ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιππόδαμος – Φλορεστάνο Ντι Φάουστο και η Πολεοδομική Ιστορία της Ρόδου

Νίκος Φαρμακίδης
1 λεπτό ανάγνωση

Η πόλις των Ροδίων βρί­σκε­ται στο ακρω­τή­ριο που το βλέπει ο ήλιος από την ανατολή έως τη δύση και δια­φέ­ρει τόσο πολύ από τις άλλες πόλεις ως προς τις κατα­σκευές των λιμένων, των οδών και των τειχών ώστε δεν υπάρχει άλλη ίδια ή καλ­λί­τερη από αυτήν. Είναι δε θαυ­μα­στή και η ευνομία της καθώς και η επι­μέ­λεια ως προς τα πολι­τειακά και τα ναυτικά. (Στρά­βω­νος Γεω­γρα­φικά. βιβλίο ιδʹ, Κεφά­λαιο 2, παρ. 2.5).

Η πόλις αυτή σχε­διά­στηκε κατά την λογική του μεγάλου φιλό­σο­φου της πολε­ο­δο­μίας, του Ιππό­δα­μου. Ο Ιππό­δα­μος, όπως ο Αρι­στο­τέ­λης και ο Πλά­τω­νας, αντι­με­τώ­πι­ζαν τα προ­βλή­ματα με γνώμονα την αλήθεια, δηλαδή αυτό που είναι αναλ­λοί­ωτο, αιώνιο. Κατά την φιλο­σο­φία του, ο σχε­δια­σμός της πόλις δια­χει­ρί­ζο­νταν τις σχέσεις των ανθρώ­πων στην Κοι­νω­νία και τη σχέση της Κοι­νω­νίας με το Περι­βάλ­λον, γιατί μόνον αυτές είναι αλη­θι­νές και μόνον αυτές συγκρο­τούν την πολι­τεία. Το απο­τέ­λε­σμα μπορεί να είναι η κατα­σκευή των δρόμων, των σπιτιών και όλων των χρή­σι­μων στη κοι­νω­νία μέσων, δεν είναι όμως αυτο­σκο­πός. Πρέπει να σημειω­θεί ότι η Ιππο­δά­μεια φιλο­σο­φία ήταν περισ­σό­τερο πρα­κτική ως προς την πολε­ο­δο­μία από τις άλλες, όπως του Πλάτωνα και του Αρι­στο­τέλη.

Η Ρόδος λοιπόν, σχε­δια­σμένη κατ’ αυτά τα πρότυπα ήταν ευνο­μού­μενη, όσο καμιά άλλη στον ελλη­νικό χώρο! Ήταν επίσης και θαλασ­σο­κρά­τειρα, αφού κατέχει τον πυρήνα των θαλάσ­σιων δρόμων του κόσμου. Η σχέση λοιπόν της θάλασ­σας με την πόλη ήταν και αυτός ένας από τους βασι­κό­τε­ρους παρά­γο­ντες του σχε­δια­σμού της.

Αυτή η πόλη έζησε για δεκάδες αιώνες μέχρι που η Βυζα­ντινή Αυτο­κρα­το­ρία άρχισε να φθίνει. Τότε ενέ­σκη­ψαν διά­φο­ροι κατα­κτη­τές, που την μετέ­τρε­ψαν σε πει­ρα­τικό ορμη­τή­ριο, αφού ήταν το ανα­γκα­στικό πέρασμα όλου του παγκό­σμιου πλούτου. Άραβες, Βενε­τσιά­νοι, Γενο­βέ­ζοι και οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη. Η πολι­τεία της Ρόδου συρ­ρι­κνώ­θηκε και εξυ­πη­ρε­τούσε μόνο ένα «Άντρο», από το οποίο εξορ­μού­σαν τα πει­ρα­τικά καράβια και στο οποίο φύλασ­σαν τους θησαυ­ρούς που απο­κό­μι­ζαν, το Κολ­λά­κιο. Η τελειω­τική στιγμή των υπο­λειμ­μά­των της πόλης ήρθε με την κατά­κτηση των Οθω­μα­νών. Μια Αυτο­κρα­το­ρία που την κυριαρ­χούσε η «νομα­δική» κοι­νω­νία των Τούρκων – Μου­σουλ­μά­νων. Έτσι η εγκα­τά­λειψη για 390 χρόνια οδήγησε τη μονα­δική στο ελλη­νικό κόσμο πόλη σε πλήρη υπο­βάθ­μιση. Τα λιμάνια της είχαν μπα­ζω­θεί και κατοι­κείτο από δια­φό­ρων φυλών ανθρώ­πους, που παρόλο την ειρη­νική τους συνύ­παρξη δεν είχαν καμιά πολι­τι­στική συγ­γέ­νεια. Έγινε πια μια πόλις χωρίς συνοχή και πολι­τι­σμό.

