ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ησαΐας Παπαϊωαννου: Η Ρόδος πρέπει να λειτουργεί πρώτα απ’ όλα για τον άνθρωπο που ζει εδώ

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
ΗΣΑΙΑΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
Η Ρόδος πρέπει να λειτουργεί πρώτα απ’ όλα για τον άνθρωπο που ζει εδώ

ΗΣΑΪ́ΑΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ

✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Η κα­θα­ριό­τη­τα, η κυ­κλο­φο­ρία και η κα­τά­στα­ση των δη­μό­σιων χώρων είναι κρί­σι­μα ζη­τή­μα­τα που επη­ρε­ά­ζουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα των Ρο­δι­τών.
  • Ο δι­κη­γό­ρος Ησα­ΐ­ας Πα­παϊ­ω­άν­νου προ­τεί­νει συ­γκε­κρι­μέ­νες πα­ρεμ­βά­σεις για τη βελ­τί­ω­ση της ποιό­τη­τας ζωής, χωρίς να απαι­τού­νται με­γά­λα έργα.
  • Το­νί­ζει τη ση­μα­σία της προ­σβα­σι­μό­τη­τας, του πρα­σί­νου και της σκί­α­σης, καθώς και την ανά­γκη για σε­βα­σμό στον δη­μό­σιο χώρο.
  • Η λύση απαι­τεί σα­φείς ευ­θύ­νες και με­τρή­σι­μα απο­τε­λέ­σμα­τα, αντί για απλές εξαγ­γε­λί­ες και σχέ­δια.

«Η κα­θα­ριό­τη­τα, η κυ­κλο­φο­ρία, η στάθ­μευ­ση, η κα­τά­στα­ση των πε­ζο­δρο­μί­ων, η προ­σβα­σι­μό­τη­τα, το πρά­σι­νο και η ει­κό­να του δη­μό­σιου χώρου δεν είναι απλώς επι­μέ­ρους ζη­τή­μα­τα μιας πόλης. Είναι η ίδια η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα των αν­θρώ­πων που ζουν και ερ­γά­ζο­νται στη Ρόδο 365 ημέ­ρες τον χρόνο» το­νί­ζει ο δι­κη­γό­ρος Ησα­ΐ­ας Πα­παϊ­ω­άν­νου, που μιλά για τα προ­βλή­μα­τα που συ­να­ντά κα­θη­με­ρι­νά ο Ρο­δί­της, αλλά και για τις πα­ρεμ­βά­σεις που, όπως υπο­στη­ρί­ζει, μπο­ρούν να κά­νουν τη δια­φο­ρά χωρίς να απαι­τούν πά­ντο­τε με­γά­λα έργα και υψηλό κό­στος.

Στη συ­νέ­ντευ­ξή του στη «δ» κα­τα­θέ­τει συ­γκε­κρι­μέ­νες προ­τά­σεις για την κα­θα­ριό­τη­τα και τη δια­χεί­ρι­ση του δη­μό­σιου χώρου, προ­τεί­νει με­γα­λύ­τε­ρη αξιο­ποί­η­ση της τε­χνο­λο­γί­ας, ανα­φέ­ρε­ται στην ανά­γκη ενός δια­φο­ρε­τι­κού μο­ντέ­λου για την κυ­κλο­φο­ρία και τη στάθ­μευ­ση και δίνει ιδιαί­τε­ρη έμ­φα­ση στην προ­σβα­σι­μό­τη­τα, στο πρά­σι­νο και στη σκί­α­ση. Πα­ράλ­λη­λα, ανα­δει­κνύ­ει ένα ζή­τη­μα που συχνά περνά από τη συ­ζή­τη­ση για την ει­κό­να της πόλης στην ουσία της λει­τουρ­γί­ας της: τον σε­βα­σμό και την ισό­τι­μη χρήση του δη­μό­σιου χώρου. Όπως επι­ση­μαί­νει, η λύση δεν μπο­ρεί να είναι μόνο πε­ρισ­σό­τε­ρες εξαγ­γε­λί­ες και σχέ­δια, αλλά συ­γκε­κρι­μέ­νες πα­ρεμ­βά­σεις, σα­φείς ευ­θύ­νες και με­τρή­σι­μα απο­τε­λέ­σμα­τα.

Ανα­λυ­τι­κά η συ­νέ­ντευ­ξη:

Τι είναι αυτό που σας οδή­γη­σε κ. Πα­παϊ­ω­άν­νου να ανα­λά­βε­τε τον τομέα «Κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα & Ποιό­τη­τα Ζωής» της «Ανοι­χτής Ατζέ­ντας»; Ποιο είναι το με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα που βλέ­πε­τε σή­με­ρα στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του Ρο­δί­τη;

Επέ­λε­ξα να ασχο­λη­θώ με τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τομέα κυρία Πα­μπρή γιατί θεωρώ ότι η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα είναι ίσως το πιο άμεσο μέτρο της ποιό­τη­τας ζωής σε έναν τόπο. Δεν κρί­νε­ται στις με­γά­λες εξαγ­γε­λί­ες, αλλά σε όλα εκεί­να τα μικρά που συ­να­ντά­με από τη στιγ­μή που βγαί­νου­με από το σπίτι μας. Στο αν η γει­το­νιά μας είναι κα­θα­ρή, αν μπο­ρού­με να περ­πα­τή­σου­με σε ένα ασφα­λές πε­ζο­δρό­μιο, αν μπο­ρού­με να με­τα­κι­νη­θού­με χωρίς να χά­νου­με κα­θη­με­ρι­νά χρόνο στην κί­νη­ση, αν υπάρ­χει πρά­σι­νο και σκιά, αν ένας ηλι­κιω­μέ­νος, ένας γο­νιός με κα­ρό­τσι ή ένας άν­θρω­πος με ανα­πη­ρία μπο­ρεί να κι­νη­θεί χωρίς εμπό­δια.

