ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οι φωτογράφοι του Reuters επιλέγουν τις καλύτερες φωτογραφίες του 2017

news room 18 λεπτά ανάγνωση
90

Οι φωτο­γρά­φοι του Reuters ήταν παρό­ντες στα μεγα­λύ­τερα γεγο­νότα που δια­δρα­μα­τί­στη­καν το 2017 και παρου­σιά­ζουν μία συλλογή με τις καλύ­τε­ρες φωτο­γρα­φίες που τρά­βη­ξαν μέσα στο έτος. Είναι η ευκαι­ρία τους να αφη­γη­θούν την ιστορία που κρύβει κάθε φωτο­γρα­φία αλλά και τη δική τους για το πώς τις τρά­βη­ξαν. Μέσα από αυτές, όμως, θέτουν και το ερώτημα κατά πόσο σε στιγμές κρίσης, θα πρέπει να κάνουν την δουλειά τους και να απα­θα­να­τί­ζουν την στιγμή ή θα πρέπει να σπεύ­δουν για βοήθεια.


Toby Melville: «Περ­πα­τούσα στο νοτιο­α­να­το­λικό άκρο της Γέφυρας του Γου­έ­στμιν­στερ, τρα­βώ­ντας φωτο­γρα­φίες για το Brexit. Είδα με την άκρη του ματιού μου, μία μεγάλη σκο­τεινή φιγούρα περίπου 3-5 μέτρα να πέφτει πάνω στο στηθαίο και να χτυπά στο έδαφος περίπου δέκα μέτρα πιο κάτω. Κάλεσα αμέσως ασθε­νο­φόρο και έτρεξα μέχρι το κοντι­νό­τερο νοσο­κο­μείο του St Thomas’s για βοήθεια.

Αρχικά νόμιζα ότι ήταν ένα τρομερό αλλά ωστόσο μεμο­νω­μένο ατύχημα. Όμως ενώ μιλούσα στο τηλέ­φωνο, είδα μερι­κούς ακόμη ανθρώ­πους να κεί­το­νται στο πεζο­δρό­μιο ανάμεσα στα συντρίμ­μια, καλυμ­μέ­νοι στο αίμα και έχοντας χάσει τις αισθή­σεις τους. Υπήρχαν κι άλλοι δια­σκορ­πι­σμέ­νοι κατά μήκος της γέφυρας και του πεζο­δρο­μίου, τραυ­μα­τι­σμέ­νοι σε δια­φο­ρε­τικά σημεία. Συνει­δη­το­ποί­ησα ότι δεν επρό­κειτο για ατύχημα, αλλά για κάτι προ­με­λε­τη­μένο. Όταν έφτασαν οι δια­σώ­στες στο σημείο, άρχισα κι εγώ να τραβάω φωτο­γρα­φίες.

Δεν γνώριζα αν υπήρχε ακόμα κίν­δυ­νος. Δεν γνώριζα ότι ένα αυτο­κί­νητο είχε χτυ­πή­σει σκόπιμα αυτούς τους ανθρώ­πους. Δεν είχα ακούσει τις κραυγές, τον έντονο θόρυβο του κινη­τήρα ή τους πυρο­βο­λι­σμούς της αστυ­νο­μίας που άνοιξε πυρ κατά του δράστη της επί­θε­σης, Khalid Masood και τον σκότωσε. Νόμιζα ότι κάποιος τους πυρο­βό­λησε και ο δράστης κυκλο­φο­ρούσε ακόμα ελεύ­θε­ρος. Όταν έφτασε η αστυ­νο­μία άρχισα να αρχειο­θετώ τις φωτο­γρα­φίες που είχα τρα­βή­ξει και έστειλα τις περισ­σό­τε­ρες λήψεις στο γραφείο για να τις επε­ξερ­γα­στεί και να επι­λέ­ξει. Εκεί, ανα­ρω­τιό­μουν αν θα έπρεπε να τις δημο­σιεύσω, καθώς επρό­κειτο για σκληρές εικόνες.

Μια εβδο­μάδα μετά, ξανα­πήγα στην γέφυρα και κατά κάποιον τρόπο όλα ήταν πάλι φυσιο­λο­γικά. Όμως η εικόνα του πρώτου θύματος να σωριά­ζε­ται και ο ήχος που έκανε, καθώς χτύπησε το πεζο­δρό­μιο, εξα­κο­λου­θεί να γυρνάει στο μυαλό μου. Υπεν­θύ­μισα, όμως, στον εαυτό μου ότι ήμουν τυχερός, καθώς μόλις ένα λεπτό πριν την επίθεση περ­πα­τούσα σε αυτή την γέφυρα, ενώ άλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί».


Jonathan Bachman: Ήταν η πρώτη μέρα που κάλυπτα τον τυφώνα Χάρβεϊ και μόλις είχα φτάσει στη γει­το­νιά Beaumont Place του Χιού­στον, όταν συνά­ντησα ανθρώ­πους, που προ­σπα­θού­σαν να σωθούν από το νερό. Όπως φαί­νε­ται στην εικόνα περ­πα­τού­σαν κόντρα στο ρεύμα και προ­σπα­θού­σαν να βρουν ένα ασφαλές μέρος.

