ζη­τού­νται βελ­τιω­μέ­νες προ­σφο­ρές από τους υπο­ψη­φί­ους εντός πέντε (5) ημε­ρών.

Υπο­ψή­φιοι που δεν πλη­ρούν τις ελά­χι­στες απαι­τή­σεις του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου του μη­νιαί­ου μι­σθώ­μα­τος ή του με­τα­βλη­τού μι­σθώ­μα­τος απο­κλεί­ο­νται από τη δια­δι­κα­σία.

Οι προ­σφο­ρές αξιο­λο­γού­νται με δια­φά­νεια και σύμ­φω­να με τα κρι­τή­ρια της δια­κή­ρυ­ξης. Ελ­λεί­ψεις ή απο­κλί­σεις από τους όρους της δια­κή­ρυ­ξης συ­νε­πά­γο­νται απο­κλει­σμό.

Σε πε­ρί­πτω­ση συμ­με­το­χής ένω­σης ή κοι­νο­πρα­ξί­ας, τα μέλη της ευ­θύ­νο­νται αλ­λη­λεγ­γύ­ως και εις ολό­κλη­ρον για την εκ­πλή­ρω­ση των όρων του δια­γω­νι­σμού. Η χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κή επάρ­κεια και η εμπει­ρία αξιο­λο­γού­νται αθροι­στι­κά, σύμ­φω­να με τα πο­σο­στά συμ­με­το­χής των μελών στην ένωση ή κοι­νο­πρα­ξία.

Το απο­φαι­νό­με­νο όρ­γα­νο, κα­τό­πιν ει­σή­γη­σης της Διεύ­θυν­σης Εκ­παί­δευ­σης και Κα­τάρ­τι­σης του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, μπο­ρεί να ανα­θέ­σει σε εξω­τε­ρι­κούς συ­νερ­γά­τες κα­θή­κο­ντα ει­δι­κού συμ­βού­λου για την υπο­στή­ρι­ξη του Υπουρ­γεί­ου, καθώς και για την προ­ε­τοι­μα­σία, τη διε­νέρ­γεια και την αξιο­λό­γη­ση του δια­γω­νι­σμού.

Άρθρο 7

Επι­τρο­πές

Για τη δια­σφά­λι­ση της δια­φά­νειας, της αντι­κει­με­νι­κό­τη­τας και της εύ­ρυθ­μης λει­τουρ­γί­ας των δια­δι­κα­σιών, η διε­νέρ­γεια του δια­γω­νι­σμού, η αξιο­λό­γη­ση των προ­σφο­ρών και η πα­ρα­κο­λού­θη­ση της υλο­ποί­η­σης του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου πραγ­μα­το­ποιού­νται από δύο (2) δια­κρι­τές επι­τρο­πές, οι οποί­ες συ­γκρο­τού­νται με από­φα­ση του Υπουρ­γού Του­ρι­σμού και απαρ­τί­ζο­νται από του­λά­χι­στον πέντε (5) μέλη η κα­θε­μία:

α) Επι­τρο­πή Διε­νέρ­γειας του Δια­γω­νι­σμού και Αξιο­λό­γη­σης των Προ­σφο­ρών,

β) Επι­τρο­πή Πα­ρα­κο­λού­θη­σης Σύμ­βα­σης και Πα­ρα­λα­βής.

Οι επι­τρο­πές έχουν γνω­μο­δο­τι­κό και ει­ση­γη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα επί όλων των θε­μά­των που εμπί­πτουν στην αρ­μο­διό­τη­τά τους και σχε­τί­ζο­νται αντι­στοί­χως με τη δια­δι­κα­σία ανά­θε­σης και την πα­ρα­κο­λού­θη­ση εκτέ­λε­σης της σύμ­βα­σης μα­κρο­χρό­νιας μί­σθω­σης.

Η Επι­τρο­πή Διε­νέρ­γειας του Δια­γω­νι­σμού και Αξιο­λό­γη­σης των Προ­σφο­ρών είναι αρ­μό­δια για:

α) την πα­ρα­λα­βή, εξέ­τα­ση και αξιο­λό­γη­ση των φα­κέ­λων συμ­με­το­χής των υπο­ψη­φί­ων,

β) την τεκ­μη­ριω­μέ­νη ει­σή­γη­ση προς το αρ­μό­διο όρ­γα­νο για την ανά­δει­ξη του ανα­δό­χου,

γ) τη δια­χεί­ρι­ση και γνω­μο­δό­τη­ση επί των τυχόν υπο­βλη­θει­σών εν­στά­σε­ων, προ­σφυ­γών ή αι­τη­μά­των διευ­κρι­νί­σε­ων κατά τη διάρ­κεια της δια­γω­νι­στι­κής δια­δι­κα­σί­ας.

