ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Με έχει στιγματίσει η μετανάστευση, όχι, όμως, απαραίτητα αρνητικά»

news room 8 λεπτά ανάγνωση
ΕΛΕΝΑ ΑΡΤΖΑΝΙΔΟΥ

Η Έλενα Αρτζα­νί­δου γεν­νή­θηκε στη Waldsassen της Γερ­μα­νίας. Στα εννιά της χρόνια, η παρα­μονή της στην Ελλάδα ορι­στι­κο­ποι­ή­θηκε στο Μαυ­ρο­νέρι του νομού Κιλκίς και αργό­τερα στη Θεσ­σα­λο­νίκη. Είναι πτυ­χιού­χος της Σχολής Νηπια­γω­γών Καρ­δί­τσας καθώς και του Παι­δα­γω­γι­κού Τμή­μα­τος Νηπια­γω­γών του Α.Π.Θ. και το 1987 ξεκί­νησε από τη Ρόδο την πορεία της ως εκπαι­δευ­τι­κού.

Από το 1996 ασχο­λεί­ται με τη συγ­γραφή παι­δι­κών βιβλίων. Στο βιβλίο της “Ένα ζευγάρι κόκκινα αθλη­τικά παπού­τσια” που κυκλο­φό­ρησε το 2003, ο κεντρι­κός ήρωας είναι Ρόδιος και ένα μεγάλο μέρος της ιστο­ρίας εκτυ­λίσ­σε­ται στο νησί. Το βιβλίο ανήκει στα best seller της εποχής, και το δεύτερό του μέρος, «Τα Κόκκινα Χρυσά Παπού­τσια» πραγ­μα­τευό­ταν την εξέλιξη και ενη­λι­κί­ωση του ήρωα. Οι δύο ιστο­ρίες δια­σκευά­στη­καν από το Αρι­στο­τέ­λειο Κολέγιο Θεσ­σα­λο­νί­κης και παρου­σιά­στη­καν στο Θέατρο Κήπου Θεσ­σα­λο­νί­κης το 2004.

Σε συνέ­ντευξη της στη «δ», η Έλενα Αρτζα­νί­δου μιλά για την πορεία της στον χώρο της εκπαί­δευ­σης και τον συναρ­πα­στικό κόσμο του παιδικού-εφηβικού βιβλίου.

• Η Ρόδος ήταν η αφε­τη­ρία σας στο χώρο της εκπαί­δευ­σης. Ποιες είναι οι σχέσεις σας σήμερα με το νησί;

Στη Ρόδο ήρθα για πρώτη φορά το 1987 ως νεο­διό­ρι­στη νηπια­γω­γός και έμεινα μέχρι το 1991. Εδώ έδωσα τον όρκο να προ­σφέρω τα μέγιστα στην εκπαί­δευση, ψυχή τε και σώματι. Τοπο­θε­τή­θηκα αρχικά στο νηπια­γω­γείο Μασάρων, στη συνέ­χεια στα Μαριτσά και στο τέλος στο 17ο νηπια­γω­γείο στην πόλη, που σήμερα δεν υπάρχει.

Και να που μετά από πολλά χρόνια, συντα­ξιο­δο­τή­θηκα και κλείνω αυτό το μεγάλο κύκλο στην εκπαί­δευση με ένα ταξίδι στη Ρόδο. Βέβαια μέχρι το 2014 επι­σκε­πτό­μουν κάθε καλο­καίρι ανελ­λι­πώς το νησί επί 40 ημέρες, συνα­ντούσα φίλους και γνω­στούς με τους οποίους ακόμη διατηρώ επαφές.