Στην αρχή, ήμουν με ένα ζευγάρι από τη Λουι­ζιάνα μέσα σε μία βάρκα προ­σπα­θώ­ντας να βοηθήσω αλλά και να κατα­γράψω τις δια­σώ­σεις. Ήθελα να τους φωτο­γρα­φίσω αλλά και να μετα­δώσω παράλ­ληλα το μέγεθος της καται­γί­δας. Όταν επι­στρέ­ψαμε, κοίταξα πίσω τον δρόμο και είδα μία ατε­λεί­ωτη ουρά κατοί­κων. Η ίδια κατά­σταση συνε­χί­στηκε για μέρες.

Το πρώτο ένστι­κτό μου, όταν έφτασα εκεί, ήταν να αφήσω την κάμερα και να βοηθήσω. Είναι πάντα δύσκολο να συνει­δη­το­ποιώ ότι είμαι πολύ πιο χρή­σι­μος όταν φωτο­γρα­φίζω. Όταν παρα­τη­ρείς τον πόνο του άλλου και το πόσο υπο­φέ­ρει, πρέπει να πιστέ­ψεις ότι οι φωτο­γρα­φίες σου μπορούν να κάνουν τη διαφορά».


Shannon Stapleton: «Το βράδυ, πριν την ομιλία του Ρίτσαρντ Σπένσερ, ενός δια­βό­η­του λευκού εθνι­κι­στή και εκπρό­σω­που του επο­νο­μα­ζό­με­νου κινή­μα­τος «alt-right», έκανα βόλτα στο πανε­πι­στή­μιο του Gainesville. Όλα φαί­νο­νταν ήρεμα, δεν υπήρχε κάποια δια­μαρ­τυ­ρία, αν και στην περιοχή υπήρχε αστυ­νο­μία, καθώς ο κυβερ­νή­της της Φλό­ρι­ντα την είχε κηρύξει σε κατά­σταση ανάγκης, προ­κει­μέ­νου να απο­φευ­χθεί η βία.

Νωρίς την επόμενη μέρα, αν και αρχικά δεν υπήρχε έντονη παρου­σία, άρχισαν να συγκε­ντρώ­νο­νται εκα­το­ντά­δες άτομα και να δια­μαρ­τύ­ρο­νται  σε κοντινή από­σταση από εκεί που μίλαγε ο Σπένσερ. Μόλις ξεκί­νησε η ομιλία του, οι εντά­σεις αυξή­θη­καν και άρχισαν οι αψι­μα­χίες. Συνο­λικά, όμως, η κατά­σταση που επι­κρα­τούσε ήταν ήρεμη και ειρη­νική. Έκατσα, λοιπόν, να αρχειο­θε­τήσω τις φωτο­γρα­φίες μου, όταν είδα ξαφνικά ανθρώ­πους να τρέχουν.

Άρπαξα την κάμερα μου και τους ακο­λού­θησα. Στη μέση του οργι­σμέ­νου πλήθους στε­κό­ταν ένα άντρας, στο μπλου­ζάκι του οποίου υπήρχαν σβά­στι­κες.  Ήταν χτυ­πη­μέ­νος στο πρόσωπο, το αίμα έσταζε στο πηγούνι του, ενώ εκείνος χαμο­γε­λούσε πονηρά. Η ατμό­σφαιρα ήταν βιτριο­λική. Πλη­σί­ασα και τράβηξα μια φωτο­γρα­φία, καθώς η αστυ­νο­μία τον απο­μά­κρυνε, ενώ ο κόσμος τον απο­κα­λούσε με διάφορα υπο­τι­μη­τικά ονόματα και κάποιοι τον έφτυναν. Ένας μαύρος άνδρας στάθηκε δίπλα του, τον απο­μά­κρυνε από το πλήθος και τα οδο­φράγ­ματα και άρχισε να του φωνάζει. Ήταν σχεδόν σου­ρε­α­λι­στικό. Τους ακο­λού­θησα και είδα τον άντρα να φεύγει, σχεδόν σαν να εξα­φα­νι­ζό­ταν».


Stephanie Keith: «Τράβηξα αυτή τη φωτο­γρα­φία στον δρόμο απέ­να­ντι από τον Trump Tower στη Νέα Υόρκη, λίγες μόνο μέρες πριν την ορκω­μο­σία του Τραμπ. Όλα τα μεγάλα ειδη­σε­ο­γρα­φικά πρα­κτο­ρεία παρα­κο­λου­θού­σαν τον Πύργο τόσο για τις δια­μαρ­τυ­ρίες όσο και για τους επι­φα­νείς επι­σκέ­πτες του.

Εκείνο το Σάββατο, δεν υπήρξε κάποια είδηση και μέχρι τις 3 μ.μ. οι περισ­σό­τε­ροι δημο­σιο­γρά­φοι είχαν φύγει. Εγώ όμως είχα μείνει, καθώς υπήρχε μια πορεία του κινή­μα­τος Black Lives Matter από το Χάρλεμ. Με την δύση του ηλίου, έφτασαν περίπου 40 δια­δη­λω­τές. Άρχισαν να πέφτουν έντονες νιφάδες χιονιού, όταν είδα αυτή τη γυναίκα, την Kandy Freeman. Σκέ­φτηκα ότι ήταν τόσο όμορφη και παρα­τή­ρησα ότι υπήρχαν νιφάδες χιονιού στα μαλλιά της που δεν έλιωναν. Ήταν ο τέλειος συμ­βο­λι­σμός, καθώς η δεξιά πλευρά είχε απο­κα­λέ­σει τους φιλε­λεύ­θε­ρους  «νιφάδες χιονιού», με το επι­χεί­ρημα ότι είναι αδύ­να­μοι και προ­σβάλ­λο­νται εύκολα.