Η Επι­τρο­πή Πα­ρα­κο­λού­θη­σης Σύμ­βα­σης και Πα­ρα­λα­βής είναι αρ­μό­δια για:

α) την πα­ρα­κο­λού­θη­ση της υλο­ποί­η­σης του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου,

β) τον έλεγ­χο της τή­ρη­σης των όρων της σύμ­βα­σης και της σχε­τι­κής δια­κή­ρυ­ξης,

γ) την έκ­δο­ση εκ­θέ­σε­ων πι­στο­ποί­η­σης της ολο­κλή­ρω­σης στα­δί­ων ή της συ­νο­λι­κής ολο­κλή­ρω­σης του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου,

δ) τη δια­χεί­ρι­ση θε­μά­των συμ­μόρ­φω­σης του ανα­δό­χου με το επεν­δυ­τι­κό σχέ­διο, σε συ­νερ­γα­σία με τον τε­χνι­κό εκ­πρό­σω­πο του μι­σθω­τή,

ε) την τε­λι­κή πα­ρα­λα­βή του έργου και την υπο­βο­λή ει­ση­γη­τι­κής έκ­θε­σης προς το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού.

Το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δύ­να­ται να ορί­ζει ως μέλη των ανω­τέ­ρω επι­τρο­πών, πέραν των υπαλ­λή­λων του, και εξει­δι­κευ­μέ­νους επαγ­γελ­μα­τί­ες από τα Ανώ­τα­τα Εκ­παι­δευ­τι­κά Ιδρύ­μα­τα (ΑΕΙ), τον χώρο του του­ρι­σμού και των ξε­νο­δο­χεια­κών επι­χει­ρή­σε­ων, την του­ρι­στι­κή εκ­παί­δευ­ση, καθώς και εμπει­ρο­γνώ­μο­νες μη­χα­νι­κούς, νο­μι­κούς και οι­κο­νο­μο­λό­γους από τον ιδιω­τι­κό ή τον ευ­ρύ­τε­ρο δη­μό­σιο τομέα, εφό­σον κρί­νε­ται ανα­γκαίο για τη δια­σφά­λι­ση της τε­χνι­κής επάρ­κειας, της επι­στη­μο­νι­κής τεκ­μη­ρί­ω­σης και της συ­νο­λι­κής απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας του έργου των επι­τρο­πών.

Άρθρο 8

Δι­καί­ω­μα Συμ­με­το­χής

Δι­καί­ω­μα συμ­με­το­χής στους δια­γω­νι­σμούς που διε­νερ­γού­νται βάσει της πα­ρού­σας από­φα­σης έχουν:

α) Φυ­σι­κά και νο­μι­κά πρό­σω­πα ημε­δα­πής ή αλ­λο­δα­πής.

β) Ενώ­σεις προ­σώ­πων ή κοι­νο­πρα­ξί­ες που υπο­βάλ­λουν κοινή προ­σφο­ρά.

Εφό­σον απαι­τη­θεί από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού, σύμ­φω­να με τους όρους της δια­κή­ρυ­ξης, οι υπο­ψή­φιοι μι­σθω­τές υπο­χρε­ού­νται να συ­στή­σουν Ανώ­νυ­μη Εται­ρεία Απο­κλει­στι­κού Σκο­πού (ΑΕΑΣ) με έδρα την Ελ­λά­δα, σύμ­φω­να με το Κ.Ν. 2190/1920 και τον ν. 4548/2018 (Α΄104), όπως ισχύ­ουν.

α) Η ΑΕΑΣ θα έχει απο­κλει­στι­κό σκοπό τη δια­χεί­ρι­ση, εκ­με­τάλ­λευ­ση και εκ­πλή­ρω­ση των υπο­χρε­ώ­σε­ων που απορ­ρέ­ουν από τη σύμ­βα­ση μί­σθω­σης.

β) Οι ιδρυ­τές-μέ­το­χοι της ΑΕΑΣ θα είναι τα μέλη του Υπο­ψη­φί­ου Μι­σθω­τή, με πο­σο­στά συμ­με­το­χής αντί­στοι­χα με αυτά που δη­λώ­θη­καν κατά τη φάση υπο­βο­λής της προ­σφο­ράς.

γ) Η μη συμ­μόρ­φω­ση με την απαί­τη­ση σύ­στα­σης ΑΕΑΣ, όπου απαι­τεί­ται, μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει λόγο απο­κλει­σμού από τη δια­δι­κα­σία ή κα­ταγ­γε­λί­ας της σύμ­βα­σης.

δ) Οι ιδρυ­τές-μέ­το­χοι της ΑΕΑΣ ευ­θύ­νο­νται ατο­μι­κά, αλ­λη­λεγ­γύ­ως και εις ολό­κλη­ρον και λει­τουρ­γούν ως εγ­γυ­η­τές για την εκ­πλή­ρω­ση των υπο­χρε­ώ­σε­ων της εται­ρεί­ας ένα­ντι του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, ακόμη και μετά την απο­χώ­ρη­σή τους για πρά­ξεις ή πα­ρα­λεί­ψεις που έλα­βαν χώρα κατά τον χρόνο συμ­με­το­χής τους.

