ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αριστοτέλεια Δόγκα: «Αν δεν υπήρχε η παρέμβασή μου η δίκη θα τιναζόταν στον αέρα»

news room 9 λεπτά ανάγνωση
86

«Αυτά που άκουσα για την αγό­ρευσή μου είναι τραγικά. Λυπάμαι πάρα πολύ. Υπάρχει τερά­στιο θέμα για τον υπουργό παρά τω Πρω­θυ­πουργώ, κ. Ακη Σκέρτσο, κι αυτά που δήλωσε. Το δικό μου το δικα­στή­ριο δεν έγινε ποτέ «λαϊκή απο­γευ­μα­τινή». Θα πρέπει να ήταν πρώτα εκεί ν’ ακούει κι ύστερα να εκφέρει άποψη. Εμένα με νοιάζει να κατα­λα­βαί­νει ο κόσμος τι γίνεται. Εγώ είμαι τέτοιου ήθους που αν πίστευα ότι ο ένας του­λά­χι­στον από τους κατη­γο­ρου­μέ­νους στη δίκη Τοπα­λούδη έπρεπε να πάρει ένα ελα­φρυ­ντικό για μειω­μένο κατα­λο­γι­σμό, σε κόντρα όλων, θα το πρό­τεινα! Δεν δικάζω με τον κόσμο. Ετυχε ο κόσμος να ταυ­τι­στεί μαζί μου. Δεν το προ­κά­λεσα, δεν το επε­δί­ωξα. Η αγό­ρευση του εισαγ­γε­λέα αλίμονο αν δεν προ­κα­λέ­σει. Πώς θα πείσω εγώ τους ενόρ­κους; Πού ξέρω ότι ένας από αυτούς (σ.σ. τους ενόρ­κους), θλιμ­μέ­νος, και επειδή τα παιδιά αυτά – οι κατη­γο­ρού­με­νοι – είναι νεότατα, δεν θα τους ανα­γνω­ρί­σει και κάποιο ελα­φρυ­ντικό; Εγώ θα κάνω τη δουλειά μου. Ο εισαγ­γε­λέας πρέπει να στη­ρί­ξει την κατη­γο­ρία να πείσει τους ενόρ­κους. Τι να πω; Τι καλά παιδιά που ήταν και τι ωραία που φέρ­θη­καν; Οταν άκουσα τα απί­στευτα ψέματα, είπα στους ίδιους – και όχι στους δικη­γό­ρους όπως μνη­μο­νεύ­τηκε – ότι συσκο­τί­σατε την υπόθεση. Ακόμη κι αυτό που ανα­φέ­ρατε για το δάκρυ μου, αυτό δεν είχε σχέση με την υπόθεση Τοπα­λούδη, αλλά με σημα­ντικό πρό­βλημα υγείας που αντι­με­τώ­πιζα εκείνες τις ημέρες και υπέφερα πραγ­μα­τικά».

 

«Επραξα το καθήκον μου»

Μιλά το κεντρικό πρόσωπο των τελευ­ταίων ημερών: η 55χρονη εισαγ­γε­λέας Αρι­στο­τέ­λεια Δόγκα, της οποίας η αγό­ρευση για την απο­τρό­παια δολο­φο­νία της 21χρονης φοι­τή­τριας Ελένης Τοπα­λούδη δίχασε προ­κα­λώ­ντας θετικά σχόλια από ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης, αλλά και επι­κρί­σεις από συνα­δέλ­φους της νομι­κούς.