Τη συνέ­χεια την έδωσαν οι Ιταλοί, που κατά­λα­βαν την πόλη το 1912 και που από το 1920 άρχισαν να παρεμ­βαί­νουν στην υπέροχη αυτή πολι­τεία με τη νέα τους νοο­τρο­πία. Τη Φεου­δαρ­χική – Ηγε­μο­νική νοο­τρο­πία που επέ­βα­λαν στην Ιταλική Χερ­σό­νησο οι ημι­βάρ­βα­ροι βόρειοι Ευρω­παίοι. Το 1912 έγραφαν χαρα­κτη­ρι­στικά στις εφη­με­ρί­δες τους, πως είχαν εγκα­τα­στα­θεί στην πλώρη ενός πλοίου που θα τους οδη­γούσε στην Ανατολή. Δεν μπο­ρού­σαν να κατα­λά­βουν ότι καθό­ντου­σαν πάνω σε ένα θησαυρό, αφού η αποι­κιο­κρα­τική τους νοο­τρο­πία τους υπα­γό­ρευε μόνο να κατα­κτούν χώρες και λαούς και να τους μετα­τρέ­πουν κατ’ εικόνα και ομοίωση τους κατα­στρέ­φο­ντας μακραί­ω­νους πολι­τι­σμούς με τη δύναμη των όπλων τους.

Πιστεύ­ο­ντας λοιπόν οι Ιταλοί ότι έπρεπε να δημιουρ­γή­σουν ένα «Διοι­κη­τή­ριο», που θα δια­χει­ρί­ζο­νταν τα πράγ­ματα του ευρύ­τε­ρου χώρου της ανα­το­λι­κής Μεσο­γείου, σχε­δί­α­σαν μια πόλη στα μέτρα τους. Ο Σχε­δια­σμός αυτός δεν είχε στόχο τις σχέσεις των ανθρώ­πων αλλά τα συμ­φέ­ρο­ντα των κατα­κτη­τών. Πρώτα από όλα έπρεπε να νομι­μο­ποι­η­θεί η κυριαρ­χία τους. Εφηύραν έτσι τη Ιταλική «Μεσαιω­νική Πόλη», παρόλο που ήταν κατα­σκεύ­α­σμα των Ιπποτών, δηλαδή μιας πολυ­ε­θνι­κής εται­ρείας. Ενώ για τους Ιταλούς ήταν μια συνέ­χεια των Βενε­τσιά­νων και των Γενο­βέ­ζων γι’ αυτό με τις παρεμ­βά­σεις τους θα την εξι­τα­λι­κεύ­σουν. Θα μετα­γράψω εξ ολο­κλή­ρου το κείμενο με το οποίο παρου­σί­ασε τον σχε­δια­σμό του ο πολε­ο­δό­μος της Ρόδου Φλο­ρε­στάνο ντι Φάουστο το 1926 για να κατα­νο­ή­σουμε πλήρως την προ­σπά­θειά τους.

«Κλει­σμένη μεταξύ δύο σειρών απόρ­θη­των τάφρων και τειχών, η αρχαία πόλη, μεγάλη και επι­βλη­τική εξω­τε­ρικά και εσω­τε­ρικά μια όαση γαλήνης δημιουρ­γεί ένα αόριστο συναί­σθημα από την εναλ­λαγή των πολύ­τι­μων ιππο­τι­κών κτιρίων και των κλει­στών μου­σουλ­μα­νι­κών σπιτιών, γραφική με το λαβύ­ρινθο των πλα­κό­στρω­των σοκα­κιών και με φόντο τους κήπους, τους τρούλ­λους και τους μινα­ρέ­δες.

