ΑΠΟΨΕΙΣ

Το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή

Τέρης Χατζηιωάννου
1 λεπτό ανάγνωση

«…Εγώ μεν εβά­πτι­σα υμάς εν ύδατι, αυτός βα­πτί­σει υμάς εν Πνεύ­μα­τι Αγίω…»

(Μάρ­κου α΄ 8) Ρόδος MCDLXXXIV (1484)….

Μια με­γά­λη πομπή από ιπ­πό­τες ανε­βαί­νει την magna platea, δη­λα­δή τη ση­με­ρι­νή Σω­κρά­τους της Με­σαιω­νι­κής Πόλης.

Χι­λιά­δες λαού έχουν πα­ρα­τα­χθεί δεξιά-αρι­στε­ρά του δρό­μου και με ευ­λά­βεια προ­σκυ­νούν συ­γκι­νη­μέ­νοι.

Ο με­γά­λος Μά­γι­στρος Πιερ Ντ’ Ομπυ­σόν (Pierre d’Aubussson) έχει πα­ρα­λά­βει ένα πο­λύ­τι­μο δώρο, που φυ­λασ­σό­ταν σε κόκ­κι­νο βε­λού­δι­νο ύφα­σμα σε κυ­πα­ρισ­σέ­νια θήκη, πλού­σια στο­λι­σμέ­νη απ’ έξω με πο­λύ­τι­μες πέ­τρες.

Το δώρο έχει στεί­λει στον ηγού­με­νο ο Σουλ­τά­νος Βα­για­ζήτ, ως έν­δει­ξη ευ­γνω­μο­σύ­νης για τη συν­θή­κη που έχουν υπο­γρά­ψει οι δύο άν­δρες.

Πε­ριέ­χει το πο­λυ­τι­μό­τε­ρο κει­μή­λιο για τους Ιω­αν­νί­τες ιπ­πό­τες.

Το δεξί χέρι του Ιω­άν­νη του Βα­πτι­στή.

Του Προ­στά­τη του Τάγ­μα­τος.

Την αδιά­φθο­ρη του Προ­δρό­μου που έδει­ξε και είπε: «…Ιδού ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ…»

Η συν­θή­κη που υπέ­γρα­ψαν Βα­για­ζήτ και Ντ’ Ομπυ­σόν αφο­ρού­σε –προ­σχη­μα­τι­κά- στο δι­καί­ω­μα της εμπο­ρι­κής ελευ­θε­ρί­ας για τον οθω­μα­νι­κό στόλο.

Ου­σια­στι­κά όμως, ήταν λύτρα (45.000 δου­κά­τα) για τον πρί­γκι­πα Τζεμ.

Αδελ­φό του σουλ­τά­νου που διεκ­δι­κού­σε το θρόνο και κρα­τού­σε μα­κριά από την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο Με­γά­λος Μά­γι­στρος.

Πάπας και Βα­σι­λιά­δες διεκ­δι­κούν τον από­γο­νο των Οσμαν­λί­δων, μα ο Ντ΄Ο­μπυ­σόν ανα­δει­κνύ­ε­ται ικα­νό­τε­ρος δι­πλω­μά­της, παρά ιε­ρο­μό­να­χος…

Την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα του ιερού λει­ψά­νου επι­βε­βαί­ω­σε ο απε­σταλ­μέ­νος του Με­γά­λου Μά­γι­στρου, υπο­κα­γκε­λά­ριος του τάγ­μα­τος Γου­λιέλ­μος Κα­ουρ­σέν (G. Caoursin).

Ο Κα­ουρ­σέν ήταν λό­γιος, βαθιά μορ­φω­μέ­νος και τί­μιος άν­θρω­πος.

Ρό­διος -Φλα­μαν­δι­κής κα­τα­γω­γής -έμενε κοντά στην εκ­κλη­σία της Πα­να­γί­ας του Μπούρ­γκου, στην ση­με­ρι­νή οδό Συμ­μί­ου, απέ­να­ντι από τη συ­να­γω­γή Καχάλ Σαλώμ, στη συ­νοι­κία της Οβρια­κής.

Το μαρ­μά­ρι­νο οι­κό­ση­μό του- ζώνη με οκτά­κτι­νο άστρο με τρία που­λιά- στέ­κε­ται αγέ­ρω­χο ακόμη πέντε αιώ­νες μετά.

Ο Κα­ουρ­σέν αφού εξε­τά­ζει πολλά αξιό­πι­στα πρό­σω­πα που βρί­σκο­νταν στην Πόλη, κατά την εποχή της Άλω­σης, δεν έμει­νε καμία αμ­φι­βο­λία ότι το λεί­ψα­νο ήταν το δεξί χέρι του Αγίου Ιω­άν­νη του Βα­πτι­στή.