Η κυρία Δόγκα, στην πολύωρη συνέ­ντευξή της, υπε­ρα­σπί­ζε­ται το περιε­χό­μενο της αγό­ρευ­σής της, αρνεί­ται τις κατη­γο­ρίες για «συναι­σθη­μα­τική φόρτιση και έλλειψη αμε­ρο­λη­ψίας» και υπο­γραμ­μί­ζει ότι δεν την ενδια­φέ­ρουν οι έπαινοι από χιλιά­δες πολίτες. «Επραξα μόνο το καθήκον μου ως εισαγ­γε­λέας» λέει. Εξι­στο­ρεί ένα έντονο παρα­σκή­νιο γύρω από τη δίκη και ανα­φέ­ρε­ται στην πρόθεση άλλων δικα­στι­κών λει­τουρ­γών να ολο­κλη­ρω­θεί η ακρο­α­μα­τική δια­δι­κα­σία με συνο­πτι­κές δια­δι­κα­σίες, λέγο­ντας χαρα­κτη­ρι­στικά ότι «αν δεν υπήρχε η παρέμ­βασή μου, η δίκη Τοπα­λούδη θα τινα­ζό­ταν στον αέρα», επι­ση­μαί­νο­ντας ότι «την ημέρα της αγό­ρευ­σής μου αντι­με­τώ­πιζα σοβαρά προ­βλή­ματα υγείας». Υπο­γραμ­μί­ζει μάλιστα την προ­σπά­θειά της να ενερ­γο­ποι­ή­σει «κλήση βοή­θειας» όταν υπήρξε παρέμ­βαση «αγνώ­στων» νομικών μετά την πολυ­συ­ζη­τη­μένη αγό­ρευσή της! «Εχω μελε­τή­σει σοβαρά το ενδε­χό­μενο τα επόμενα 24ωρα να δηλώσω την παραί­τησή μου από το δικα­στικό σώμα, όμως προ­σπα­θούν να με απο­τρέ­ψουν άνθρω­ποι από το περι­βάλ­λον μου» εξο­μο­λο­γεί­ται, απο­τυ­πώ­νο­ντας έτσι την ψυχο­λο­γική πίεση που δέχτηκε τις ημέρες που ακο­λού­θη­σαν.

«Η Ελένη κι εγώ θα είμαστε μαζί»

Η τραγική υπόθεση της κακο­ποί­η­σης και της εν ψυχρώ δολο­φο­νίας της 21χρονης φοι­τή­τριας από το Διδυ­μό­τειχο από δύο νεαρούς σχεδόν της ίδιας ηλικίας έχει συγκλο­νί­σει την τελευ­ταία διετία την κοινή γνώμη. Ενα έγκλημα πρω­το­φα­νούς αγριό­τη­τας, με δικαιο­λο­γία ένα τάχα «απα­ξιω­τικό» σχόλιο της φοι­τή­τριας που, όπως ανέφερε η κυρία Δρόγκα, «οδη­γή­θηκε ως αμνός στη σφαγή». Η άτυχη κοπέλα βίωσε άγρια βασα­νι­στή­ρια: μαχαι­ρώ­νε­ται, δέχεται πλήγ­ματα με ηλε­κτρικό σίδερο και τελικά πετιέ­ται, ενώ ζούσε ακόμη, με βαριά τραύ­ματα σε ερημική βραχώδη παραλία του νησιού, όπου τελικά άφησε την τελευ­ταία της πνοή.