Κατοι­κεί­ται στη πάνω μεριά απο­κλει­στικά από Τούρ­κους, που μερικές ώρες παίρνει την εμφά­νιση μιας πόλης που είναι από καιρό κενή και εγκα­τα­λε­λειμ­μένη. Και εδώ είναι βασικά η γοητεία της που ως περι­βάλ­λον τη καθιστά, με τη δια­τή­ρηση της ως ένα από τα πιο θαυ­μά­σια και περί­εργα πράγ­ματα.

Κέντρο του Πολε­ο­δο­μι­κού Σχεδίου, ο όγκος της τει­χι­σμέ­νης πόλης παρεμ­βάλ­λε­ται μεταξύ της νέας πόλης και των μελ­λο­ντι­κών βιο­μη­χα­νι­κών περιο­χών. Ως εκ τούτου, δημιουρ­γεί­ται η  ανάγκη να δια­σχί­ζε­ται για να συν­δε­θούν χωρίς να δια­τα­ράσ­σε­ται η αρμο­νική απο­μό­νωση του αρχαίου και κλει­στού κεντρι­κού πυρήνα. Απο­φά­σισα λοιπόν να τον αφήσω άθικτο, δεν έχουν προ­βλε­φθεί παρά μόνο έργα ανα­κα­τα­σκευής και απο­κα­τά­στα­σης, καθώς και προ­σθή­κες και απο­κα­τα­στά­σεις αρχι­τε­κτο­νι­κού χαρα­κτήρα, έτσι ώστε να δημιουρ­γη­θούν νέα στοι­χεία ομορ­φιάς στο μονα­δικό υπάρχον σύνολο.

Ο κεντρι­κός πυρήνας δεν θα έχει άμεση επαφή με τις εξω­τε­ρι­κές παρεμ­βά­σεις. Δεδο­μέ­νου ότι μετά από τα τείχη μια περι­με­τρική ζώνη προ­στα­σίας: που είναι η πόλη των μου­σουλ­μα­νι­κών νεκρο­τα­φείων στην οποία εκατό χιλιά­δες πεσό­ντες στις επα­νει­λημ­μέ­νες και επί­μο­νες επι­θέ­σεις στην ιππο­τική πόλη, μαρ­τυ­ρούν την ιδιο­φυία και τον ηρωισμό των λιγο­στών υπε­ρα­σπι­στών και το πάθος των απίστων, για τη κατά­κτηση του προ­πύρ­γιου του χρι­στια­νι­σμού.

Ένας μεγάλος περι­φε­ρεια­κός δρόμος οριο­θε­τεί αυτό το μνη­μειακό χώρο των νεκρο­τα­φείων και ενώνει τις περι­φε­ρεια­κές συνοι­κίες του Αγίου Γεωρ­γίου, της Αγ. Ανα­στα­σίας και των Αγίων Αναρ­γύ­ρων μέχρι την περιοχή των νέων νεκρο­τα­φείων δίπλα στον τομέα που προ­ο­ρί­ζε­ται για τη βιο­μη­χα­νική ανά­πτυξη.

Φαντα­στείτε την τερά­στια οχυ­ρω­μένη πόλη, πολυ­γω­νι­κού σχή­μα­τος, κλει­σμένη από μια πλευρά που βλέπει προς τη θάλασσα και από τις άλλες πλευρές που τοπο­θε­τού­νται και συμπλη­ρώ­νο­νται από τις γύρω περιο­χές της ανά­πτυ­ξης, της περιο­χής που ξεκινά από την βιο­μη­χα­νική, ανε­βαί­νει στο λόφο, συν­δέ­ο­ντας τους διά­σπαρ­τους πυρήνες των προ­α­στίων και ακο­λου­θώ­ντας πάντα την περί­με­τρο του κεντρι­κού πυρήνα υπο­βι­βά­ζε­ται στην περιοχή του Νεο­χω­ρίου για να συν­δε­θεί με τη σύγ­χρονη πόλη στην οποία το σύνολο βρίσκει το πιο ζωντανό και εκφρα­στικό απο­τέ­λε­σμα.