Ο Κα­ουρ­σέν επι­στρέ­φει στο νησί, κλεί­νε­ται στο αρ­χο­ντι­κό του και γρά­φει την ιστο­ρία του λει­ψά­νου.

Ο Άγιος Λου­κάς ο Ευαγ­γε­λι­στής, αφού ασπά­στη­κε τη χρι­στια­νι­κή πίστη, συ­νέ­λα­βε την ιδέα να πάρει κρυφά το σώμα του Αγίου Ιω­άν­νη που ήταν θαμ­μέ­νο στην πόλη Σε­βά­στεια.

Επει­δή όμως σκέ­φτη­κε ότι θα δυ­σκο­λεύ­ο­νταν να με­τα­φέ­ρουν ολό­κλη­ρο το σώμα χωρίς να γί­νουν αντι­λη­πτοί και να πια­στούν, έκοψε το χέρι που είχε βα­φτί­σει τον Χρι­στό, ως το πιο ιερό του σώ­μα­τος και το με­τέ­φε­ρε στην Αντιό­χεια.

Το χέρι του Αγίου Ιω­άν­νη ήταν συν­δε­μέ­νο με θαύ­μα­τα, όπως ανα­φέ­ρει ο Κα­ουρ­σέν που επι­κα­λεί­ται τον Συ­με­ών τον Με­τα­φρα­στή.

Το Άγιο λεί­ψα­νο υπήρ­ξε σί­γου­ρο ση­μά­δι για την αφθο­νία ή την ακαρ­πία της γης.

Οι χρι­στια­νοί της Αντιό­χειας συ­νή­θι­ζαν να κά­νουν λι­τα­νεία έξω από την πόλη την ημέρα της Ύψω­σης του Τι­μί­ου Σταυ­ρού.

Ο Πα­τριάρ­χης κρα­τού­σε τη θήκη με το χέρι του Προ­δρό­μου κι όταν έφτα­ναν σ’ ένα μικρό ύψωμα απ’ όπου φαι­νό­ταν η ύπαι­θρος, έβγα­ζε από τη θήκη το ιερό λεί­ψα­νο και το σή­κω­νε πολύ ψηλά για να δει όλος ο λαός.

Αν η χρο­νιά θα’ ταν καλή, το άγιο χέρι έμενε τε­ντω­μέ­νο και ακί­νη­το, αλλά αν η χρο­νιά θα­΄ταν κακή και άκαρ­πη, το χέρι έκλει­νε μόνο του.

Όταν τη βυ­ζα­ντι­νή αυ­το­κρα­το­ρία κυ­βερ­νού­σε ο Κων­στα­ντί­νος ο Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­τος, ηγε­μό­νας πι­στός και πολύ αφο­σιω­μέ­νος στον Χρι­στό, του γεν­νή­θη­κε η επι­θυ­μία να απο­κτή­σει το άγιο λεί­ψα­νο.

Το όρ­γα­νο τόσων θαυ­μά­των που η φήμη τους είχε εξα­πλω­θεί σε όλη την Ανα­το­λή.

Ο Κων­στα­ντί­νος Ζ’ το το­πο­θέ­τη­σε στην εκ­κλη­σία του Αγ. Ιω­άν­νη της Πέ­τρας.

Το άγιο λεί­ψα­νο πα­ρέ­μει­νε στη μονή, ως την Άλωση της Πόλης από τον Μω­ά­μεθ Β΄ τον Πορ­θη­τή.

Τότε με εντο­λή του το­πο­θε­τή­θη­κε στο αυ­το­κρα­το­ρι­κό θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο μαζί με άλλα ιερά λεί­ψα­να που οι θήκες τους ήταν πο­λύ­τι­μες.

Από κει το πήρε ο Βα­για­ζήτ για να το προ­σφέ­ρει στο Με­γά­λο Μά­γι­στρο.

Στη Ρόδο μόλις βε­βαιώ­θη­καν ότι το άγιο λεί­ψα­νο ήταν αυ­θε­ντι­κό, ο Ντ’ Ομπυ­σόν σκέ­φτη­κε να το με­τα­φέ­ρει με πομπή στην εκ­κλη­σία του Αγίου Ιω­άν­νη.

Σε Συμ­βού­λιο απο­φα­σί­στη­κε η τε­λε­τή να γίνει στις 23 Μαΐου, την ημέρα που τέσ­σε­ρα χρό­νια πριν η πόλη είχε πο­λιορ­κη­θεί από τους Οθω­μα­νούς.

Στη με­γά­λη πλα­τεία είχε στη­θεί με­γα­λό­πρε­πος θρό­νος με ου­ρα­νό, που τα σκα­λο­πά­τια του ήταν σκε­πα­σμέ­να με χρυσά χαλιά.