Λάτρεψα εξαρχής την αντί­θεση του άσπρου-μαύρου και την αντί­θεση της δικής της δύναμης με την ευθραυ­στό­τητα των νιφάδων χιονιού. Την ρώτησα αν μπο­ρούσα να της φτιάξω το πορ­τραίτο και εκείνη αμέσως δέχτηκε. Δίπλα, υπήρχε ένα κατά­στημα υπό κατα­σκευή με μια μαύρη πρόσοψη που κάλυπτε το κτίριο. Ορα­μα­τί­στηκα ανθρώ­πους να ανα­δύ­ο­νται από το μαύρο της πρό­σο­ψης και νιφάδες χιονιού να πέφτουν τριγύρω τους.

Φώτισα την άλλη πλευρά του προ­σώ­που της με τη λάμψη του πολυ­τε­λούς κοσμη­μα­το­πω­λείου που υπήρχε δίπλα. Ήταν σαν να δημιουρ­γούσα, εν μέσω μιας δια­μαρ­τυ­ρίας, ένα στού­ντιο με το φως που είχα στη διάθεση μου. Δεν υπήρχε πολύς χρόνος, καθώς οι ιδιο­κτή­τες του κατα­στή­μα­τος μας φώναζαν να φύγουμε, γιατί νόμιζαν ότι συμ­με­τεί­χαμε στη δια­μαρ­τυ­ρία των Black Lives Matter. Είχα κυριο­λε­κτικά 2 λεπτά στη διάθεση μου για να στήσω αυτό το πορ­τραίτο και να το απα­θα­να­τίσω.

Πήρα τα στοι­χεία της κοπέλας αργό­τερα και της έστειλα τις φωτο­γρα­φίες. Τις λάτρεψε όπως κι εγώ. «Έπειτα από 6 μίλια που είχα δια­νύ­σει, το χτέ­νι­σμα μου ήταν σαν ένα μαγικό χει­μω­νιά­τικο τοπίο», δήλωσε η Kandy Freeman.


Darrin Zammit Lupi: «Πέρασα πέντε εβδο­μά­δες μαζί με την ομάδα της ΜΚΟ “Migrant Offshore Aid Station” (MOAS) στο πλοίο τους, Φοίνιξ, καλύ­πτο­ντας την έρευνα και τις επι­χει­ρή­σεις διά­σω­σης μετα­να­στών στην Μεσό­γειο. Τις πρώτες μέρες του Πάσχα, 15 ναυτικά μίλια από την ακτή της Λιβύης, ήμουν σε μία από τις λέμβους του MOAS με το πλήρωμα να μοι­ρά­ζει σωσίβια σε μία ομάδα 143 μετα­να­στών που βρί­σκο­νταν σε βάρκα με σημα­ντι­κές φθορές, πριν τους μετα­φέ­ρουμε στο Φοίνιξ.

Κρα­τούσα την κάμερα στο ύψος των ματιών μου για να τραβήξω κάποιες λήψεις υπό γωνία, όταν ξαφνικά, ένας μετα­νά­στης που καθόταν στην άκρη της βάρκας έχασε την ισορ­ρο­πία του, με απο­τέ­λε­σμα να χάσουν την ισορ­ρο­πία τους μερικοί από τους υπό­λοι­πους και να πέσουν στην θάλασσα.

Με το ένα χέρι ανέβαζα τον κόσμο και με το άλλο φωτο­γρά­φιζα. Λίγα μέτρα μακριά, παρα­τή­ρησα έναν άντρα που πάλευε να σωθεί, απλώ­νο­ντας το χέρι του προς το μέρος μας. Φώναξα ώστε να ειδο­ποι­ήσω εγκαί­ρως τον κολυμ­βητή της ομάδας, οποίος αμέσως, βούτηξε στη θάλασσα και έσωσε τον άντρα που πνι­γό­ταν. Επι­κρα­τούσε χάος. Απα­θα­νά­τισα όλη την αλλη­λου­χία των γεγο­νό­των, τρα­βώ­ντας συνεχώς φωτο­γρα­φίες, καθώς οι δια­σώ­στες βοη­θού­σαν τους μετα­νά­στες να ανέβουν στο πλοίο.

Μετά από αυτό το περι­στα­τικό σκε­φτό­μουν συνέ­χεια μήπως δεν έκανα καλά. Μήπως έπρεπε να είχα αφήσει στην άκρη την μηχανή μου και να βοη­θούσα, όπως μπο­ρούσα. Το συζή­τησα με τους δια­σώ­στες το βράδυ, οι οποίοι θεώ­ρη­σαν ότι έκανα το σωστό. Η δουλειά τους ήταν να σώσουν ζωές, ενώ η δική μου να κατα­γράφω την σκληρή πραγ­μα­τι­κό­τητα. Ευτυχώς, εκείνη την ημέρα, επέ­ζη­σαν όλοι.


