ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Με πτυχία, καριέρα και επιτυχημένοι επαγγελματίες οι Σύροι πρόσφυγες

news room 1 λεπτό ανάγνωση
δημοσίευμα

Είναι γιατροί, δικη­γό­ροι, μηχα­νι­κοί, καθη­γη­τές. Ανθρω­ποι με σπουδές, πτυχία, εργα­σιακή εμπει­ρία και όνειρα για καριέρα. Μέλη μιας αστικής τάξης που δια­λύ­θηκε και παίρνει τον δρόμο της προ­σφυ­γιάς.

Αφησαν δου­λειές & καριέ­ρες για να σωθούν από τον πόλεμο

Σύμφωνα με όλες τις στα­τι­στι­κές, η πλειο­νό­τητα των ανθρώ­πων που φτάνουν αστα­μά­τητα πια στα ελλη­νικά νησιά έχουν προ­σφυ­γικό προφίλ. Είναι κυρίως Σύροι που προ­σπα­θούν να σώσουν τη ζωή τους, από έναν πόλεμο που δεν φαί­νε­ται να τελειώ­νει σύντομα. Από τους 10.500 που μπήκαν στη χώρα το πρώτο τρίμηνο, οι 6.000 ήταν Σύροι.

Ολο και πιο συχνά πρό­κει­ται για ολό­κλη­ρες οικο­γέ­νειες, που ταξι­δεύ­ουν με σκοπό να φτάσουν στην κεντρική Ευρώπη, νέους με πτυχία που θέλουν να ζήσουν και να χτίσουν μια καριέρα σε μια χώρα με ισχυρή οικο­νο­μία. Κάποιοι ανα­γκά­ζο­νται να χωρι­στούν από τις οικο­γέ­νειές τους.

Οπως η γιατρός Σουπία Ζέμι, από την Νταρά, που ήρθε με τα δύο παιδιά της εδώ και άφησε πίσω τα άλλα δύο με τον άντρα της. Ή ο Μπασάμ Χασάν, καθη­γη­τής στο Χαλέπι, που έμαθε μόλις την προη­γού­μενη εβδο­μάδα πως σκο­τώ­θηκε ο γιος του, ηλικίας ενός έτους. Ηρθε μόνος του στην Ελλάδα με σκοπό να έρθουν αργό­τερα η γυναίκα του και ο γιος. Δεν πρό­λα­βαν.

Αλλά και η Σουπία το μόνο που σκέ­φτε­ται είναι τα παιδιά της. Να προ­λά­βουν να έρθουν εδώ και να ζήσουν τελικά όλοι μαζί κάπου ασφα­λείς.

Οι πολι­τι­κοί μηχα­νι­κοί Μαχμούτ Γετσόζι και Ράμα Μπεϊ­ντάκ
Ζούσαμε καλύ­τερα από τον μέσο Ελληνα

Ο 29χρονος Μαχμούτ Γετσόζι και η γυναίκα του, η 27χρονη Ράμα Μπεϊ­ντάκ, είναι πολι­τι­κοί μηχα­νι­κοί. Τους ακούς να μιλούν με πάθος για τη δουλειά τους και την καριέρα που ονει­ρεύ­ο­νται. Ο Μαχμούτ αγαπά πολύ τις σπουδές, θέλει να κάνει ένα μετα­πτυ­χιακό. Η Ράμα δεν βλέπει την ώρα να μπει σε εργο­τά­ξιο, να σχε­διά­σει κτίρια, γέφυρες, δρόμους. Το βλέπεις πως είναι άνθρω­ποι της καριέ­ρας. «Η ζωή μας κατα­στρά­φηκε από τις βόμβες και τον πόλεμο».

Πριν από πέντε μέρες απο­βι­βά­στη­καν στο Φαρ­μα­κο­νήσι με φου­σκωτό από την Τουρκία, πλη­ρώ­νο­ντας 1.000 δολάρια ο καθένας. «Είχαμε μια ωραία ζωή στο Χαλέπι. Πριν από τον πόλεμο ζούσαμε μάλλον καλύ­τερα από ό,τι ζει σήμερα ο μέσος Ελληνας. Τώρα η γει­το­νιά μας έχει ισο­πε­δω­θεί, τα σπίτια μας δεν έχουν ρεύμα ούτε νερό και οι βόμβες πέφτουν βροχή. Πέφταμε να κοι­μη­θούμε το βράδυ και δεν ξέραμε αν θα ξυπνή­σουμε το πρωί».