ε) Εν­δο­ε­ται­ρι­κές συμ­φω­νί­ες των με­τό­χων ισχύ­ουν απο­κλει­στι­κά στις με­τα­ξύ τους σχέ­σεις και δεν επη­ρε­ά­ζουν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους ένα­ντι του Υπουρ­γεί­ου.

Κάθε εν­δια­φε­ρό­με­νος υπο­χρε­ού­ται να ορί­σει αντί­κλη­το κά­τοι­κο Ελ­λά­δας, ο οποί­ος θα λαμ­βά­νει κοι­νο­ποι­ή­σεις για τη δια­γω­νι­στι­κή δια­δι­κα­σία.

Άρθρο 9

Απο­κλει­σμός Συμ­με­το­χή

Απο­κλεί­ο­νται από τη δια­γω­νι­στι­κή δια­δι­κα­σία οι υπο­ψή­φιοι που εμπί­πτουν στους ακό­λου­θους λό­γους:

α) Έχουν κα­τα­δι­κα­στεί για εγκλη­μα­τι­κές πρά­ξεις που σχε­τί­ζο­νται με την επαγ­γελ­μα­τι­κή τους δια­γω­γή, όπως συμ­με­το­χή σε εγκλη­μα­τι­κή ορ­γά­νω­ση, δω­ρο­δο­κία, απάτη ή νο­μι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από πα­ρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες.

β) Βρί­σκο­νται ή τε­λούν υπό δια­δι­κα­σία κή­ρυ­ξης σε πτώ­χευ­ση, εκ­κα­θά­ρι­ση, παύση ερ­γα­σιών ή άλλη ανά­λο­γη κα­τά­στα­ση.

γ) Δεν έχουν εκ­πλη­ρώ­σει τις φο­ρο­λο­γι­κές ή ασφα­λι­στι­κές υπο­χρε­ώ­σεις τους.

δ) Υπέ­βα­λαν ψευ­δείς δη­λώ­σεις ή απο­κλεί­στη­καν τε­λε­σί­δι­κα από δια­γω­νι­σμούς του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου.

3. Οι ει­δι­κοί λόγοι απο­κλει­σμού που σχε­τί­ζο­νται με επαγ­γελ­μα­τι­κά πα­ρα­πτώ­μα­τα, κυ­ρώ­σεις ή άλλες ει­δι­κές πε­ρι­πτώ­σεις κα­θο­ρί­ζο­νται ανα­λυ­τι­κά στη δια­κή­ρυ­ξη.

Σε πε­ρί­πτω­ση υπο­βο­λής κοι­νής αί­τη­σης ή φα­κέ­λου προ­σφο­ράς, οι πα­ρα­πά­νω λόγοι απο­κλει­σμού εξε­τά­ζο­νται για κάθε συμ­με­τέ­χο­ντα ξε­χω­ρι­στά. Αν δια­πι­στω­θεί λόγος απο­κλει­σμού για οποιο­δή­πο­τε μέλος, η κοινή αί­τη­ση ή προ­σφο­ρά απο­κλεί­ε­ται συ­νο­λι­κά.

Άρθρο 10

Εκτι­μώ­με­νη Μι­σθω­τι­κή Αξία

Για τον προσ­διο­ρι­σμό της “Εκτι­μώ­με­νης Μι­σθω­τι­κής Αξίας” ενός ακι­νή­του προς εκ­μί­σθω­ση, η οποία είναι και η ελά­χι­στη απο­δε­κτή για τη σύ­να­ψη της μί­σθω­σης, συ­ντάσ­σε­ται Έκ­θε­ση Εκτί­μη­σης, από ανε­ξάρ­τη­το πι­στο­ποι­η­μέ­νο εκτι­μη­τή ως εξής:

α) Όταν η αντι­κει­με­νι­κή αξία δεν υπερ­βαί­νει τις 500.000 €:

Η εκτί­μη­ση διε­νερ­γεί­ται από έναν πι­στο­ποι­η­μέ­νο εκτι­μη­τή.

β) Όταν η αντι­κει­με­νι­κή αξία υπερ­βαί­νει τις 500.000 €:

Απαι­τού­νται εκτι­μή­σεις από δύο πι­στο­ποι­η­μέ­νους εκτι­μη­τές. Η επι­λε­γό­με­νη αξία είναι ο μέσος όρος των δύο αρ­χι­κών εκτι­μή­σε­ων.

γ) Όταν η αντι­κει­με­νι­κή αξία του ακι­νή­του ξε­περ­νά τα 5.000.000 €, και σε πε­ρί­πτω­ση απο­κλί­σε­ων άνω του 20%:

με­τα­ξύ των δύο προη­γού­με­νων εκτι­μή­σε­ων πραγ­μα­το­ποιεί­ται τρίτη εκτί­μη­ση. Η τε­λι­κή αξία προ­κύ­πτει ως ο μέσος όρος των τριών εκτι­μή­σε­ων.Ο τρί­τος εκτι­μη­τής δεν λαμ­βά­νει γνώση των προη­γού­με­νων εκτι­μή­σε­ων.