Toby Melville: «Στις 3:30 το πρωί, ενώ κοι­μό­μουν, χτύπησε το τηλέ­φωνο μου. Κανένας δεν με καλούσε τέτοιες ώρες, παρά μόνο ο αρχι­συ­ντά­κτης μου, Ντίλαν, και αυτός μόνο για έκτακτα γεγο­νότα. «Δεν είναι τρο­μο­κρα­τική επίθεση», μου είπε και αμέσως ένιωσα μια ανα­κού­φιση. Ένας ουρα­νο­ξύ­στης στο Δυτικό Λονδίνο είχε τυλι­χθεί στις φλόγες. Ντύθηκα γρήγορα, πήρα τα σύνεργα μου, κάμερα, τηλέ­φωνο και λάπτοπ και μπήκα αμέσως στο αυτο­κί­νητο.

Ήταν ακόμη νύχτα, 4 το πρωί, όταν έφτασα στο σημείο και είδα τον ουρα­νο­ξύ­στη να φλέ­γε­ται. Η φωτιά είχε ξεκι­νή­σει στη 1μ.μ., την χει­ρό­τερη δυνατή ώρα με τους ενοί­κους να βρί­σκο­νται στα σπίτια τους και να κοι­μού­νται. Ήμουν σοκα­ρι­σμέ­νος, ένα σωρό άνθρω­ποι ήταν παγι­δευ­μέ­νοι εκεί μέσα.

Ο χρόνος μετρούσε αντί­στροφα για μένα, καθώς έψαχνα να παρκάρω. Καθώς πλη­σί­αζα, σκέ­φτηκα να μπω σε κάποιον γει­το­νικό ουρα­νο­ξύ­στη, που δεν είχε ακόμη εκκε­νω­θεί από την αστυ­νο­μία. Δεν θα ήταν φρόνιμο όμως να πλη­σιάσω, καθώς το κτίριο και­γό­ταν για πάνω από τρεις ώρες και σύντομα θα κατέρ­ρεε τυλιγ­μένο στον καπνό και τα συντρίμ­μια. Έτσι λοιπόν, περ­πά­τησα μέχρι το Westway, μια ανη­φο­ρική λεωφόρο μερικά εκα­το­ντά­δες μέτρα από τον πύργο Grenfell, όπου η κυκλο­φο­ρία είχε δια­κο­πεί και επι­κρα­τούσε μία τρο­μα­κτική ησυχία, παρά τον κρότο των μικρών εκρή­ξεων που προ­έρ­χο­νταν από το κτίριο, τον θόρυβο των σει­ρή­νων και την στάχτη να πέφτει τριγύρω στο δρόμο.

Ο Ντίλαν επε­ξερ­γά­στηκε τις πρώτες λήψεις που του έστειλα απευ­θείας από την κάμερα. Αν και δεν ήταν οι καλύ­τε­ρες λήψεις , ήταν ότι χρεια­ζό­ταν για να δημο­σιευ­τούν στις ειδή­σεις, καθώς ήμουν ο πρώτος που έφτασε στο σημείο. Σε αυτή την εικόνα, υπάρχει μια εκκλη­σία στο βάθος, από όπου  απα­θα­νά­τισα το φλε­γό­μενο κτίριο σε ένα ειδάλ­λως όμορφο καλο­και­ρινό ξημέ­ρωμα».


Jim Bourg: «Ήταν 10:30 το βράδυ στην περιοχή Black Rock Desert και δεκάδες χιλιά­δες άνθρω­ποι είχαν συγκε­ντρω­θεί για να παρα­κο­λου­θή­σουν το ομοίωμα του «The Man» να καί­γε­ται στο απο­κο­ρύ­φωμα του φεστι­βάλ «Burning Man 2017».

Βρι­σκό­μουν περίπου 60 μέτρα από το ομοίωμα, με τη ζέστη από τις φλόγες να είναι πολύ έντονη, όταν ξαφνικά στα δεξιά μου άκουσα κραυγές και είδα την ασφά­λεια και τους πυρο­σβέ­στες να κυνη­γούν έναν άντρα που έτρεχε μέσα στο σκοτάδι προς τις φλόγες. Είχα μόνο μία στιγμή για να στρέψω την μηχανή μου προς τις φλόγες σε περί­πτωση που πραγ­μα­τικά τα κατά­φερνε και πηδούσε μέσα στη φωτιά.

Γνω­ρί­ζο­ντας ότι η εικόνα θα ήταν πολύ πιο δυνατή, εάν ο άντρας έμπαινε στις φλόγες, εστίασα στον 41χρονο Aaron Joel Mitchell που έτρεξε μέσα στην κόλαση με έναν πυρο­σβέ­στη να προ­σπα­θεί να τον στα­μα­τή­σει. Ο Mitchell έτρεξε κατα­πάνω στην φωτιά και φάνηκε σαν να βουτάει μέσα σ’ αυτή. Ο φακός μου έδωσε μια τρο­μα­κτικά κοντινή θέα, καθώς ο άντρας πάλευε με τι φλόγες και εντέλει τον κατά­πιαν. Οι πυρο­σβέ­στες έτρεξαν κι αυτοί στη φωτιά αψη­φώ­ντας τον κίνδυνο να καταρ­ρεύ­σει η κατα­σκευή και εντέλει κατά­φε­ραν να τον βγάλουν έξω.

Ο Mitchell μετα­φέρ­θηκε αερο­πο­ρι­κώς σε νοσο­κο­μείο της Βόρειας Καλι­φόρ­νιας, αλλά πέθανε λίγο αργό­τερα το ίδιο βράδυ. Ήταν ένα τρο­μα­κτικό και θλιβερό τέλος σε μια εκπλη­κτική εβδο­μάδα κάλυψης».