Την 21χρονη τη βρί­σκουν νεκρή το μεση­μέρι της 28ης Νοεμ­βρίου 2018 λιμε­νι­κοί της Ρόδου. Την εντό­πι­σαν στην περιοχή «Φώκια» στους Πεύκους Λίνδου. Για μέρες η ταυ­τό­τητά της παρέ­μενε άγνωστη, καθώς το μόνο χαρα­κτη­ρι­στικό στοι­χείο που είχαν οι άνδρες της Αστυ­νο­μίας ήταν ένα τατουάζ τρια­ντά­φυλλο στο πόδι του θύματος. Επειτα από έρευνες αλλά και ανάλυση βίντεο από κάμερες ασφα­λείας, οι αρχές κατέ­λη­ξαν σε έναν 21χρονο Ροδίτη και στον 19χρονο αλβανό φίλο του, οι οποίοι κατά την ανά­κρισή τους έπεσαν σε αντι­φά­σεις και εν συνε­χεία ομο­λό­γη­σαν την πράξη τους. Με τους δύο δράστες να επιρ­ρί­πτουν ο ένας στον άλλον την πρω­το­βου­λία για τη δολο­φο­νία του κορι­τσιού ύστερα από τη οργή που υπο­τί­θε­ται ότι προ­κά­λεσε ένα σχόλιο της κοπέλας για έναν εξ αυτών. Με τους πολίτες να συμπα­ρί­στα­νται ενεργά στο δράμα της οικο­γέ­νειας της φοι­τή­τριας, οι οποίοι ζητού­σαν την τιμωρία των δραστών και υπέ­με­ναν καρ­τε­ρικά τη δικα­στική κρίση. Δηλώ­νο­ντας ότι «εμείς έχουμε να δια­νύ­σουμε έναν βασα­νι­στικό ψυχο­λο­γικό γολγοθά μέχρι να πεθά­νουμε». Σε αυτό το οικο­γε­νειακό δράμα δεν έμεινε ασυ­γκί­νητη ούτε η εισαγ­γε­λεύς, κυρία Δόγκα, ανα­φέ­ρο­ντας στην αγό­ρευσή της, απευ­θυ­νό­μενη σε αυτούς, «φτιά­ξατε ένα κόσμημα. Αυτή είναι το δώρο της ζωής, αυτοί είναι η κατάρα της ζωής τους. Η κόρη σας σαν λαμπρό αστέρι θα μας δείχνει πάντα τον δρόμο από εκεί που είναι. Εφεξής εγώ και η Ελένη θα είμαστε μαζί, σας δίνω τον λόγο μου». Υστερα από αυτή τη δήλωση οι γονείς της Ελένης δήλωσαν με τη σειρά τους ότι «εκείνη τη στιγμή είδαμε την Ελένη να κάθεται δίπλα στην έδρα της εισαγ­γε­λέως».

 

«Δεν ήθελα να μείνω δικη­γό­ρος»

Η Αρι­στο­τέ­λεια Δόγκα γεν­νή­θηκε το 1965 στη Ρόδο, όμως η κατα­γωγή της έλκει από το Γαλα­ξίδι. Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον γνω­στούς ψυχιά­τρους και δημιουρ­γός κλι­νι­κής. Σπού­δασε νομικά και από τις αρχές της δεκα­ε­τίας του ’90 εργα­ζό­ταν σε σημα­ντικό δικη­γο­ρικό γραφείο της Αθήνας, που χει­ρι­ζό­ταν κυρίως υπο­θέ­σεις ναρ­κω­τι­κών.

Οπως δηλώνει σήμερα, «εκείνη την περίοδο κατά­λαβα ότι δεν θέλω να μείνω δικη­γό­ρος. Γιατί εγώ είμαι εκ φύσεως ειλι­κρι­νής και δεν μπορώ να λέω ψέματα στους πελάτες για την τύχη, φέρ’ ειπείν, των υπο­θέ­σεών τους. Επι­πλέον είχα κακές εμπει­ρίες με παρά­νο­μες συνεν­νο­ή­σεις άλλων δικη­γό­ρων».

Οι ανα­φο­ρές αυτές απο­κτούν ιδιαί­τερη σημασία ύστερα από την κριτική που άσκησε, στη διάρ­κεια της αγό­ρευ­σής της, στους δικη­γό­ρους ότι «δεν βοηθούν στην απο­κα­τά­σταση της αλή­θειας» και η οποία προ­κά­λεσε την αντί­δραση του προ­έ­δρου του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Δημήτρη Βερ­βε­σού ότι «η θέση αυτή της εισαγ­γε­λέως προ­σβάλ­λει στο σύνολό του το δικη­γο­ρικό σώμα και τον ρόλο του υπε­ρα­σπι­στή δικη­γό­ρου, που απο­τε­λεί πυλώνα του νομικού μας πολι­τι­σμού». Με την εισαγ­γε­λέα να ανα­φέ­ρει στην εφη­με­ρίδα μας ότι «τα σχόλιά μου αφο­ρού­σαν τους ανί­κα­νους νομι­κούς κι όχι το σύνολο, αφού ήμουν κι εγώ δικη­γό­ρος».