Ο πριό­ρης της εκ­κλη­σί­ας ανέ­βη­κε στην εξέ­δρα, ξε­γύ­μνω­σε το χέρι που ήταν τυ­λιγ­μέ­νο με κόκ­κι­νο ύφα­σμα και το έδει­ξε στο λαό, προ­τρέ­πο­ντάς τον με λίγα λόγια να γίνει άξιος της ιερής αυτής κα­τά­θε­σης, με ενά­ρε­τη ζωή- και τον ευ­λό­γη­σε τρεις φορές με το άγιο χέρι.

Στην λει­τουρ­γία που ακο­λού­θη­σε στην εκ­κλη­σία του Αγίου Ιω­άν­νη του Κολ­λα­κί­ου, κλή­ρος, ιπ­πό­τες και λαός ασπά­στη­καν το άγιο χέρι που βά­φτι­σε τον Ιησού Χρι­στό.

Πέ­ρα­σαν χρό­νια, πο­λιορ­κί­ες, μπό­ρες, σει­σμοί, λιμοί, κα­τα­στρο­φές.

Το ιερό λεί­ψα­νο, το τμήμα του Τι­μί­ου Σταυ­ρού και η Πα­να­γία της Φι­λε­ρή­μου, προ­στά­τευαν Ρό­διους και Φρά­γκους.

Τριά­ντα οκτώ χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το MDXXII (1522) ο εγ­γο­νός του σουλ­τά­νου Βα­για­ζήτ, Σου­λεϊ­μάν ο Με­γα­λο­πρε­πής πο­λιορ­κεί και κα­τα­κτά τη Ρόδο.

Ανή­με­ρα Πρω­το­χρο­νιάς του 1523 (μετά από 213 χρό­νια πα­ρα­μο­νής τους στο νησί) οι ιπ­πό­τες και 5000 Ρο­δί­τες ανέ­βη­καν στις γα­λέ­ρες και έκα­μαν πανιά σε -μια μακρά όπως απο­δεί­χτη­κε- με­λαγ­χο­λι­κή πο­ρεία.

Σπι­να­λό­γκα, Χάν­δα­κας, Φρα­σκιά (Κρήτη) Μεσ­σή­νη, Πο­τσουό­λι (Νά­πο­λη) Τσι­βι­τα­βέ­κια, Ρώμη, Βι­τέρ­μπο, Κορ­νέ­το, Βι­λα­φράν­κα, Νί­καια, Συ­ρα­κού­σες (Σι­κε­λία) ως ότου δέ­σουν μό­νι­μα στο λι­μά­νι της Μάλ­τας το 1530.

Οι αιώ­νες κυ­λούν και οι Ιω­αν­νί­τες ιπ­πό­τες εκ­διώ­κο­νται από τον Να­πο­λέ­ο­ντα και τη Μάλτα το 1798.

Πα­ρα­μέ­νουν όμως οι Ρο­δί­τες, που στε­ρού­νται τα τρία ιερά κει­μή­λια.

Έχουν προ­νο­ή­σει όμως, να κτί­σουν εκ­κλη­σιές για να στε­γά­σουν τις Πα­να­γί­ες της εξο­ρί­ας.

Την Δα­μα­σκη­νή και την Ελε­η­μο­νή­τρα.

Προς βο­ή­θεια οι ιπ­πό­τες του τάγ­μα­τος απευ­θύ­νο­νται στην δυ­να­στεία των Ρο­μα­νώφ ανα­ζη­τώ­ντας επί­γειο προ­στά­τη.

Ο τσά­ρος Παύ­λος Α΄ εκλέ­γε­ται Μέγας Άρχων του Τάγ­μα­τος και στο Εθνό­ση­μο της Ρω­σι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας προ­στί­θε­ται η ει­κό­να του Σταυ­ρού της Μάλ­τας.

Ο οκτά­γω­νος σταυ­ρός συμ­βο­λί­ζει τους αντί­στοι­χους μα­κα­ρι­σμούς, της Επί του Όρους ομι­λί­ας του Ιησού Χρι­στού.

Οι τέσ­σε­ρις ακί­δες που δεί­χνουν προς το κέ­ντρο συμ­βο­λί­ζουν τις τέσ­σε­ρις αρε­τές: Σοφία, Δι­καιο­σύ­νη, Θάρ­ρος, Με­τριο­φρο­σύ­νη.

Ο Τσά­ρος δο­λο­φο­νεί­ται και τα ίχνη των ιερών κει­μή­λιων χά­νο­νται…

Το 1978 το ανε­ξάρ­τη­το πλέον κρά­τος του Μαυ­ρο­βού­νιου πα­ρου­σιά­ζει στον κόσμο, τα τρία ιερά λεί­ψα­να της Ρόδου.

Ο αμύ­θη­τος θη­σαυ­ρός δεν είχε χαθεί.