Ακί­νη­τα εκτός Συ­στή­μα­τος Αντι­κει­με­νι­κής Αξίας:

Για ακί­νη­τα που δεν υπά­γο­νται στο σύ­στη­μα αντι­κει­με­νι­κού προσ­διο­ρι­σμού, η τιμή εκ­κί­νη­σης βα­σί­ζε­ται στην εκτί­μη­ση της αξίας του ακι­νή­του από την αρ­μό­δια Δη­μό­σια Οι­κο­νο­μι­κή Υπη­ρε­σία (ΔΟΥ), η οποία κα­θο­ρί­ζε­ται με συ­γκρι­τι­κά στοι­χεία.

Πριν την εκ­κί­νη­ση της δια­δι­κα­σί­ας προσ­διο­ρι­σμού της μι­σθω­τι­κής αξίας του προς εκ­μί­σθω­ση ακι­νή­του, εκ­δί­δε­ται με επι­μέ­λεια του αρ­μό­διο ορ­γά­νου του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, τε­χνι­κή έκ­θε­ση στην οποία απο­τυ­πώ­νε­ται η υφι­στά­με­νη κα­τά­στα­ση του προς εκ­μί­σθω­ση ακι­νή­του και οι κατ’ ελά­χι­στες απαι­τού­με­νες ερ­γα­σί­ες /επι­σκευ­ές που απαι­τού­νται για την ορθή συ­ντή­ρη­ση του ακι­νή­του. Η τε­χνι­κή έκ­θε­ση λαμ­βά­νε­ται υπόψη από τον ανε­ξάρ­τη­το πι­στο­ποι­η­μέ­νο εκτι­μη­τή κατά τον προσ­διο­ρι­σμό της μι­σθω­τι­κής αξίας του προς εκ­μί­σθω­ση ακι­νή­του.

Σε πε­ρί­πτω­ση που ο δια­γω­νι­σμός κη­ρυ­χθεί άγο­νος, είτε λόγω μη συμ­με­το­χής, είτε γιατί οι οι­κο­νο­μι­κές προ­σφο­ρές είναι κα­τώ­τε­ρες της τιμής εκ­κί­νη­σης, το αρ­μό­διο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού δύ­να­ται να απο­φα­σί­σει μεί­ω­ση της τιμής εκ­κί­νη­σης.

Άρθρο 11

Οι­κο­νο­μι­κό Αντάλ­λαγ­μα

Το οι­κο­νο­μι­κό αντάλ­λαγ­μα που υπο­χρε­ού­ται να κα­τα­βάλ­λει ο μι­σθω­τής στο Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού για τη χρήση του μι­σθί­ου κα­θο­ρί­ζε­ται ως εξής:

α) Μη­νιαίο Μί­σθω­μα: Το μη­νιαίο μί­σθω­μα για το ακί­νη­το κα­τα­βάλ­λε­ται προ­κα­τα­βο­λι­κά, εντός τριών (3) ημε­ρών από την έναρ­ξη του μι­σθω­τι­κού μήνα, σε τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό που θα γνω­στο­ποι­η­θεί εγ­γρά­φως από τον εκ­μι­σθω­τή.

β) Με­τα­βλη­τό Μί­σθω­μα: Επι­πλέ­ον του μη­νιαί­ου μι­σθώ­μα­τος, προ­βλέ­πε­ται ανε­ξάρ­τη­το πο­σο­στιαίο μί­σθω­μα επί του κύ­κλου ερ­γα­σιών, το οποίο εφαρ­μό­ζε­ται επί του συ­νό­λου των εσό­δων εκ­με­τάλ­λευ­σης, σύμ­φω­να με ει­δι­κούς όρους που τί­θε­νται από τη σύμ­βα­ση.

Κατά την αρ­χι­κή φάση της μί­σθω­σης, η οποία πε­ρι­λαμ­βά­νει την εκτέ­λε­ση του εγκε­κρι­μέ­νου επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου, δεν απαι­τεί­ται η κα­τα­βο­λή μη­νιαί­ου μι­σθώ­μα­τος. Μετά την ολο­κλή­ρω­ση αυτής της πε­ριό­δου, το μη­νιαίο μί­σθω­μα κα­θί­στα­ται κα­τα­βλη­τέο στο σύ­νο­λό του, ανε­ξαρ­τή­τως του αν οι επεν­δύ­σεις έχουν ολο­κλη­ρω­θεί, σύμ­φω­να με τους όρους της σύμ­βα­σης.