Goran Tomasevic: «Ένας πατέρας κρα­τώ­ντας στην αγκαλιά του την κόρη του και ουρ­λιά­ζο­ντας από τρόμο, τρέχουν μέσα στα συντρίμ­μια της πόλης Wadi Hajar της Μοσού­λης, που μετα­τρά­πηκε σε κλά­σματα του δευ­τε­ρο­λέ­πτου σε πεδίο μάχης μεταξύ των μαχητών του Ισλα­μι­κού Κράτους και των ειδικών δυνά­μεων του Ιράκ.

Όπως και οι γεί­το­νες του, άλλοι με πλα­στικά παπού­τσια και άλλοι ξυπό­λη­τοι, τρέχουν να σωθούν από τους πυρο­βο­λι­σμούς, καθώς οι στρα­τιω­τι­κοί πλη­σιά­ζουν. Όταν έφτασαν οι ειδικές δυνά­μεις, διέ­τα­ξαν τους άντρες να σηκώ­σουν τις μπλού­ζες τους για να απο­δεί­ξουν ότι δεν ήταν βομ­βι­στές αυτο­κτο­νίας, ενώ κάποιοι ανα­γκά­στη­καν να βγάλουν τα ρούχα τους και να δείξουν τις ζώνες τους, αλλά όχι και όσοι κου­βα­λού­σαν παιδιά. Ο πατέρας ήταν τόσο πανι­κο­βλη­μέ­νος. Ήταν ολο­φά­νερο ότι δεν ανήκε στο ΙΚ, καθώς φόραγε ένα κοντό μπλου­ζάκι και κράταγε το παιδί στην αγκαλιά του.


Omar Sobhani: Ήταν από­γευμα Παρα­σκευής, όταν έλαβα ένα μήνυμα για μια επίθεση μαχητών του Ισλα­μι­κού Κράτους σε ένα τέμενος Σιιτών, που είχε ως απο­τέ­λε­σμα τον θάνατο και τον τραυ­μα­τι­σμό πολλών ατόμων. Πήγα στην τοπο­θε­σία, όπου είχαν ήδη φθάσει δεκάδες δυνά­μεις ασφα­λείας.

Όταν είδα τρεις ένο­πλους αστυ­νο­μι­κούς στην κεντρική είσοδο να φωνά­ζουν σε κάποιον, κρύ­φτηκα σε ασφαλές μέρος και είδα τον Αλί Αχμάντ, το αγόρι της φωτο­γρα­φίας. Όταν έγινε η επίθεση, ο Αλί έπαιζε ενώ ο παππούς του προ­σευ­χό­ταν στο τέμενος. Φαι­νό­ταν μπερ­δε­μέ­νος από τον ήχο των πυρο­βο­λι­σμών και τις φωνές της αστυ­νο­μίας.

Είχα χρόνο τραβήξω μερικές φωτο­γρα­φίες προτού με απο­μα­κρύ­νουν οι δυνά­μεις ασφα­λείας από την περιοχή. Ήταν μια μονα­δική φωτο­γρα­φία και την ανέβασα αμέσως. Όπως ήταν φυσικό, δεν χρειά­στηκε πολύς χρόνος για να γίνει viral στα μέσα κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης. Νομίζω ότι ο κόσμος αντέ­δρασε στην εικόνα ενός μικρού παιδιού που δεν γνώριζε όλη αυτή τη βιαιό­τητα που υπήρχε γύρω του. Ο παππούς του Αλί σκο­τώ­θηκε μέσα στο τέμενος, αλλά όπως έμαθα αργό­τερα, το αγόρι δια­σώ­θηκε από τις δυνά­μεις ασφα­λείας.

Ο πατέρας του Αλί, Sayed Bashir, όταν ακού­στηκε η πρώτη έκρηξη, έτρεξε αμέσως να τηλε­φω­νή­σει στην οικο­γέ­νειά του. «Αμέσως μετά την έκρηξη σκέ­φτηκα ότι όλα τελεί­ω­σαν. Πήρα στο κινητό τον πατέρα μου και απά­ντησε ο γιος μου λέγο­ντας ότι σκό­τω­σαν τον παππού. Ήθελε να πάρω το αυτο­κί­νητο και να πάω να τον πάρω. Έψαχνα τον γιο μου παντού, αλλά η αστυ­νο­μία δεν με άφηνε να πλη­σιάσω». Μετά την κηδεία του παππού, πήγαμε στο σπίτι του Αλί, αλλά δεν μας μίλησε. Φαι­νό­ταν σαν να μην θυμάται τίποτα.


Carlos Garcia Rawlins: Εξα­γριω­μέ­νοι υπο­στη­ρι­κτές της κυβέρ­νη­σης εισέ­βα­λαν στην Εθνο­συ­νέ­λευση της αντι­πο­λί­τευ­σης της Βενε­ζου­έ­λας και επι­τέ­θη­καν σε μέλη της.