Συμπλη­ρώ­νει δε ότι «στη διάρ­κεια της δίκης έχω μιλήσει πολλές φορές για τον θετικό ρόλο που είχε άλλος δικη­γό­ρος, νομικός εκπρό­σω­πος των κατη­γο­ρου­μέ­νων, που έκανε σημα­ντι­κές προ­σπά­θειες να λάμψει η αλήθεια, ο οποίος τελικώς απο­χώ­ρησε από την υπε­ρά­σπιση».

«Εδωσα μάχη για την υπόθεση»

Για την υπόθεση Τοπα­λούδη, ανα­φέ­ρε­ται στο έντονο παρα­σκή­νιο. «Εχω ενη­με­ρω­θεί από αξιω­μα­τού­χους – ερευ­νη­τές της υπό­θε­σης Τοπα­λούδη για «πιέσεις» που τους ασκή­θη­καν και για ιδιο­μορ­φίες που είχε ο συγκε­κρι­μέ­νος φάκελος», αφή­νο­ντας αιχμές για προ­σπά­θεια παρέμ­βα­σης από συγ­γε­νείς ενός εκ των κατη­γο­ρου­μέ­νων, οι οποίοι είχαν σημα­ντι­κές γνω­ρι­μίες στο νησί. Ακόμη η κυρία Δρόγκα καταγ­γέλ­λει την πρόθεση δικα­στι­κών λει­τουρ­γών να τελειώ­σουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα τη δίκη και χωρίς την παρου­σία εκπρο­σώ­πων των ΜΜΕ… Οπως χαρα­κτη­ρι­στικά δηλώνει, «δικα­στές δεν ήθελαν τα ΜΜΕ και το κοινό στην αίθουσα για να μην υπάρχει δημο­σιό­τητα και να τελειώ­σουμε γρήγορα. Κι αυτή που έδωσε μάχη για τη δημο­σιό­τητα της υπό­θε­σης και τα δικαιώ­ματα των κατη­γο­ρου­μέ­νων ήμουν εγώ».

Υπο­γραμ­μί­ζει ακόμη ότι «τότε υπήρχε επί­κληση των μέτρων για τον κορω­νοϊό και της χωρη­τι­κό­τη­τας της αίθου­σας, κι εγώ είχα εκφρά­σει τη δια­φω­νία μου. Τους είπα ότι δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ζήτημα κι ότι πρέπει να υπάρχει δημο­σιο­γρά­φος και το κοινό, αλλιώς θα τεθεί θέμα ακυ­ρό­τη­τας της δίκης. Κάποιοι τότε πήγαν να τινά­ξουν τη δια­δι­κα­σία στον αέρα. Αυτό το αντι­λή­φθηκα και τους έσωσα για μια ακόμη φορά. Καθότι υπήρχε κίν­δυ­νος αυτή η δίκη να κατα­λή­ξει σε παρωδία. Μου έλεγαν κάτι τρελά. Να τελειώ­σει η δίκη στις 4 Μαΐου. Τους έλεγα «είναι δυνατόν;». Τότε ήμασταν στη φάση να εξε­τά­ζουμε μάρ­τυ­ρες του κατη­γο­ρη­τη­ρίου. Κάποιοι ήθελαν να πάνε σπίτι τους να ξεκου­ρα­στούν. Λυπάμαι που το λέω».

Μάλιστα συμπλη­ρώ­νει ότι τότε υπήρξε συνεν­νό­ησή της με εκπρο­σώ­πους του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου που ζητού­σαν την παρου­σία των ΜΜΕ και οι οποίοι αργό­τερα την επέ­κρι­ναν για την αγό­ρευσή της.