Η πα­ρά­λει­ψη ολο­κλή­ρω­σης των επεν­δύ­σε­ων εντός της συμ­βα­τι­κής προ­θε­σμί­ας δεν απαλ­λάσ­σει τον μι­σθω­τή από την υπο­χρέ­ω­ση κα­τα­βο­λής του μι­σθώ­μα­τος και συ­νε­πά­γε­ται την επι­βο­λή των προ­βλε­πό­με­νων κυ­ρώ­σε­ων, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της δυ­να­τό­τη­τας κα­ταγ­γε­λί­ας της σύμ­βα­σης από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού, σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 της πα­ρού­σας.

Το μη­νιαίο μί­σθω­μα ανα­προ­σαρ­μό­ζε­ται / προ­σαυ­ξά­νε­ται ετη­σί­ως, αρχής γε­νο­μέ­νης από τον δεύ­τε­ρο χρόνο της μί­σθω­σης, σε πο­σο­στό ίσο με την αύ­ξη­ση του Δεί­κτη Τιμών Κα­τα­να­λω­τή (Δ.Τ.Κ.) του προη­γού­με­νου έτους, όπως δη­μο­σιεύ­ε­ται από την Ελ­λη­νι­κή Στα­τι­στι­κή Αρχή ή όποια άλλη αρχή τυχόν την αντι­κα­τα­στή­σει, προ­σαυ­ξη­μέ­νο κατά μία επι­πλέ­ον πο­σο­στιαία μο­νά­δα, ήτοι προ­σαυ­ξη­μέ­νο κατά 1,0 % ( Δ.Τ.Κ. + 1,0 % ), προ­σθε­τι­κά στο μη­νιαίο μί­σθω­μα του προη­γού­με­νου έτους. Σε καμία πε­ρί­πτω­ση, για κα­νέ­να λόγο ή αιτία και σε οποιο­δή­πο­τε χρο­νι­κό ση­μείο της διάρ­κειας της μί­σθω­σης, το κα­τα­βαλ­λό­με­νο μη­νιαίο μί­σθω­μα δε δύ­να­ται να μειω­θεί σε σχέση με το τότε κα­τα­βαλ­λό­με­νο, ακόμα και στην πε­ρί­πτω­ση αρ­νη­τι­κού Δ.Τ.Κ. πέραν της μίας πο­σο­στιαί­ας μο­νά­δας, ( Δ.Τ.Κ. < – 1,00 % ).

Άρθρο 12

Δη­μο­σί­ευ­ση – Προ­θε­σμί­ες

Οι προ­κη­ρύ­ξεις ανοι­κτού πλειο­δο­τι­κού δια­γω­νι­σμού δη­μο­σιεύ­ο­νται ως εξής:

α) Σε πε­ρί­λη­ψη, σε του­λά­χι­στον μία ημε­ρή­σια εφη­με­ρί­δα εθνι­κής και μία το­πι­κής κυ­κλο­φο­ρί­ας, όπως ορί­ζε­ται στη δια­κή­ρυ­ξη.

β) Στην πλήρη τους μορφή, στους επί­ση­μους ιστο­τό­πους του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού (mintour.edu.gr και mintour.gov.gr).

Εάν δεν ορί­ζε­ται ει­δι­κώς και άλλως στις δια­τά­ξεις της πα­ρού­σας ή στις προ­κη­ρύ­ξεις, προ­σκλή­σεις και στα συμ­βα­τι­κά έγ­γρα­φα κάθε προ­θε­σμία υπο­λο­γί­ζε­ται σε ημε­ρο­λο­για­κές ημέ­ρες.

Άρθρο 13

Εκ­χώ­ρη­ση Δι­καιω­μά­των

Τα δι­καιώ­μα­τα και οι υπο­χρε­ώ­σεις του Μι­σθω­τή που απορ­ρέ­ουν από την πα­ρού­σα Σύμ­βα­ση είναι αμε­τα­βί­βα­στα και δεν επι­τρέ­πε­ται η εκ­χώ­ρη­σή τους με οποιον­δή­πο­τε τρόπο, πλην της πε­ρί­πτω­σης προη­γού­με­νης έγ­γρα­φης και ρητής συ­γκα­τά­θε­σης του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού. Η πα­ρο­χή ή μη της συ­γκα­τά­θε­σης αυτής τελεί υπό την από­λυ­τη δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του Υπουρ­γεί­ου, εκτός εάν άλλως ορί­ζε­ται ρητώς στην σύμ­βα­ση. Η χρη­σι­μο­ποί­η­ση βοη­θών εκ­πλή­ρω­σης ή προ­στη­θέ­ντων (όπως η προ­σω­ρι­νή διά­θε­ση προ­σω­πι­κού) δεν θε­ω­ρεί­ται ως εκ­χώ­ρη­ση κατά την έν­νοια της πα­ρού­σας και επι­τρέ­πε­ται, εφό­σον προ­βλέ­πε­ται ρητά από τη σύμ­βα­ση.