Την ώρα που μπήκα στο κτίριο, είχαν ήδη επι­τε­θεί στον κόσμο και ετοι­μά­ζο­νταν να φύγουν, αφή­νο­ντας πίσω τους ένα νομο­θέτη της αντι­πο­λί­τευ­σης καλυμ­μένο στο αίμα. Πλη­σί­ασα τον πολι­τικό, Leonardo Regnault, το γκρι κοστούμι του οποίου ήταν γεμάτο με αίμα. Στε­κό­ταν μπροστά από μία περί­τε­χνη ξύλινη πόρτα σε κατά­σταση πανικού. Ένας άλλος νομο­θέ­της της αντι­πο­λί­τευ­σης, ο Luis Stefanelli, στε­κό­ταν δίπλα του, με τα χέρια σηκω­μένα σε στάσης παρά­δο­σης και παρα­κα­λούσε τους εισβο­λείς να στα­μα­τή­σουν να χτυπούν τον κόσμο.

Μετά από λίγα λεπτά, οι εισβο­λείς έφυγαν και αμέσως σκέ­φτηκα ότι όλα τελεί­ω­σαν, αλλά δυστυ­χώς δεν έγινε έτσι. Οι υπο­στη­ρι­κτές της κυβερ­νή­σεις παρέ­μει­ναν έξω από το κτίριο, με εμάς παγι­δευ­μέ­νους μέσα. Ο χτυ­πη­μέ­νος νομο­θέ­της φρό­ντισε τα τραύ­ματα του στο ιατρείο του κογκρέ­σου και τράπηκε σε φυγή με ασθε­νο­φόρο μαζί με τους υπό­λοι­πους τραυ­μα­τι­σμέ­νους. Εντέλει, όταν άρχισε να νυχτώ­νει, κατέ­φθα­σαν οι δυνά­μεις ασφα­λείας και έδιωξαν τους υπο­στη­ρι­κτές της κυβερ­νή­σεις, ανοί­γο­ντας τον δρόμο για να φύγουμε, μετά από οχτώ ώρες.


Mike Blake: Όλα ξεκί­νη­σαν με ένα τηλε­φώ­νημα μες τη νύχτα, μαθαί­νο­ντας για έναν μαζικό πυρο­βο­λι­σμό στο Λας Βέγκας. Μάζεψα γρήγορα τον εξο­πλι­σμό μου και έφυγα από το σπίτι μου στην Νότια Καλι­φόρ­νια.

Όταν έφτασα με τους συνα­δέλ­φους μου,  ξεκί­νησα να απα­θα­να­τίζω αυτό που επρό­κειτο να γίνει στη συνέ­χεια «ο χει­ρό­τε­ρος μαζικός πυρο­βο­λι­σμός που υπήρξε στη σύγ­χρονη ιστορία των ΗΠΑ».

Παρα­κο­λού­θησα από το παρά­θυρο του ξενο­δο­χείου μου το προ­ε­δρικό αερο­σκά­φος να απο­γειώ­νε­ται και σκέ­φτηκα ότι ίσως να πετάξει πάνω από το ξενο­δο­χείο, όπου ο δράστης είχε σπάσει τα παρά­θυρα του ξενο­δο­χείου, καθώς το Air Force One είναι ένα από τα μεγα­λύ­τερα και πιο βαριά αερο­πλάνα. Ήταν δύσκολο να ακο­λου­θή­σουμε το πρό­γραμμα του προ­έ­δρου, ενώ υπήρχε κι ένας δικός μας φωτο­γρά­φος στο αερο­πλάνο. Καθώς περί­μενα το αερο­πλάνο να εμφα­νι­στεί, του έστειλα ένα μήνυμα και μου απά­ντησε ότι είχαν καθυ­στε­ρή­σει και μόλις έφταναν στο αερο­δρό­μιο.

Όταν τελικά είδα το αερο­πλάνο, έμεινα έκπλη­κτος με το πόσο χαμηλά πετούσε. Περί­μενα να είναι πάνω από το ξενο­δο­χείο, αλλά αυτό ήταν πραγ­μα­τικά τόσο χαμηλά και πέταγε ακριβώς πίσω από το ξενο­δο­χείο. Ξανα­έ­στησα την κάμερα και περί­μενα να εμφα­νι­στεί από την πλευρά που ήταν τα σπα­σμένα παρά­θυρα. Το όλο σκηνικό πήρε μόνο  πέντε λεπτά. Τράβηξα περίπου 15 λήψεις, έκανα μία γρήγορη επε­ξερ­γα­σία και τις έστειλα στο γραφείο μας στην Σιγκα­πούρη. Όταν το προ­ε­δρικό αερο­σκά­φος προ­σγειώ­θηκε ώρες αργό­τερα στην Ουά­σιγ­κτον, έλαβα ένα μήνυμα από τον φωτο­γράφο μας, Kevin Lamarque, που με ενη­μέ­ρωνε πως ένας εκπρό­σω­πος τύπου του Λευκού Οίκου λάτρεψε την φωτο­γρα­φία και του την έδειξε στην επι­στροφή.


Lucas Jackson: «Απο­στολή μου ήταν απλά να φωτο­γρα­φίσω την τελετή ορκω­μο­σίας του προ­έ­δρου των ΗΠΑ, Ντό­ναλντ Τραμπ, από το Washington  Monument. Για να αποφύγω την σύγχυση, έστειλα τις φωτο­γρα­φίες όσο ο Τραμπ βρι­σκό­ταν στην σκηνή, με το Τwitter να ισχυ­ρί­ζε­ται σχεδόν αμέσως ότι τράβηξα τις φωτο­γρα­φίες νωρίς το πρωί ή ότι τις επε­ξερ­γά­στηκα, προ­κει­μέ­νου να μειώσω των αριθμό των παρευ­ρι­σκο­μέ­νων.

