ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η υπερφορολόγηση υπονομεύει το παρόν και το μέλλον του τουρισμού

news room 4 λεπτά ανάγνωση
89

Τη χαμη­λό­τερη αντα­γω­νι­στι­κό­τητα στη Μεσό­γειο επι­βάλ­λει στα ελλη­νικά ξενο­δο­χεία το καθε­στώς υπερ­φο­ρο­λό­γη­σης διά έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ και οσο­νούπω ο φόρος δια­νυ­κτέ­ρευ­σης.

Για κάθε 100 ευρώ που πλη­ρώ­νει ένας πελάτης ξενο­δο­χείου μόνον 20,5 ευρώ μένουν στην επι­χεί­ρηση για να πλη­ρώ­σει φόρους εται­ρι­κών κερδών και να εξυ­πη­ρε­τή­σει τη χρη­μα­το­δό­τηση της επέν­δυ­σης, υπο­χρε­ώ­σεις που είναι επίσης οι υψη­λό­τε­ρες μεταξύ των αντα­γω­νι­στών της. Το αντί­στοιχο προ φόρων ποσό είναι σχεδόν κατά 35% υψη­λό­τερο στην Τουρκία (27,7 ευρώ) και την Ισπανία (27,2 ευρώ). Τα στοι­χεία αυτά προ­κύ­πτουν από ενδε­λεχή μελέτη του Ινστι­τού­του ΣΕΤΕ και χρη­σι­μο­ποιούν ως βάση υπο­λο­γι­σμού ένα τυπικό παρα­θε­ρι­στικό ξενο­δο­χείο 4 αστέρων στην αγορά μαζικού του­ρι­σμού σε κάθε χώρα της Μεσο­γείου. Εάν προ­στε­θεί στα 20,5 ευρώ που μένουν ως λει­τουρ­γικά κέρδη για κάθε 100 ευρώ που κατα­βάλ­λει ο πελάτης και ο φόρος εισο­δή­μα­τος 29%, μένουν 16,4 ευρώ για την απο­πλη­ρωμή δανει­σμού. Σημειώ­νε­ται πως στην Ελλάδα εφαρ­μό­ζο­νται και οι υψη­λό­τε­ροι συντε­λε­στές φορο­λο­γίας εισο­δή­μα­τος νομικών προ­σώ­πων (29%). Στην Ισπανία (25%), στην Τουρκία και στην Κροατία (20%) και στην Κύπρο (12,5%) εφαρ­μό­ζο­νται χαμη­λό­τε­ροι. ενώ στην Ιταλία (27,5%-31,4%) ο βασικός συντε­λε­στής ανέρ­χε­ται σε 27,5% και η διαφορά μέχρι το ποσοστό 31,4% ανα­φέ­ρε­ται σε φόρο που επι­βάλ­λουν οι περι­φέ­ρειες.

Βέβαια, στην περί­πτωση που μείνει καθαρή κερ­δο­φο­ρία, ο μέτοχος θα πρέπει να πλη­ρώ­σει και φόρους μερι­σμά­των και ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές. Ολα τα παρα­πάνω σημαί­νουν πως είναι πρα­κτικά αδύνατο για τον μέσο Ελληνα ξενο­δόχο να αντα­γω­νι­στεί τιμο­λο­γιακά τους ομο­λό­γους του στην Ιταλία, στην Τουρκία ή στην Ισπανία αλλά και στην Κύπρο και στην Κροατία. Και, βέβαια, σημαί­νει επίσης πως η όποια νέα επέν­δυση –στην περί­πτωση που ξεπερ­νούσε τα γρα­φειο­κρα­τικά εμπόδια και προ­χω­ρούσε–, είναι ασύμ­φορη. Παράλ­ληλα, το υψη­λό­τατο μη μισθο­λο­γικό κόστος στην Ελλάδα, δηλαδή ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές και κρα­τή­σεις σημαί­νει ακόμα πως οι Ελληνες εργα­ζό­με­νοι κοστί­ζουν πολύ περισ­σό­τερο στις επι­χει­ρή­σεις για πολύ χαμη­λό­τε­ρες καθαρές απο­δο­χές. Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό πως ο εργα­ζό­με­νος στην Ελλάδα εισπράτ­τει περίπου το 50% του ποσού που κοστί­ζει στην επι­χεί­ρηση έναντι 77% στην Κύπρο. Με το ίδιο κόστος μισθο­δο­σίας για την επι­χεί­ρηση, ο εργα­ζό­με­νος στην Κύπρο εισπράτ­τει περισ­σό­τερο από 50% υψη­λό­τερη καθαρή αμοιβή σε σχέση με τον αντί­στοιχο στην Ελλάδα. Το ίδιο συμ­βαί­νει αλλά σε μικρό­τερο ποσοστό και στην Ισπανία ή στην Τουρκία και στην Κροατία. Μπορεί, λοιπόν, ο ελλη­νι­κός του­ρι­σμός να διάγει μια χρυσή περίοδο σε όρους ξένων αφίξεων, αλλά η ανά­πτυξη των νέων υπο­δο­μών που χρειά­ζο­νται για να πολ­λα­πλα­σιά­σει και να βελ­τιώ­σει τις υπο­δο­μές του και τις υπη­ρε­σίες του υπο­νο­μεύ­ο­νται από την υπερ­φο­ρο­λό­γηση. Και χωρίς νέες επεν­δύ­σεις σε ξενο­δο­χεια­κές μονάδες είναι δύσκολο να αντι­λη­φθεί κανείς πώς η χώρα θα μπο­ρέ­σει να εκμε­ταλ­λευ­θεί τη δυνα­μική που έχουν επι­τύ­χει οι επι­χει­ρη­μα­τίες του κλάδου χωρίς να συνε­χι­στεί ο υπερ­κο­ρε­σμός προ­ο­ρι­σμών.