Σε πε­ρί­πτω­ση χρη­μα­το­δό­τη­σης του μι­σθω­τή από ανα­γνω­ρι­σμέ­νο τρα­πε­ζι­κό ή χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό ορ­γα­νι­σμό προς εκτέ­λε­ση της σύμ­βα­σης, επι­τρέ­πε­ται η εκ­χώ­ρη­ση των δι­καιω­μά­των του μι­σθω­τή, στο πλαί­σιο των σχε­τι­κών χρη­μα­το­δο­τι­κών συμ­βά­σε­ων, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι οι όροι αυτών ευ­θυ­γραμ­μί­ζο­νται με τις συ­νή­θεις εμπο­ρι­κές πρα­κτι­κές. Ο Μι­σθω­τής υπο­χρε­ού­ται να κοι­νο­ποι­ή­σει τα σχέ­δια των σχε­τι­κών συμ­βά­σε­ων στο Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού, πριν της υπο­γρα­φής τους, ώστε το Υπουρ­γείο να δια­τυ­πώ­σει πι­θα­νές πα­ρα­τη­ρή­σεις.

Το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα να εκ­χω­ρεί οποια­δή­πο­τε στιγ­μή, κατά τη διάρ­κεια της μί­σθω­σης, τα δι­καιώ­μα­τά του ένα­ντι του μι­σθω­τή που απορ­ρέ­ουν από τη σύμ­βα­ση. Αυτό πε­ρι­λαμ­βά­νει, εν­δει­κτι­κά, την απαί­τη­ση οι­κο­νο­μι­κού ανταλ­λάγ­μα­τος ή οποια­δή­πο­τε άλλη χρη­μα­τι­κή απαί­τη­ση. Η εκ­χώ­ρη­ση γί­νε­ται χωρίς τη συ­ναί­νε­ση του μι­σθω­τή, αλλά με απλή έγ­γρα­φη ενη­μέ­ρω­σή του.

Σε πε­ρί­πτω­ση κα­θο­λι­κής δια­δο­χής του Μι­σθω­τή, η με­τα­βί­βα­ση της μί­σθω­σης στον διά­δο­χο επι­τρέ­πε­ται κα­τό­πιν αι­τή­μα­τός του και υπό­κει­ται σε έγ­γρα­φη έγκρι­ση του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, το οποίο δια­τη­ρεί δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια κατά την άσκη­ση της εν λόγω εξου­σί­ας.

Άρθρο 14

Πα­ρά­τα­ση και Λύση της Μί­σθω­σης

Η μί­σθω­ση δεν πα­ρα­τεί­νε­ται σιω­πη­ρώς. Οποια­δή­πο­τε πα­ρά­τα­ση απαι­τεί έγ­γρα­φη συμ­φω­νία με­τα­ξύ των συμ­βαλ­λο­μέ­νων μερών.

Απα­γο­ρεύ­ε­ται ρητώς η υπεκ­μί­σθω­ση του μι­σθί­ου, εν όλω ή εν μέρει, καθώς και η πα­ρα­χώ­ρη­ση της χρή­σης αυτού, είτε με αντάλ­λαγ­μα είτε χωρίς, με εξαί­ρε­ση την υπεκ­μί­σθω­ση ή πα­ρα­χώ­ρη­ση χώρων για κα­τα­στή­μα­τα υγειο­νο­μι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος ή εμπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα που λει­τουρ­γούν νο­μί­μως εντός του ξε­νο­δο­χεί­ου .

Ο μι­σθω­τής υπο­χρε­ού­ται να εκ­κε­νώ­σει και να πα­ρα­δώ­σει το μί­σθιο αμελ­λη­τί και άνευ αντιρ­ρή­σε­ως με τη λύση της μί­σθω­σης. Σε πε­ρί­πτω­ση μη συμ­μόρ­φω­σης, εφαρ­μό­ζε­ται η εκ του νόμου δια­δι­κα­σία από­δο­σης της χρή­σης, κα­τα­πί­πτει η εγ­γυ­η­τι­κή επι­στο­λή καλής εκτέ­λε­σης, καθώς και τυχόν συμ­φω­νη­θεί­σες ποι­νι­κές ρή­τρες ή λοι­πές υπο­χρε­ώ­σεις που απορ­ρέ­ουν από τη μι­σθω­τι­κή σύμ­βα­ση.

Το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού δια­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα να κα­ταγ­γεί­λει μο­νο­με­ρώς και αζη­μί­ως τη μι­σθω­τι­κή σύμ­βα­ση, απο­κλει­στι­κά στις εξής πε­ρι­πτώ­σεις:

α) Κα­θυ­στέ­ρη­ση κα­τα­βο­λής οποιασ­δή­πο­τε οφει­λής εκ μέ­ρους του μι­σθω­τή, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων του μι­σθώ­μα­τος και του τέ­λους χαρ­το­σή­μου, πέραν των τριά­ντα (30) ημε­ρών.

β) Μη υλο­ποί­η­ση του επεν­δυ­τι­κού σχε­δί­ου σύμ­φω­να με τους όρους της σύμ­βα­σης.

