Υπόθεση κυκλοφορίας παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, που είχε προκαλέσει αίσθηση στο νησί της Ρόδου, θα αναβιώσει την 24η Σεπτεμβρίου 2018 στο Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή κάθειρξης 10 ετών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα, υπό τον όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, της εμφάνισής της μια φορά κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας της και της καταβολής χρηματικής εγγύησης ύψους 3.000 ευρώ στην Α. Ρ. του Δ. και ποινή φυλάκισης 4 ετών μετατρέψιμη προς 5 ευρώ ημερησίως με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα στον συγκατηγορούμενο της Γ. Τ. του Ε..
Οι δυό τους συνελήφθησαν την 19η Ιουνίου 2010 και ώρα 14.30 από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου.
Μετά από πληροφορίες που περιήλθαν στους αστυνομικούς ότι ομάδα αποτελούμενη από δύο ζευγάρια επρόκειτο να αφιχθεί στη Ρόδο από την Αθήνα με σκοπό να διαθέσουν στην αγορά πλαστά χαρτονομίσματα οι αστυνομικοί κατά την άφιξη του πλοίου Blue Star II στον εμπορικό λιμένα της Ρόδου εντόπισαν τους ως άνω κατηγορούμενους οι οποίοι κατέβηκαν όλοι μαζί από το πλοίο και αφού ανέμειναν για λίγο στην προβλήτα επιβιβάστηκαν σε ενοικιαζόμενο ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο το οποίο τους έφεραν στο λιμάνι.
Μετά την επιβίβαση των κατηγορουμένων στο ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο και αφού διήνυσαν κάποια μέτρα οι αστυνομικοί τούς σταμάτησαν και στη συνέχεια τους οδήγησαν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου.
Εκεί ερευνήθηκαν οι αποσκευές τους και σε βαλίτσα που έφερε ο δεύτερος βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένα σε θήκη φωτογραφικής μηχανής διπλωμένα ένα – ένα 20 πλαστά χαρτονομίσματα των 50 ευρώ.
Επίσης ανευρέθηκαν μια κασετίνα χρυσαφικών η οποία βρισκόταν στην βαλίτσα και περιείχε μεγάλη ποσότητα κοσμημάτων.
Οι αστυνομικοί θεωρούν ότι η σπείρα σκόπευε να διακινήσει τα πλαστά χαρτονομίσματα στην αγορά της Ρόδου το τριήμερο της εδώ παραμονής της.
Θεωρούν ακόμη ότι εφοδιάστηκαν τα χρυσά κοσμήματα χωρίς να μπορούν να αποδείξουν την κατοχή τους προκειμένου να τα διαθέσουν ομοίως στην αγορά του νησιού.
Ο κύριος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι κατέχει νόμιμα τα χρυσαφικά και ότι τα πλαστά προέρχονται από την πώληση δύο δακτυλιδιών που έκανε σε επιβάτη του πλοίου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ισχυρίστηκε δε ότι ο επιβάτης αυτός αποβιβάστηκε από το πλοίο στην Κω.
Ως συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων παρίστανται οι δικηγόροι κ.κ. Στ. Αλεξανδρής και Κ. Διακονής.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