• Ποια είναι η άποψή σας για το χώρο της εκπαί­δευ­σης σήμερα στην Ελλάδα, και ιδιαί­τερα στις μέρες μας που είδαμε τη δια­δι­κτυακή διδα­σκα­λία να αυξά­νε­ται με γρή­γο­ρους ρυθμούς;

Έγινε δυνα­μικά η εκκί­νηση μου στο χώρο της εκπαί­δευ­σης. Πολλά άλλαξαν από τότε. κατά την προ­σω­πική μου άποψη, μέχρι και το 1997 η εκπαί­δευση βρι­σκό­ταν στο καλύ­τερο σημείο που έχει φθάσει ποτέ. Όχι ότι απα­ξιώνω το σήμερα. Πιστεύω απλώς ότι ο εκπαι­δευ­τι­κός έχει κατα­λή­ξει να επι­τε­λεί έναν πιο διεκπεραιωτικό- διοι­κη­τικό ρόλο.

Ορκι­στή­καμε ως εκπαι­δευ­τι­κοί να μας απα­σχο­λεί η παιδεία, η καλ­λιέρ­γεια και η κοι­νω­νι­κο­συ­ναι­σθη­μα­τική ανά­πτυξη του παιδιού. Ενώ όμως έχουμε αυτή την απο­στολή, το σύστημα ανα­γκά­ζει τον εκπαι­δευ­τικό και ειδικά το νηπια­γωγό, να ασχο­λεί­ται περισ­σό­τερο με διοι­κη­τι­κής φύσεως ζητή­ματα, πράγμα ανε­πί­τρε­πτο και άδικο.

Και είναι άδικο καθώς δια­χρο­νικά, όσο δύσκο­λες και πιε­στι­κές και αν είναι οι συν­θή­κες, ο εκπαι­δευ­τι­κός έχει απο­δεί­ξει ότι μπορεί να σταθεί στο ύψος των περι­στά­σεων, του­λά­χι­στον στο μεγα­λύ­τερο ποσοστό.

Πάντα οι εκπαι­δευ­τι­κοί κατέ­θε­ταν την ψυχή τους. Σήμερα-λόγω της πανδημίας-το εκπαι­δευ­τικό έργο είναι ακόμη πιο δύσκολο. Το να ασχο­λη­θεί κανείς με την ψυχούλα των παιδιών, να εξη­γή­σει πώς θα προ­στα­τευ­θούμε από τον ιό, πώς θα ελι­χθούμε μέσα σε όλη αυτή την πρω­τό­γνωρη κατά­σταση, απο­τε­λεί μεγάλη πρό­κληση.

Η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση όλων είναι όμως η τηλεκ­παί­δευση. Και πράγ­ματι οι εκπαι­δευ­τι­κοί όλων των βαθ­μί­δων αλλά και τα παιδιά αντα­πο­κρί­θη­καν όσο καλύ­τερα μπο­ρού­σαν σε αυτή την άγνωστη μέχρι πρό­τι­νος μέθοδο διδα­σκα­λίας.

Όμως τελικά η τηλεκ­παί­δευση δεν εξυ­πη­ρε­τεί παρά μόνο μαθη­σια­κές ανάγκες. Η κοι­νω­νι­κο­συ­ναι­σθη­μα­τική ανά­πτυξη των παιδιών δεν μπορεί να επι­τευ­χθεί μέσω της όποιας ηλε­κτρο­νι­κής πλατ­φόρ­μας.

Εύχομαι με υγεία και δύναμη να πορευ­τούν γονείς, μαθητές και εκπαι­δευ­τι­κοί αυτή τη χρονιά, χωρίς να χρεια­στεί να απο­μα­κρυν­θούν τα παιδιά από το σχολικό περι­βάλ­λον ούτε μία στιγμή. Να αγκα­λιά­σουν ο ένας τον άλλο. Σίγουρα λάθη γίνο­νται κα θα γίνουν… Απαι­τεί­ται όμως αλλη­λο­κα­τα­νό­ηση. Μπορεί εύκολα να στο­χο­ποιούμε τον καθένα, όμως κανείς δεν μπορεί να γνω­ρί­ζει τα προ­βλή­ματα εκ των έσω.