Ο Μαχμούτ έχει δει νεκρούς στην πόλη του, στους δρόμους. Υπάρ­χουν, λέει, μέρη στο Χαλέπι που πρέπει να τρέχεις για να τα δια­σχί­σεις, ακόμη και με το αυτο­κί­νητο, επειδή υπάρ­χουν ελεύ­θε­ροι σκο­πευ­τές και δεν είναι δύσκολο να βρεθείς νεκρός… Τώρα θέλουν να πάνε στη Γερ­μα­νία. Το σχέδιό τους είναι η Ράμα να δου­λέ­ψει και ο Μαχμούτ να συνε­χί­σει τις σπουδές του. Θα κάνουν αίτηση ασύλου; «Μπο­ρούμε να πάμε στη Γερ­μα­νία και να μεί­νουμε εκεί μόνιμα αν κάνουμε εδώ αίτηση ασύλου;» ρωτούν γεμάτοι αγωνία.

Ο μηχα­νι­κός ηλε­κτρο­νι­κών υπο­λο­γι­στών Ουασίμ Μοχά­μεντ
Δούλευα σε μεγάλη πολυ­ε­θνική

Ο 27χρονος Ουασίμ Μοχά­μεντ είναι μηχα­νι­κός ηλε­κτρο­νι­κών υπο­λο­γι­στών. Απο­φοί­τησε το 2006 από το πανε­πι­στή­μιο της Δαμα­σκού και αμέσως βρήκε δουλειά σε μεγάλη πολυ­ε­θνική εται­ρεία, διάσημη για τα κινητά της τηλέ­φωνα, που έχει βάση τη Νότιο Κορέα. «Από τότε που ξεκί­νησε ο πόλεμος, όλες οι μεγάλες εται­ρείες εγκα­τέ­λει­ψαν τη χώρα. Τίποτα και κανείς δεν είναι πλέον ασφαλής εκεί», λέει ο Ουασίμ.

Εκείνος εργα­ζό­ταν στο τμήμα δικτύων της εται­ρείας. Εκαναν προ­γραμ­μα­τι­σμό υπο­λο­γι­στών, έφτια­χναν εσω­τε­ρικά δίκτυα για άλλες εται­ρείες κ.λπ. «Είχα μια καλή καριέρα εκεί. Επαιρνα αρκετά καλό μισθό. Είχα μια σύντροφο, σκο­πεύ­αμε να παντρευ­τούμε, αλλά μετά ξέσπασε ο πόλεμος. Δεν υπάρχει πια καμία ασφά­λεια στη Δαμασκό. Η ζωή μου ήταν σε κίνδυνο. Κάθε στιγμή μπορεί να πέσει μια βόμβα στο κεφάλι σου. Ολα κατα­στρά­φη­καν. Γι’ αυτό και έφυγα, λόγω του πολέμου». Απο­φά­σισε να φύγει για Τουρκία και πριν από δύο μήνες πέρασε με ένα φου­σκωτό στη Μυτι­λήνη, πλη­ρώ­νο­ντας στον δου­λέ­μπορο 1.000 δολάρια. Θέλει να μείνει εδώ;

«Είμαι ακόμη νέος και θέλω να συνε­χίσω την καριέρα μου. Η Ελλάδα είναι υπέροχη χώρα, οι άνθρω­ποι έχουν πολύ καλή καρδιά, αλλά δεν φτάνει αυτό για να μείνει κανείς εδώ. Προς το παρόν, μπορούν ακόμη να με στη­ρί­ζουν οι δικοί μου, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να δουλέψω». Η σύντρο­φός του είναι χρι­στιανή και το σχέδιό τους, λέει ο Ουασίμ, είναι να φτάσουν στις ΗΠΑ, να παντρευ­τούν και να ζήσουν εκεί.

Η καθη­γή­τρια Καμάρ Σεκ Αμπντό
Είχαμε το σπίτι, τα αυτο­κί­νητά μας…

«Φύγαμε κυνη­γη­μέ­νοι. Είχαμε μια ολό­κληρη ζωή και τα αφήσαμε όλα πίσω». Η 38χρονη Καμάρ Σεκ Αμπντό είναι καθη­γή­τρια Αγγλι­κής Φιλο­λο­γίας, από­φοι­τος του Πανε­πι­στη­μίου της Δαμα­σκού. Ζούσε με την οικο­γέ­νειά της, τις τρεις κόρες, τον γιο και τον άντρα της στο προ­ά­στιο Χαράστα. Ανήκαν στην αστική τάξη της συρια­κής πρω­τεύ­ου­σας. Ο σύζυγός της δια­τη­ρούσε ένα μικρό εργο­στά­σιο τρο­φί­μων. «Είχαμε το σπίτι μας, τα αυτο­κί­νητά μας, τη γη μας και μικρή περιου­σία. Είχαμε μια καλή οικο­νο­μική επι­φά­νεια, αλλά λόγω του πολέμου τα αφήσαμε όλα πίσω. Βομ­βάρ­δι­σαν το σπίτι μας, το σχολείο μας. Σιγά σιγά εγκα­τα­λεί­ψαμε όλοι τη Χαράστα λόγω των βομ­βαρ­δι­σμών. Είναι αδύνατο να ζήσει πια κανείς εκεί».