Ο εκπρό­σω­πος Τύπου του Τραμπ,  Sean Spicer, ανέφερε ότι «οι φωτο­γρα­φίες της ορκω­μο­σίας παρου­σιά­στη­καν εσκεμ­μένα με αυτό τον τρόπο για να μειωθεί το τερά­στιο πλήθος κόσμου που είχε συγκε­ντρω­θεί στο National Mall».

Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ήταν κάτι πρω­το­φα­νές για εμένα να αμφι­σβη­τεί­ται η εγκυ­ρό­τητα μίας τόσο ξεκά­θα­ρης φωτο­γρα­φίας. Μετά την συνέ­ντευξη τύπου, η φωτο­γρα­φία μου έπαιζε παντού. Το CNN δημο­σί­ευσε επίσης μία φωτο­γρα­φία από το αίθριο του Καπι­τω­λίου την ώρα που ο Τραμπ ορκι­ζό­ταν. Καθώς όμως, αυτό το σημείο βρί­σκε­ται μερικά εκα­το­ντά­δες μέτρα πιο χαμηλά από το Washington Monument που βρι­σκό­μουν εγώ, το πλήθος στην δική μου φωτο­γρα­φία φαί­νε­ται καλύ­τερα. Ως επα­κό­λουθο, ένα νέο κύμα οργής, που με απο­κα­λούσε ψεύτη, ξέσπασε στο twitter.

Αγνο­ώ­ντας όλη αυτή την ανα­στά­τωση που είχε προ­κλη­θεί, το μόνο που έκανα ήταν να δημο­σιεύσω ένα αντί­γραφο της φωτο­γρα­φίας μου στο instagram με την επι­κε­φα­λίδα: «Η οπτική γωνία μετράει». Ο κόσμος παρα­τή­ρησε ότι το ρολόι στο κτίριο Smithsonian που υπήρχε στην φωτο­γρα­φία  μου έδειχνε πως η ώρα ήταν 1:15, ενώ τα μέσα κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης έσπευ­σαν να ισχυ­ρι­στούν ότι οι εικόνες μου τρα­βή­χτη­καν μία ώρα μετά την ορκω­μο­σία, μόλις δηλαδή το πλήθος είχε αρχίσει να φεύγει. Όμως το Smithsonian δήλωσε πως το ρολόι ήταν χαλα­σμένο και είχε κολ­λή­σει σ’ αυτή την ώρα».


Hannah McKay: Στε­κό­μα­σταν εκεί, κοι­τά­ζο­ντας τους ορυ­ζώ­νες και τα λιβάδια. Υπήρχε παντού νερό και ένα στενό μονο­πάτι που οδη­γούσε στα σύνορα με τη Μιανμάρ. Ήταν ήδη 4 το από­γευμα, είχαμε μόνο δύο ώρες φως ακόμη και από μακριά μπο­ρού­σαμε να δια­κρί­νουμε μια τερά­στια ομάδα ανθρώ­πων. Στέ­κο­νταν, όμως, ακί­νη­τοι κι έτσι απο­φα­σί­σαμε να πάμε εμείς προς το μέρος τους.

Μας πήρε περίπου μια ώρα να περά­σουμε αυτό το λασπω­μένο μονο­πάτι, συνα­ντώ­ντας κάθε τόσο συνο­ριο­φύ­λα­κες και προ­σπα­θώ­ντας να τους πεί­σουμε να μας αφήσουν να περά­σουμε. Χιλιά­δες πρό­σφυ­γες ήταν καθι­σμέ­νοι εκεί και δίπλα τους ακόμα περισ­σό­τε­ροι συνο­ριο­φύ­λα­κες από το Μπα­γκλα­ντές που μας φώναζαν να γυρί­σουμε πίσω.  Όμως, κάτι συνέ­βαινε πίσω από το πλήθος. Περι­μέ­ναμε λίγη ώρα και κατόπιν πλη­σιά­σαμε. Το πλήθος καθόταν στην όχθη του ποταμού και πίσω τους στα τρία μέτρα, υπήρχαν εκα­το­ντά­δες πρό­σφυ­γες που διέ­σχι­ζαν το ποτάμι κάθε λεπτό. Η κατά­σταση ήταν ανε­ξέ­λεγ­κτη. Όλο και περισ­σό­τε­ροι άνθρωπο κατέ­φθα­ναν, άτομα αγκαλιά με μωρά, ηλι­κιω­μέ­νοι που τους συνό­δευαν για να περά­σουν από το νερό και την λάσπη.

Καθώς φωτο­γρα­φί­ζαμε τον καθένα που έφτανε, εμφα­νί­στηκε μπροστά μας αυτή η γυναίκα. Ήταν τόσο εξα­ντλη­μένη που δεν μπο­ρούσε να σηκωθεί και να ανέβει στο δρόμο. Δύο πρό­σφυ­γες προ­σπα­θού­σαν να την σπρώ­ξουν και με την δική μας ακόμη βοήθεια, τελικά τα κατά­φερε. Κυριο­λε­κτικά την σύραμε, δεν είχα όμως ιδέα τι της είχε συμβεί.

Σε τέτοιες στιγμές, προ­σπα­θείς να κάνεις την δουλειά σου με μία φωτο­γρα­φική μηχανή στο χέρι, αλλά πάντα η καρδιά σου υπε­ρι­σχύει στο τέλος».