• Ανήκετε στους κατα­ξιω­μέ­νους συγ­γρα­φείς παιδικού-εφηβικού βιβλίου. Πώς προ­έ­κυψε αυτή σας η ενα­σχό­ληση;

Παράλ­ληλα με την εκπαί­δευση, ξεκί­νησε η πορεία μου ως συγ­γρα­φέας. Δεν ανήκω σε αυτούς που από παιδιά έλεγαν ότι θα γίνουν συγ­γρα­φείς. Και πώς να το έλεγα άλλωστε…

Έχοντας γεν­νη­θεί και μεγα­λώ­σει στο εξω­τε­ρικό και έχοντας φοι­τή­σει σε σχολείο μητρι­κής, είχα κάποια τραύ­ματα με την ελλη­νική γλώσσα. Πάλεψα πολύ να βελ­τιώσω τα ελλη­νικά μου. Ποτέ δεν είχα ονει­ρευ­τεί ότι θέλω να γίνω συγ­γρα­φέας.

Όταν επέ­στρεψα στην Ελλάδα απο­μο­νω­νό­μουν πολύ στη βεράντα της πίσω αυλής του πατρι­κού μου στο Μαυ­ρο­νέρι του Κιλκίς και έπλαθα ιστο­ρίες. Ήταν μία συνή­θεια που με γαλή­νευε… Δεν απο­τύ­πωνα ποτέ τις σκέψεις μου στο χαρτί. Σε κάποια έγραψα μία ιστορία νομί­ζο­ντας ότι θα σκαρώσω ένα μικρό έργο για το θεα­τρικό παι­χνίδι στην τάξη.

Τελικά αυτή η ιστορία έφτασε να εκδοθεί το 1997 με τον τίτλο “Φιλα­ρέτη και Πάτης”. Και όταν η Έλενα Πατάκη μου είπε ότι περι­μέ­νει το επόμενο βιβλίο μου ταρά­χτηκα, ένιωσα πώς ήταν αδύνατο. Το πρώτο το έγραψα μηχα­νικά… Είχα την ιστορία μέσα στο μυαλό μου… Τελικά όμως όταν μπαί­νεις στο χορό μαθαί­νεις να χορεύ­εις.

• Ποι­κί­λουν τα θέματα και τα είδη των βιβλίων που έχετε παρου­σιά­σει μέχρι σήμερα. Από πού αντλείτε έμπνευση και ποια είναι τα βασικά μηνύ­ματα που θέλετε να περά­σετε μέσα από τα βιβλία σας στους νεαρούς ανα­γνώ­στες;

Μετά από 25 χρόνια εμπει­ρίας, μπορώ να πω ότι παρα­τηρώ τα πάντα συνει­δητά και ακούω πολύ. Αυτό νομίζω πως συμ­βαί­νει με κάθε συγ­γρα­φέα. Παίρ­νεις ερε­θί­σματα από όσα συμ­βαί­νουν γύρω σου. Πολλά πράγ­ματα είναι αχρεί­α­στα. Όμως κάθε έντονο συναί­σθημα είναι πάντα εκεί, έτοιμο να εκφρα­στεί. Έχω ασχο­λη­θεί με πολλά είδη, με το παιδικό, το πολύ παιδικό, το εφηβικό προ­ε­φη­βικό βιβλίο και έχω γράψει επίσης τρία βιβλία ενη­λί­κων…

Εκείνο που με απα­σχο­λεί πάντα και θέλω να φωτίζω και να ανα­δει­κνύω, είναι οι αξίες φιλίας οικο­γέ­νειας, ενσυ­ναί­σθη­σης όπως και η μεγάλη αγάπη που τρέφω από παιδί για το περι­βάλ­λον.

Πολλές φορές δεν χρειά­ζε­ται να κάνεις μεγάλες πράξεις. Ακόμη και οι μικρές χει­ρο­νο­μίες έχουν αξία, το να μη πετάς το σκου­πίδι σου κάτω είναι το πρώτο μικρό και συνάμα το πιο μεγάλο γεγονός.