Εφτασαν στην Ελλάδα πριν από μερι­κούς μήνες. Πέρασαν με βάρκα στη Μυτι­λήνη, πλη­ρώ­νο­ντας 4.000 ευρώ. «Δεν θέλαμε να γίνουμε πρό­σφυ­γες. Φύγαμε λόγω του πολέμου». Η Ελλάδα της αρέσει, λέει, αλλά η ζωή εδώ δεν είναι εύκολη για τον πρό­σφυγα. «Σε δημόσιο σχολείο δεν παίρ­νουν τις κόρες μου, επειδή δεν μιλούν Ελλη­νικά. Υπάρ­χουν ιδιω­τικά σχολεία, αλλά δεν έχουμε πια τόσα λεφτά και μου ζητούν και τα απο­λυ­τή­ρια. Εμείς φύγαμε κυνη­γη­μέ­νοι, δεν πήραμε τίποτα μαζί μας». Δεν έχει κάνει αίτηση ασύλου. «Αν κάνω αίτηση εδώ τι μπορεί να μου δώσει το κράτος; Κι αν προ­σπα­θήσω να πάω σε χώρα της Ευρώπης, ίσως εκεί μου αρνη­θούν να εγκα­τα­σταθώ αν έχω κάνει εδώ αίτηση ασύλου». Το σχέδιό τους είναι φτάσουν στην Κεντρική Ευρώπη.

Ο γιατρός Αμζάντ Χαλί Αουάντ
Είχα δικό μου ιατρείο στη Δαμασκό

Ο 35χρονος Αμζάντ Χαλί Αουάντ είναι γιατρός χει­ρουρ­γός. Σύρος παλαι­στι­νια­κής κατα­γω­γής έχει εργα­στεί, μας λέει, σε διάφορα νοσο­κο­μεία της Συρίας και τα τελευ­ταία χρόνια πριν από τον πόλεμο είχε δικό του ιατρείο στη Δαμασκό. «Είχαμε μια καλή οικο­νο­μική επι­φά­νεια, το σπίτι μας, το αυτο­κί­νητό μας, αλλά δεν έμεινε τίποτα όρθιο».

Σπού­δασε στον Λίβανο και έμενε στη συνοι­κία Αλ – Ταλ. «Ανά πάσα στιγμή κιν­δύ­νευε η ζωή μου. Γι’ αυτό έφυγα». Οι βομ­βαρ­δι­σμοί, λέει, τα ισο­πέ­δω­σαν όλα, το σπίτι του την επι­χεί­ρησή του. Η γυναίκα του έφυγε με τα δύο παιδιά του να βρει κατα­φύ­γιο στο σπίτι των γονιών του και ο ίδιος πήρε πριν από έναν χρόνο τον δρόμο της προ­σφυ­γιάς, με την ελπίδα να φτάσει σε μια ευρω­παϊκή χώρα, να εγκα­τα­στα­θεί, ώστε να μπο­ρέ­σει να έρθει μετά και η οικο­γέ­νειά του. «Στη Συρία δια­λύ­θη­καν όλα. Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο. Και για να φύγεις από εκεί θέλεις πολλά λεφτά».

Εφτασε πριν από έναν χρόνο στην Ελλάδα, με βάρκα στη Λήμνο. Μένει σε ένα μικρό δια­μέ­ρι­σμα μαζί με άλλους Σύρους και για τις καθη­με­ρι­νές ανάγκες του εξυ­πη­ρε­τεί­ται από το Κέντρο Ημε­ρή­σιας Υπο­δο­χής Αστέγων της PRAKSIS. Κατά­φερε πρό­σφατα να πάρει την άδεια παρα­μο­νής του πρό­σφυγα και ταξι­διω­τικά έγγραφα από τη χώρα μας. Τώρα, λέει, θέλει να πάει στη Σουηδία. Το ξέρει πως δεν μπορεί να εγκα­τα­στα­θεί εκεί μόνιμα, αλλά θέλει να προ­σπα­θή­σει και θα δει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ Εθνος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.