Επι­πλέον δηλώνει ότι είχε πει σε συμ­με­τέ­χο­ντες στην έδρα του δικα­στη­ρίου «δεν θέλω να προ­χω­ρείτε σε μυστι­κές συνεν­νο­ή­σεις μεταξύ σας. Υπάρχει και εισαγ­γε­λέας που οφείλει να ενη­με­ρώ­νε­ται».

Η δικα­στική λει­τουρ­γός συμπλη­ρώ­νει ότι «με δική μου παρέμ­βαση λύθηκε σημα­ντικό ζήτημα που είχε δημιουρ­γη­θεί στη διάρ­κεια της δίκης, αφού στις 4 Μαΐου είχε οριστεί δικά­σι­μος για την υπόθεση Τοπα­λούδη, αλλά την ίδια μέρα είχε προσ­διο­ρι­στεί και η έναρξη δίκης στην Κω για τον νεαρό Αλβανό, που είχε κατη­γο­ρη­θεί ότι είχε απο­πει­ρα­θεί να βιάσει κορίτσι ΑμεΑ μετά τον φόνο της Ελένης Τοπα­λούδη και πριν συλ­λη­φθεί».

Επίσης απο­κα­λύ­πτει ότι «είχα δεχτεί επι­κρί­σεις από δικα­στική λει­τουργό για ερώτηση που υπέβαλα σε συγγενή ενός εκ των δραστών σχετικά με ευρή­ματα που βρέ­θη­καν στο κινητό του δολο­φό­νου, όπου έδει­χναν αναρ­τή­σεις με άσεμνο περιε­χό­μενο στο χρονικό σημείο που έπεσε θύμα εγκλη­μα­τι­κής ενέρ­γειας η άτυχη φοιτήτρια».

Επι­πλέον επι­ση­μαί­νει ότι μετά την αγό­ρευσή της «υπήρξε αιφ­νι­δια­στική παρου­σία στο δικα­στή­ριο δύο δικη­γό­ρων, εκπρο­σώ­πων του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου, που με τρό­μα­ξαν ιδιαί­τερα κι ανα­γκά­στηκα να προ­χω­ρήσω σε κλήση για βοήθεια προς συνα­δέλ­φους μου».

Ο γάμος, τα προ­βλή­ματα υγείας και η Αμα­λιάδα

Το 1998 παντρεύ­ε­ται τον γενικό γραμ­μα­τέα Δικαιο­σύ­νης (τη δεκα­ε­τία του ’80) Γιώργο Αση­μα­κό­πουλο, ο οποίος απε­βί­ωσε το 2013. Στα τέλη της δεκα­ε­τίας του ’90 απο­φα­σί­ζει να εντα­χθεί στο δικα­στικό σώμα. Λόγω σοβαρών προ­βλη­μά­των υγείας που αντι­με­τώ­πιζε δεν μετα­τέ­θηκε σε δικα­στική υπη­ρε­σία εκτός Αθηνών, ενώ όπως λέει «υπήρξαν περί­ο­δοι που δεν μπο­ρούσα να εκπλη­ρώσω πλήρως τα καθή­κο­ντά μου». Ηταν μια περι­πέ­τεια που την αντι­με­τώ­πισε και το 2014 μετα­τί­θε­ται στην Εισαγ­γε­λία Αμα­λιά­δας. Εκεί συγκλο­νί­ζε­ται από μια επίσης τραγική υπόθεση. Λέει χαρα­κτη­ρι­στικά, «συγκλο­νί­στηκα από την υπόθεση ληστείας και κακο­ποί­η­σης 90χρονης, η οποία απε­βί­ωσε στο νοσο­κο­μείο, από έναν 23χρονο αλλο­δαπό που ομο­λό­γησε με κυνι­κό­τητα την πράξη του με τον ισχυ­ρι­σμό ότι “ήταν μεθυ­σμέ­νος”. Αλλη υπόθεση που μου είχε προ­κα­λέ­σει σοκ ήταν η περί­πτωση – τον Ιούλιο του 2004 – άγριας δολο­φο­νίας με μαχαίρι ενός 7χρονου από την 22χρονη αδελφή του που αντι­με­τώ­πιζε σοβαρή ψυχική νόσο και η οποία αργό­τερα έβαλε στην ηλε­κτρική κουζίνα το άτυχο θύμα. Στη συγκε­κρι­μένη περί­πτωση ήμουν μέλος του δικα­στι­κού συμ­βου­λίου που έκρινε την υπόθεση και είδα τις φωτο­γρα­φίες που περιέ­χο­νταν στη δικο­γρα­φία και απο­τύ­πω­ναν την απο­τρό­παια πράξη».