Το να καθα­ρί­ζεις το πεζο­δρό­μιο μπροστά από το κατώφλι του σπιτιού σου και να μη περι­μέ­νεις από το δήμο, είναι μία άλλη μεγάλη τομή…

Αυτά τα μηνύ­ματα θέλω να περάσω στα παιδιά. Από τη γέννησή τους μέχρι και τα 10 τους είναι τα καθο­ρι­στικά χρόνια για να τους εμπνεύ­σεις αξίες, να αγα­πή­σουν τον εαυτό τους, να σέβο­νται το συνάν­θρωπο και το περι­βάλ­λον στο οποίο ζουν.

• Προ­τα­θή­κατε στη Βραχεία Λίστα Εφη­βι­κού Βιβλίου από τον Κύκλο Παι­δι­κού Ελλη­νι­κού Βιβλίου, το 2020 με το βιβλίο σας «Η Ξένη στο Ρήνο». Μιλήστε μας για την ιστορία πίσω από το βιβλίο αυτό…

Από το 2012 έως το 2019 επι­σκε­πτό­μουν ανελ­λι­πώς τα ελλη­νικά σχολεία στη Γερ­μα­νία καλε­σμένη συλ­λό­γων, φορέων ή φίλων για να παρου­σιάσω τα βιβλία μου, να συνο­μι­λήσω με τα παιδιά και τους γονείς τους.

Έχω βρεθεί σε πάρα πολλές πόλεις, στο Ντόρ­τμουντ, στη Φραν­κφούρτη, στο Ντί­σελ­ντορφ, στη Στουτ­γάρδη, στο Βού­περ­ταλ… Την περίοδο μεταξύ του 2014 και του 2017 άρχισαν να εμφα­νί­ζο­νται οι νέοι Έλληνες μετα­νά­στες… με τα παιδιά τους τα οποία με πλη­σί­α­ζαν και με ρωτού­σαν γιατί έπρεπε να έρθουν και να ζήσουν σε μία ξένη χώρα. Αυτό το γιατί, η απορία των παιδιών γιατί έπρεπε να βρί­σκο­νται μακριά από τους φίλους και την πατρίδα τους και τα μάτια να γυα­λί­ζουν από το δάκρυ, με συγκλό­νι­ζαν.

Το πιο δυνατό «γιατί» το άκουσα στο Βερο­λίνο το 2019 στο ελλη­νο­γερ­μα­νικό σχολείο. Στο τέλος της παρου­σί­α­σης ήρθε η 11χρονη Έλενα από τη Θεσ­σα­λο­νίκη που μόλις είχε μετα­κο­μί­σει στη Γερ­μα­νία… Μου είπε ότι δεν ήθελε να ζει εκεί… Αυτά τα γιατί άρχισαν να με γρα­τζου­νάνε τις δικές μου χορδές, αφού κι εμένα ως παιδί με απα­σχο­λού­σαν αντί­στοιχα ερω­τή­ματα…

Μετά το Βερο­λίνο επι­σκέ­φθηκα το Ντί­σελ­ντορφ και έμεινα σε ένα ξενο­δο­χείο δίπλα στον ποταμό Ρήνο. Εκεί κάτι μαγικό συνέβη. Ένιωσα ότι βλέπω την ηρωίδα της ιστο­ρίας που γεν­νή­θηκε στο μυαλό μου. Περ­πα­τούσα κάτω στον ποταμό και την πρώτη σελίδα του βιβλίου την έγραψα εκεί…

Μέσα από την Ξένη θέλησα να πω πώς όπου και αν βρί­σκε­σαι, ποτέ δεν απο­κό­πτε­σαι από τη ρίζα σου, την πατρίδα είτε την οικο­γέ­νεια σου. Φτάνει μόνο να συντη­ρείς τη ρίζα αυτή, να τη φρο­ντί­ζεις. Αυτό το μήνυμα θέλησα να περάσω με το συγκε­κρι­μένο βιβλίο

Με έχει στιγ­μα­τί­σει η μετα­νά­στευση, όχι απα­ραί­τητα αρνη­τικά. Θα έλεγα πώς είναι ευλογία… Μπορώ να χαρώ με τον κάθε Έλληνα του εξω­τε­ρι­κού που δια­πρέ­πει, γνω­ρί­ζο­ντας πολύ καλά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο. Η ζωή στην ξενιτιά δεν είναι εύκολη ούτε για το μεγα­λύ­τερο επι­στή­μονα. Καθένας έχει κατα­βά­λει μεγάλες προ­σπά­θειες για να φτάσει εκεί που έχει φτάσει.