Jim Urquhart: «Εδώ κι ένα χρόνο περίπου, υπήρχε μία φήμη σχετικά με τις καλύ­τε­ρες τοπο­θε­σίες για να απα­θα­να­τί­σει κάποιος την ηλιακή έκλειψη στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τείες. Καθώς, όμως, πλη­σί­αζε η μέρα και δεδο­μέ­νου ότι η έκλειψη θα πραγ­μα­το­ποιού­ταν τόσο ψηλά στον ουρανό, η εύρεση της ιδα­νι­κής τοπο­θε­σίας φάνταζε σχεδόν αδύνατη.

Όταν, λοιπόν, άκουσα ότι επι­στή­μο­νες και μέλη των μέσων μαζικής ενη­μέ­ρω­σης θα πετού­σαν πάνω από τον ωκεανό σε μια πτήση της Alaskan Airlines, για να κατα­γρά­ψουν την έκλειψη, ήξερα ότι αυτή ήταν η ευκαι­ρία μου.

Η συνά­δελ­φός μου, Bethany Baker, κι εγώ κάναμε πολλές πρόβες για το πώς θα μπο­ρού­σαμε να κινη­θούμε σε έναν τόσο μικρό χώρο, όπως το αερο­πλάνο και να βιντε­ο­σκο­πούμε παράλ­ληλα μέσα από ένα μικρό παρά­θυρο, με τον χρόνο να μετράει αντί­στροφα. Σε συν­δυα­σμό με το υψό­με­τρο και την θέση του ήλιου, θα ήμουν σε θέση να απα­θα­να­τίσω την έκλειψη σαν να ήμουν στο διά­στημα, με τον ορί­ζο­ντα να δια­φαί­νε­ται πάνω από τα σύννεφα.

Η έκλειψη διήρ­κησε μόνο 103 δευ­τε­ρό­λε­πτα, ούτε καν δύο λεπτά.  Σε αυτές τις φευ­γα­λέες στιγμές στη σκιά του ήλιου, ψηλά πάνω από τα σύννεφα και κάτω από τον σκο­τεινό ουρανό του δια­στή­μα­τος, ήξερα ότι βρι­σκό­μουν σε ένα από τα πιο μονα­δικά και ιδανικά μέρη, από όπου θα μπο­ρούσε κανείς να παρα­κο­λου­θή­σει την έκλειψη».


Paul Hanna: «Η φωτο­γρά­φηση των αθλη­μά­των απαιτεί υπομονή, συγ­χρο­νι­σμό, κατάλ­ληλη θέση, επιμονή και τερά­στια τύχη. Το να γνω­ρί­ζεις πως δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ένα άθλημα και την θέση που πρέπει να λάβεις ώστε να φωτο­γρα­φί­σεις την σωστή στιγμή, την στιγμή της δράσης ή το συναί­σθημα, είναι κάτι ανα­γκαίο.

Όταν μιλάμε για χει­με­ρινά αθλή­ματα, απαι­τεί­ται εξει­δί­κευση κυρίως στην σωστή θέση, καθώς είσαι όλη μέρα με ένα σακίδιο στην πλάτη κου­βα­λώ­ντας τον εξο­πλι­σμό σου, ενώ χρειά­ζο­νται επίσης κατάλ­ληλα ορει­βα­τικά παπού­τσια, ώστε να μην γλι­στρή­σεις κατά την διάρ­κεια της λήψης.

Το μυστικό για να απα­θα­να­τί­σεις την γοητεία του ελεύ­θε­ρου σκι είναι να τρα­βή­ξεις αυτές τις εικόνες όσο οι δια­γω­νι­ζό­με­νοι στρο­βι­λί­ζο­νται στον νυχτε­ρινό ουρανό. Ο χρόνος που περνούν οι αθλητές στον αέρα είναι εντυ­πω­σια­κός.

Η λήψη αυτής της φωτο­γρα­φίας έγινε καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά. Η λήψη της ενα­έ­ριας φωτο­γρα­φίας καθώς και του ηλιο­βα­σι­λέ­μα­τος ήταν αρκετά  δύσκολη καθώς δεν βρι­σκό­μουν σε πλε­ο­νε­κτική θέση για να απα­θα­να­τίσω και τα δύο αυτά στοι­χεία ταυ­τό­χρονα. Ορι­σμένα καλώδια έκοβαν την θέα μου και βρι­σκό­μουν πολύ χαμηλή για να φωτο­γρα­φίσω τα ψηλά άλματα.  Έτσι, ένας μικρός πύργος που υπήρχε λίγο πιο πέρα έγινε η καλύ­τερη μου επιλογή. Δίχως να χάσω χρόνο πήρα τις μηχανές μου, ανέβηκα στον πύργο και κατά­φερα να φωτο­γρα­φίσω αρκε­τούς αθλητές προτού εξα­φα­νι­στεί το φως. Δεν ήταν η πιο άνετη θέση για να βγάλει κάποιος φωτο­γρα­φίες αλλά μου επέ­τρεψε να φωτο­γρα­φίσω τους αθλητές, καθώς ξεπρό­βαλ­λαν στον νυχτε­ρινό ουρανό όπως τα αστέρια».

Πηγή: Reuters, Επι­μέ­λεια: Μιχαέλα Ανα­στα­σο­πού­λου

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.