Με δεδο­μένο πως η αύξηση των αφίξεων προήλθε ώς ένα βαθμό και από τη γεω­πο­λι­τική συγκυ­ρία, καθί­στα­ται σαφές πως ανα­στροφή της και επι­στροφή για παρά­δειγμα της Τουρ­κίας στις αγορές θα υπο­νο­μεύ­σει τον ελλη­νικό του­ρι­σμό και την εθνική οικο­νο­μία αν δεν μπο­ρέ­σει η ελλη­νική επι­χεί­ρηση να αντα­γω­νι­στεί τιμο­λο­γιακά. Αντί όμως να εξε­τά­ζο­νται μέτρα που θα μπο­ρού­σαν να ελα­φρύ­νουν τα βάρη, σε επίπεδο έμμεσων φόρων αλλά και απε­λευ­θέ­ρω­σης των απο­σβέ­σεων, επι­βάλ­λο­νται πρό­σθετα. Πριν από λίγες μέρες η Grant Thornton παρου­σί­ασε μελέτη σύμφωνα με την οποία η επιβολή τέλους δια­μο­νής ανά δια­νυ­κτέ­ρευση που έχει δρο­μο­λο­γη­θεί για τις αρχές του 2018, θα κοστί­σει στην ελλη­νική οικο­νο­μία έως και 435 εκατ. ευρώ, ποσό σχεδόν πεντα­πλά­σιο του δημο­σιο­νο­μι­κού οφέλους των 84 εκατ. ευρώ στο οποίο εκτι­μώ­νται οι εισπρά­ξεις του. Παράλ­ληλα, η επιβολή του ανα­μέ­νε­ται να προ­κα­λέ­σει την απώλεια 6.174 θέσεων εργα­σίας. Και αυτά την ώρα που στην Ελλάδα οι φόροι και οι ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές που προ­κύ­πτουν από τη λει­τουρ­γία είναι ήδη υπερ­δι­πλά­σιες των αντί­στοι­χων στην Κύπρο. Συγκε­κρι­μένα, στην Ελλάδα ανέρ­χο­νται σε 33,4 ανά 100 ευρώ που πλη­ρώ­νει ο πελάτης (δηλαδή ξεπερ­νούν το 1/3 της τιμής) έναντι 16,1 στην Κύπρο. Οι άλλες χώρες είναι σε ενδιά­μεση κατά­σταση.

16% υψη­λό­τερο το κόστος λει­τουρ­γίας συγκρι­τικά με Κύπρο

Το νεκρό σημείο ή break even ενός ξενο­δο­χείου στην Ελλάδα, η τιμή στην οποία πρέπει να πουλάει ένα τετρά­στερο ξενο­δο­χείο ώστε τα έσοδά του να καλύ­πτουν τα έξοδα λει­τουρ­γίας του, υπο­λο­γί­ζε­ται στα 79,2 ευρώ έναντι 68,5 στην Κύπρο. Δηλαδή η τιμή με την οποία θα ανοίξει για να λει­τουρ­γή­σει –ή με την οποία δεν θα «κατε­βά­σει ρολά»– ένα ξενο­δο­χείο στην Ελλάδα είναι 16% υψη­λό­τερη από την αντί­στοιχη στην Κύπρο, σύμφωνα με στοι­χεία του Ινστι­τού­του ΣΕΤΕ. Με δεδο­μένο πως η Μεσό­γειος είναι μια αγορά με έντονες επο­χια­κές δια­κυ­μάν­σεις, το ελλη­νικό ξενο­δο­χείο μπαίνει στην αγορά πολύ αργό­τερα και βγαίνει πολύ νωρί­τερα, λει­τουρ­γώ­ντας μόνο όταν οι τιμές είναι υψηλές (high season). Ετσι, η υψηλή φορο­λο­γία οξύνει και την επο­χι­κό­τητα.

Τα δια­φο­ρε­τικά φορο­λο­γικά καθε­στώτα αλλά και οι προ­βλέ­ψεις για τις επι­τρε­πό­με­νες ετήσιες απο­σβέ­σεις (όσο πιο υψηλούς συντε­λε­στές απο­σβέ­σεων έχει μια χώρα τόσο πιο γρήγορα μπορούν οι επεν­δύ­σεις να καλυ­φθούν από την προ φόρων κερ­δο­φο­ρία) έχουν και ιδιαί­τερα σημα­ντι­κές επι­πτώ­σεις στις επεν­δύ­σεις. Στην Ελλάδα προ­βλέ­πο­νται οι χαμη­λό­τε­ροι συντε­λε­στές φορο­λο­γι­κών απο­σβέ­σεων μεταξύ των βασικών μεσο­γεια­κών της αντα­γω­νι­στών, ενώ στην Κροατία οι υψη­λό­τε­ροι και συνεπώς στην πρώτη περί­πτωση τα φορο­λο­γη­τέα κέρδη μπορεί να εμφα­νί­ζο­νται αυξη­μένα, ενώ στη δεύτερη πιο χαμηλά.

Στην Ελλάδα η από­σβεση μιας επέν­δυ­σης θέλει περισ­σό­τερα από 25 χρόνια, εκτός αν υπάρχει υψηλός ετήσιος ρυθμός ανά­πτυ­ξης των λει­τουρ­γι­κών κερδών και ανα­τί­μη­σης της αξίας των υπο­δο­μών. Τότε,μπορεί ιδανικά να γίνει και σε 14 χρόνια, δηλαδή χρειά­ζε­ται το τρι­πλά­σιο σχεδόν χρονικό διά­στημα σε σχέση με την Κύπρο.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.