γ) Λύση του νο­μι­κού προ­σώ­που του μι­σθω­τή ή οποιου­δή­πο­τε εγ­γυ­η­τή, εκτός εάν οφεί­λε­ται σε συγ­χώ­νευ­ση με προη­γού­με­νη έγ­γρα­φη συ­ναί­νε­ση του Υπουρ­γεί­ου.

δ) Θά­να­τος φυ­σι­κού προ­σώ­που που απο­τε­λεί εγ­γυ­η­τή, εφό­σον οι κλη­ρο­νό­μοι του απο­ποι­η­θούν την κλη­ρο­νο­μία.

ε) Εφό­σον ο μι­σθω­τής ή οποιοσ­δή­πο­τε εκ των εγ­γυ­η­τών της πα­ρα­γρά­φου 2 του άρ­θρου 8 της πα­ρού­σας:

εα) Κη­ρυ­χθεί σε πτώ­χευ­ση ή υπο­βά­λει σχε­τι­κή αί­τη­ση για πτώ­χευ­ση

εβ) Υπο­βά­λει αί­τη­ση για υπα­γω­γή στη δια­δι­κα­σία εξυ­γί­αν­σης κατά τα άρθρα

31 του ν. 4738/2020 (Α΄207).

εγ) Τεθεί σε κα­θε­στώς ανα­γκα­στι­κής δια­χεί­ρι­σης ή σε άλλη δια­δι­κα­σία συλ­λο­γι­κής ικα­νο­ποί­η­σης πι­στω­τών.

εδ) Κρι­θεί αφε­ρέγ­γυος ένα­ντι των πι­στω­τών του, βάσει αμε­τά­κλη­της από­φα­σης ή απο­δε­δειγ­μέ­νων στοι­χεί­ων.

εε) Πα­ρα­βιά­σει πο­λε­ο­δο­μι­κές ή πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές δια­τά­ξεις που αφο­ρούν στη δη­μό­σια υγεία και ασφά­λεια, χωρίς να έχει προ­βεί σε απο­κα­τά­στα­ση εντός της τα­χθεί­σας από το Υπουρ­γείο προ­θε­σμί­ας.

Η μί­σθω­ση λύ­ε­ται:

α) Με την πα­ρέ­λευ­ση του προ­βλε­πό­με­νου συμ­βα­τι­κού χρό­νου.

β) Με κα­ταγ­γε­λία από το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού κατά τα ορι­ζό­με­να στην πα­ρά­γρα­φο 4 του πα­ρό­ντος άρ­θρου, με μέ­ρι­μνα για την ομαλή εκ­με­τάλ­λευ­ση του μι­σθί­ου.

γ) Με κα­ταγ­γε­λία από τον μι­σθω­τή, στις ακό­λου­θες πε­ρι­πτώ­σεις:

γα) Εάν το μί­σθιο δεν πα­ρα­δο­θεί εντός τριών (3) μηνών από την υπο­γρα­φή της σύμ­βα­σης, χωρίς υπαι­τιό­τη­τα του μι­σθω­τή.

γβ) Σε πε­ρί­πτω­ση ανω­τέ­ρας βίας, η οποία τεκ­μη­ριώ­νε­ται επαρ­κώς και κα­θι­στά ανέ­φι­κτη τη χρήση ή την αξιο­ποί­η­ση του μι­σθί­ου για χρο­νι­κό διά­στη­μα πέραν των έξι (6) συ­νε­χό­με­νων μηνών.

γγ) Σε πε­ρί­πτω­ση μη πα­ρα­χώ­ρη­σης ή πα­ρά­νο­μης αφαί­ρε­σης της συμ­φω­νη­θεί­σας χρή­σης του μι­σθί­ου εκ μέ­ρους του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού, ο μι­σθω­τής δι­καιού­ται να θέσει εγ­γρά­φως προ­θε­σμία απο­κα­τά­στα­σης του­λά­χι­στον τριών (3) μηνών.

Κατά το διά­στη­μα αυτό, ανα­στέλ­λε­ται η υπο­χρέ­ω­ση κα­τα­βο­λής μι­σθώ­μα­τος. Εάν η ως άνω προ­θε­σμία πα­ρέλ­θει άπρα­κτη, ο μι­σθω­τής δύ­να­ται να κα­ταγ­γεί­λει τη σύμ­βα­ση με έγ­γρα­φη δή­λω­ση, χωρίς καμία απο­ζη­μιω­τι­κή υπο­χρέ­ω­ση ένα­ντί του.

Η λύση της μί­σθω­σης δια­πι­στώ­νε­ται με από­φα­ση του αρ­μό­διου ορ­γά­νου του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού και επι­δί­δε­ται στον μι­σθω­τή με δι­κα­στι­κό επι­με­λη­τή.