Το κου­βά­ρι ξε­τυ­λί­γε­ται και «απο­κα­λύ­πτε­ται» ο τα­ρα­χώ­δης δρό­μος που ακο­λού­θη­σαν στην ιστο­ρία.

Μάλτα, Τερ­γέ­στη, Αγία Πε­τρού­πο­λη, Μόσχα, Κο­πεγ­χά­γη, Βε­ρο­λί­νο, Βε­λι­γρά­δι.

Λίγο μετά τους βομ­βαρ­δι­σμούς των Γερ­μα­νών στο Βε­λι­γρά­δι τον Απρί­λιο του 1941, ο Βα­σι­λιάς Πέ­τρος Β’ Κα­ρα­τζόρν­τσε­βιτς με­τα­φέ­ρει τα ιερά λεί­ψα­να στο μο­να­στή­ρι του Oστρογκ, πριν εγκα­τα­λεί­ψει τη χώρα.

Όταν ο Μέγας Να­πο­λέ­ων κα­τέ­λα­βε τη Μάλτα το 1798, κατά τις επι­θέ­σεις των λη­στών στα πα­λά­τια και τις εκ­κλη­σί­ες, αφαι­ρέ­θη­καν από τα τρία ιερά κει­μή­λια τα πο­λύ­τι­μα κα­λύμ­μα­τά τους.

Όταν έφθα­σαν στη Ρωσία, ο οίκος των Ρο­μα­νώφ τα υπο­δέ­χτη­κε με τιμές.

Στα κει­μή­λια το­πο­θε­τή­θη­καν νέα χρυσά κα­λύμ­μα­τα, που δια­κο­σμή­θη­καν με πο­λύ­τι­μα δια­μά­ντια, ρου­μπί­νια και ζα­φεί­ρια.

Το 1978 η κυ­βέρ­νη­ση του Μαυ­ρο­βου­νί­ου πα­ρέ­δω­σε τα δεξί χέρι του Προ­δρό­μου και το τμήμα του Τι­μί­ου Σταυ­ρού στην Μη­τρό­πο­λη (σή­με­ρα βρί­σκο­νται στο μο­να­στή­ρι του Τσέ­τι­νιε – Cetinje) ενώ την ει­κό­να την πα­ρέ­δω­σε στο μου­σείο.

Ιού­νιος 2006, για μια πε­ρί­ο­δο δύο εβδο­μά­δων, το δεξί χέρι του Αγίου Ιω­άν­νη του Βα­πτι­στή τα­ξι­δεύ­ει στη Ρωσία και εκτί­θε­ται στον κα­θε­δρι­κό ναό Χρι­στού Σω­τή­ρα στη Μόσχα.

Πλη­βεί­οι και πέ­νη­τες, μικρά παι­διά και ηλι­κιω­μέ­νοι, χι­λιά­δες άν­θρω­ποι στή­νο­νται ατέ­λειω­τες ώρες στην ουρά για να προ­σκυ­νή­σουν το δεξί χέρι του Αγίου Ιω­άν­νη.

Τους πλημ­μυ­ρί­ζει, το ασί­γη­το πάθος ενός χρι­στια­νι­κού λαού που σταυ­ρο­κο­πιέ­ται με κα­τά­νυ­ξη και λι­βα­νί­ζει με ευ­λά­βεια τα ιερά και όσια της πί­στε­ως του.

Μετά τη Μόσχα, το άγιο χέρι του Προ­δρό­μου προ­σκύ­νη­σαν και σε άλλες με­γά­λες πό­λεις της Ρω­σί­ας, Λευ­κο­ρω­σί­ας και Ου­κρα­νί­ας.

Αιώ­νες μετά τον δρόμο της προ­σφυ­γιάς, οι προ­βλη­μα­τι­σμοί ως προς την έκ­θε­ση των ιερών κει­μή­λιων στο Μαυ­ρο­βού­νιο, συ­νε­χί­ζο­νται.

Εκ­κλη­σία και Κρά­τος ερί­ζουν και για την ιδιο­κτη­σία των λα­τρευ­τι­κών αντι­κεί­με­νων, καθώς τόσο η συμ­βο­λι­κή, όσο και η οι­κο­νο­μι­κή τους αξία είναι ανυ­πο­λό­γι­στη.

Τα αγια­σμέ­να κει­μή­λια, μνη­μεία πί­στης και μέρος της πο­λι­τι­στι­κής πα­ρά­δο­σης της Ρόδου και της Χρι­στια­νο­σύ­νης φω­τί­ζουν τις καρ­διές των αν­θρώ­πων.

Κα­ντή­λια ελ­πί­δας και προσ­δο­κί­ας.

Το δεξί χέρι του Αγίου Ιω­άν­νη του Βα­πτι­στή, συ­γκλο­νί­ζει…

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.