• Το βιβλίο σας Gastarbeiter-Η οδυνηρή φυγή, ένα από τα τρία μυθι­στο­ρή­ματα ενη­λί­κων που έχετε γράψει, δημιουρ­γή­θηκε από την ανάγκη σας να διη­γη­θείτε τα προ­σω­πικά σας βιώματα γύρω από τη μετα­νά­στευση;

Το Γκάσταρμπάιτερ-Η οδυνηρή φυγή εκδό­θηκε το 2012, το οποίο είχα ξεκι­νή­σει να γράφω πολύ νωρί­τερα και ολο­κλή­ρωσα στη Ρόδο στο Διεθνές Κέντρο Συγ­γρα­φέων και Μετα­να­στών όπου έμεινα έξι καλο­καί­ρια και με την ευκαι­ρία θέλω να εκφράσω τις ευχα­ρι­στίες μου για τη φιλο­ξε­νία.

Όταν λοιπόν έγραφα το βιβλίο, είχα την τύχη να βρί­σκε­ται ακόμη στη ζωή ο πατέρας μου από τον οποίο ζήτησα να μου γράψει κάποιες εμπει­ρίες του από τη ζωή στη Γερ­μα­νία. Εγώ έβλεπα τα πράγ­ματα από τη σκοπιά του παιδιού και με βοή­θη­σαν οι συζη­τή­σεις με τους γονείς και οι περι­γρα­φές να κατα­νο­ήσω καλύ­τερα όλα όσα βίωσαν όσοι ξερι­ζώ­θη­καν τότε από την πατρίδα ανα­ζη­τώ­ντας καλύ­τερη τύχη στα ξένα. Χρειά­στηκε να κάνω και έρευνα για τα γεγο­νότα που δια­δρα­μα­τι­ζό­ταν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα, καθώς θέλησα να γράψω την αληθινή ιστορία των Ελλήνων που από το ‘60 μέχρι το ‘74 μετα­νά­στευ­σαν στη Γερ­μα­νία και να ανα­δείξω ταυ­τό­χρονα όσα δια­δρα­μα­τί­ζο­νταν τότε στην πατρίδα.

Μέσα λοιπόν από αυτό το βιβλίο με ανα­κά­λυψε η Κωστούλα Τωμα­δάκη κατα­ξιω­μένη σκη­νο­θέ­τιδα και συγ­γρα­φέας που έχει γυρίσει το ντο­κι­μα­ντέρ «Η μητέρα του σταθμού» το οποίο παρου­σιά­ζει τις ιστο­ρίες γυναι­κών γύρω από τη μετα­νά­στευση το ΄60 και το ΄70 στη Γερ­μα­νία και είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή να συμ­με­τέχω σε αυτό.

• Γνωρίζω πώς πάντα έχετε κάτι νέο στα σκαριά… Τι και­νού­ριο να περι­μέ­νουμε;

Από ένα ξένο ντο­κι­μα­ντέρ που έτυχε να παρα­κο­λου­θήσω στην ΕΡΤ, προ­έ­κυψε μία ιδέα που μετα­τρά­πηκε σε βιβλίο και θα κυκλο­φο­ρή­σει από τις εκδό­σεις Ψυχο­γιός τον χειμώνα. Θα είναι ένα νέο είδος βιβλίου, το οποίο πιστεύω ότι θα συζη­τη­θεί. Δεν μπορώ όμως να απο­κα­λύψω περισ­σό­τερα.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.