Οσον αφορά το σήμερα, «στο Τμήμα Ποι­νι­κής Δίωξης που υπηρετώ χρε­ώ­νο­μαι με 1.500 δικο­γρα­φίες τον μήνα, με προ­θε­σμία δύο μηνών να τις ολο­κλη­ρώσω» λέει. «Στη διάρ­κεια της δίκης Τοπα­λούδη δεχό­μουν τηλε­φω­νι­κές κλήσεις όπου με ενη­μέ­ρω­ναν για νέες υπο­θέ­σεις που χρε­ω­νό­μουν, παρότι επε­σή­μαινα στους συνο­μι­λη­τές μου ότι ήμουν στην έδρα. Παρ’ όλα αυτά όλες οι εκθέ­σεις μου ήταν άριστες κι ανα­φέ­ρουν ότι σε έναν χρόνο ανέλαβα και διεκ­πε­ραί­ωσα περίπου 15.000 δικο­γρα­φίες».

Για να συμπλη­ρώ­σει, «μου κατα­λο­γί­ζουν ότι επιζητώ τη δημο­σιό­τητα ενώ πάντα εγώ ήμουν πλήρως στην αφάνεια και δεν κάνω δημό­σιες σχέσεις. Και η εντι­μό­τητά μου είναι δεδο­μένη. Αναφέρω χαρα­κτη­ρι­στικά ότι παλιό­τερα μου είχε δοθεί θέση σε νομική υπη­ρε­σία τρά­πε­ζας την οποία είχα αρνηθεί γιατί αντε­λή­φθην ότι εκεί θα ήμουν αργό­σχολη κι απλώς θα πήγαινα για να πιω έναν καφέ».

«Μπορώ να μείνω και σπίτι μου»

«Δεν θα μου απα­γο­ρεύ­σει κανείς να είμαι ένας ελεύ­θε­ρος άνθρω­πος. Στο Facebook μιλώ για τη δικαιο­σύνη, τη φιλο­σο­φία και τα ζώα, ποτέ όμως για πολι­τικά. Εχω ζητήσει μάλιστα να τοπο­θε­τηθώ ως εισαγ­γε­λέας για την προ­στα­σία των ζώων. Πολλοί συνά­δελ­φοί μου δικα­στι­κοί κι από ανώ­τα­τες βαθ­μί­δες έχουν “προφίλ” σε σελίδες κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης κι αυτή είναι η επαφή τους με τον έξω κόσμο. Μπορώ να μείνω και σπίτι μου, δεν έχω κανένα πρό­βλημα. Ευτυχώς έχω χρήματα λόγω του συζύγου μου για να επι­βιώσω. Γιατί αν μου πείτε να γυρίσω στη δικη­γο­ρία, καλύ­τερα να πάω να κάνω άλλη δουλειά με μικρό εισό­δημα. Δεν μπορώ τα ψέματα και τις δια­πλο­κές. Βεβαίως υπάρ­χουν και δικη­γό­ροι εντι­μό­τα­τοι κι έχω πολλούς φίλους δικη­γό­ρους…» λέει στο τέλος της συζή­τη­σής μας προ­χω­ρώ­ντας σε δυσμενή σχόλια για ένα μέρος του νομικού κόσμου.

Πηγή: tovima.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.