Ο μι­σθω­τής υπο­χρε­ού­ται να πα­ρα­δώ­σει το μί­σθιο εντός έξι (6) μηνών από την επί­δο­ση της από­φα­σης ενώ­πιον τρι­με­λούς επι­τρο­πής πα­ρα­λα­βής, η οποία συ­γκρο­τεί­ται με από­φα­ση του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού. Κατά την πα­ρά­δο­ση συ­ντάσ­σε­ται πρω­τό­κολ­λο, υπο­γε­γραμ­μέ­νο από τον εκ­μι­σθω­τή και τα μέλη της επι­τρο­πής.

Σε πε­ρί­πτω­ση μη συμ­μόρ­φω­σης του μι­σθω­τή προς τις ανω­τέ­ρω υπο­χρε­ώ­σεις εντός της ορι­σθεί­σας προ­θε­σμί­ας, οι εγκα­τα­στά­σεις σφρα­γί­ζο­νται από την αρ­μό­δια Πε­ρι­φε­ρεια­κή Υπη­ρε­σία Του­ρι­σμού.

Οι κτη­ρια­κές ή λοι­πές εγκα­τα­στά­σεις που έχουν ανε­γερ­θεί επί του μι­σθί­ου πε­ριέρ­χο­νται αυ­το­δι­καί­ως και χωρίς απο­ζη­μί­ω­ση στην κυ­ριό­τη­τα του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού μετά τη λύση της μί­σθω­σης.

Άρθρο 15

Μορφή και γλώσ­σα δια­δι­κα­σί­ας

Οι προ­κη­ρύ­ξεις και τα έγ­γρα­φα εν γένει που απαι­τού­νται για τη διε­νέρ­γεια των δια­γω­νι­σμών και τη συμ­με­το­χή σε αυ­τούς, καθώς επί­σης και των λοι­πών δια­δι­κα­σιών της πα­ρού­σας από­φα­σης συ­ντάσ­σο­νται στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα.

Ομοί­ως, στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα συ­ντάσ­σο­νται τα συμ­βα­τι­κά έγ­γρα­φα, καθώς και κάθε άλλο έγ­γρα­φο που αφορά στην εκτέ­λε­ση της σύμ­βα­σης και την επι­κοι­νω­νία του αντι­συμ­βαλ­λο­μέ­νου με το Υπουρ­γείο Του­ρι­σμού.

Η έκ­δο­ση και απο­στο­λή εγ­γρά­φων τρί­των ή των ορ­γά­νων του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού και η διε­ξα­γω­γή δια­γω­νι­στι­κών δια­δι­κα­σιών γε­νι­κώς ή σε με­μο­νω­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις δύ­να­ται να γί­νε­ται με ψη­φια­κά και δια­δι­κτυα­κά μέσα μετά από από­φα­ση του αρ­μό­διου Ορ­γά­νου του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού.

Άρθρο 16

Δια­δι­κα­σία εκτέ­λε­σης

Σε κάθε δια­κή­ρυ­ξη ορί­ζε­ται ότι οι δια­γω­νι­σμοί, οι εγ­γυ­ή­σεις και κάθε άλλη πα­ρε­πό­με­νη συ­ναλ­λα­γή και οι σχε­τι­κές με όλα τα πα­ρα­πά­νω συμ­βά­σεις διέ­πο­νται από το ελ­λη­νι­κό δί­καιο και οι δια­φο­ρές επι­λύ­ο­νται από τα καθ’ ύλην αρ­μό­δια ελ­λη­νι­κά δι­κα­στή­ρια.

Απαι­τή­σεις κατά του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού δύ­να­ται να συμ­ψη­φι­σθούν απο­κλει­στι­κώς εάν ανα­γνω­ρι­σθούν εγ­γρά­φως, με από­φα­ση του αρ­μο­δί­ου ορ­γά­νου, ή προ­κύ­πτουν από τε­λε­σί­δι­κη δι­κα­στι­κή από­φα­ση.

Κάθε κα­ταγ­γε­λία σύμ­βα­σης που έχει συ­να­φθεί βάσει της πα­ρού­σας από­φα­σης, λόγω πα­ρά­βα­σης των όρων της, εξε­τά­ζε­ται και απο­φα­σί­ζε­ται από το αρ­μό­διο απο­φαι­νό­με­νο όρ­γα­νο του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού.

Αλ­λα­γές των όρων της σύμ­βα­σης που συ­νή­φθη κα­τό­πιν δια­γω­νι­σμού, γί­νο­νται με από­φα­ση του αρ­μό­διου ορ­γά­νου του Υπουρ­γεί­ου Του­ρι­σμού Άρθρο 17 Έναρ­ξη Ισχύ­ος Η ισχύς της πα­ρού­σας από­φα­σης αρ­χί­ζει από τη δη­μο­σί­ευ­σή της στην Εφη­με­ρί­δα της Κυ­βέρ­νη­σης.

Η από­φα­ση αυτή να δη­μο­σιευ­θεί στην Εφη­με­ρί­δα της Κυ­βέρ­νη­σης.

Πηγή: money-tourism.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.