Η περιοχή του Νεο­χω­ρίου είναι από τις πιο χαρα­κτη­ρι­στι­κές για το λαβύ­ρινθο των στενών και περί­πλο­κων οδών ανάμεσα στα μικρά λευκά σπίτια που κλεί­νουν με τους ψηλούς εξω­τε­ρι­κούς τοίχους καμα­ρο­σκέ­πα­στες βερά­ντες – κήπους. Ως εκ τούτου, προ­έ­βλεψα στη γει­το­νιά αυτή νέους εξω­τε­ρι­κούς δρόμους, μερικοί από τους οποίους οδηγούν στα σημεία μεγα­λύ­τε­ρης κυκλο­φο­ρίας. Προ­στα­τεύ­ο­ντας έτσι τις μονάδες, η περιοχή Νεοχώρι θα εντα­χθεί χωρίς δια­τα­ρα­χές στη διπλανή σύγ­χρονη πόλη, που η προ­φα­νής αντί­θεση θα ανα­δεί­ξει τη διαφορά, της νέας δύναμης που η Ιταλία θέλει να επι­βά­λει σε αυτή την αρχαία και πολύ πρό­σφατη κατά­κτησή της».

Έτσι από «Ελλη­νική Πόλη» φτάσαμε σε μια πόλη που δεν είχε καμιά Κοι­νω­νική και Πολε­ο­δο­μική συνοχή. Μετά την Ενσω­μά­τωση επι­πλέον, οι πολε­ο­δο­μι­κές επι­βο­λές του νέο – φεου­δαρ­χι­κού Ελλη­νι­κού Κράτους των Αθηνών, την κατά­ντη­σαν αφι­λό­ξενη και ανά­γκα­σαν τους κατοί­κους της σε ομαδική έξοδο. Έτσι τα τελευ­ταία χρόνια εξ ανάγκης υπο­κα­τα­στά­θη­καν οι γει­το­νιές με περιο­χές συνεύ­ρε­σης σε καφε­τέ­ριες. Οι αλλο­πρό­σαλ­λες αυξή­σεις της δόμησης μετέ­τρε­ψαν την πόλη σε πεδίο εκμε­τάλ­λευ­σης, όπου ο κάτοι­κος όχι μόνο δεν μπορεί να δια­βιώ­σει αλλά ούτε είναι δυνατό και να περ­πα­τή­σει.

Η πλέον ευνο­μού­μενη πόλη των Ελλήνων, έγινε πεδίο επεν­δυ­τών και οι άρχο­ντές της δεν μπορούν να κατα­νο­ή­σουν πλέον ότι δεν διοι­κούν μια πόλη αλλά παρα­κο­λου­θούν τα τεκται­νό­μενα. Τώρα μάλιστα που γίνεται και ο λεγό­με­νος χωρο­τα­ξι­κός σχε­δια­σμός, με χρήματα που θα πρέπει να εκτα­μιευ­θούν μέχρι το τέλος του 2026 και ως εκ τούτου στο «άρπα – κόλλα», γιατί θα πρέπει να ολο­κλη­ρω­θεί ο σχε­δια­σμός μέχρι το τέλος του 2025, η κατά­σταση θα φτάσει στο απρο­χώ­ρητο. Θα εγκλω­βί­σουν τους πολίτες σε μια ατέρ­μονη δια­δι­κα­σία (πολε­ο­δο­μι­κές μελέτες, μελέτες εφαρ­μο­γής, κτη­μα­το­λό­για, υπο­δο­μές χωρίς πόρους κλπ). Είναι λοιπόν ανα­πό­φευ­κτο το ότι η πόλη της Ρόδου οδη­γεί­ται σε κατα­στά­σεις χει­ρό­τε­ρες από τις εποχές των κατα­κτη­τών!!!

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.