Η Ρόδος είναι ένας διε­θνής προ­ο­ρι­σμός, με τε­ρά­στια δυ­να­μι­κή και εκα­τομ­μύ­ρια επι­σκέ­πτες κάθε χρόνο. Οφεί­λου­με, όμως, την ίδια στιγ­μή που επεν­δύ­ου­με στην ει­κό­να και την εμπει­ρία του επι­σκέ­πτη, να δί­νου­με του­λά­χι­στον την ίδια βα­ρύ­τη­τα στην ποιό­τη­τα ζωής του αν­θρώ­που που ζει εδώ 365 ημέ­ρες τον χρόνο. Αν έπρε­πε να εντο­πί­σω το με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα, θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο η κα­θα­ριό­τη­τα, το κυ­κλο­φο­ρια­κό ή η κα­τά­στα­ση του δη­μό­σιου χώρου.

Είναι κυ­ρί­ως ότι πολ­λές φορές αντι­με­τω­πί­ζου­με αυτά τα ζη­τή­μα­τα απο­σπα­σμα­τι­κά, ενώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι αλ­λη­λέν­δε­τα. Δεν μπο­ρείς να μι­λή­σεις για κυ­κλο­φο­ρία χωρίς να μι­λή­σεις για στάθ­μευ­ση και δη­μό­σια συ­γκοι­νω­νία. Δεν μπο­ρείς να μι­λή­σεις για μια αν­θρώ­πι­νη πόλη χωρίς πε­ζο­δρό­μια, προ­σβα­σι­μό­τη­τα, πρά­σι­νο και ελεύ­θε­ρο δη­μό­σιο χώρο. Και δεν μπο­ρείς να μι­λή­σεις για ποιό­τη­τα ζωής χωρίς κα­θα­ριό­τη­τα και κα­θη­με­ρι­νή φρο­ντί­δα της πόλης και των γει­το­νιών μας. Αυτό που χρειά­ζε­ται, λοι­πόν, είναι να φύ­γου­με από τη λο­γι­κή του «λύνω ένα πρό­βλη­μα όταν εμ­φα­νι­στεί» και να πε­ρά­σου­με σε μια συ­νο­λι­κή αντί­λη­ψη για το πώς θέ­λου­με να λει­τουρ­γεί η Ρόδος. Γιατί τε­λι­κά η πραγ­μα­τι­κή ει­κό­να ενός τόπου δεν είναι μόνο αυτή που βλέ­πει ο επι­σκέ­πτης. Είναι κυ­ρί­ως η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα που βιώ­νει ο άν­θρω­πος που ζει σε αυτόν. Για μένα το ζη­τού­με­νο είναι απλό: μια Ρόδος που λει­τουρ­γεί πρώτα απ’ όλα για τον άν­θρω­πο που ζει εδώ.

Η κα­θα­ριό­τη­τα πα­ρα­μέ­νει ένα από τα πιο έντο­να ζη­τή­μα­τα που αντι­με­τω­πί­ζει η Ρόδος. Πού θε­ω­ρεί­τε ότι βρί­σκε­ται η βα­σι­κή αιτία του προ­βλή­μα­τος: στην ορ­γά­νω­ση, στις υπο­δο­μές, στους πό­ρους ή στη συ­μπε­ρι­φο­ρά των πο­λι­τών;

Δεν νο­μί­ζω ότι μπο­ρού­με να απο­δώ­σου­με το πρό­βλη­μα σε μία μόνο αιτία. Η κα­θα­ριό­τη­τα είναι απο­τέ­λε­σμα πολ­λών πα­ρα­γό­ντων: της ορ­γά­νω­σης, των δια­θέ­σι­μων υπο­δο­μών και μέσων, του αν­θρώ­πι­νου δυ­να­μι­κού, αλλά και της συ­μπε­ρι­φο­ράς όλων μας. Η Ρόδος, όμως, έχει μια ιδιαι­τε­ρό­τη­τα που πρέ­πει να βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο κάθε σχε­δια­σμού. Είναι ένα νησί του οποί­ου οι ανά­γκες με­τα­βάλ­λο­νται πολύ έντο­να μέσα στη διάρ­κεια του χρό­νου. Άλλες ανά­γκες έχου­με τον χει­μώ­να και εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές στην κο­ρύ­φω­ση της του­ρι­στι­κής πε­ριό­δου. Ταυ­τό­χρο­να, άλλες ανά­γκες έχει το κέ­ντρο της πόλης, άλλες μια πε­ριο­χή με έντο­νη του­ρι­στι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα και άλλες ένα χωριό. Άρα δεν μπο­ρεί να υπάρ­χει μία ενιαία λο­γι­κή για όλους και για όλο τον χρόνο. Χρειά­ζε­ται ένα πιο ευ­έ­λι­κτο μο­ντέ­λο, που να προ­σαρ­μό­ζει προ­σω­πι­κό, μέσα και συ­χνό­τη­τα απο­κο­μι­δής στην πραγ­μα­τι­κή επι­βά­ρυν­ση κάθε πε­ριο­χής και κάθε πε­ριό­δου. Και κυ­ρί­ως χρειά­ζε­ται κα­λύ­τε­ρη πρό­λη­ψη: να μπο­ρού­με να γνω­ρί­ζου­με πού θα δη­μιουρ­γη­θεί το πρό­βλη­μα και να πα­ρεμ­βαί­νου­με πριν γίνει μέρος της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Από την άλλη, υπάρ­χει ασφα­λώς και η ατο­μι­κή ευ­θύ­νη. Ο Δήμος οφεί­λει να πα­ρέ­χει ένα σύ­στη­μα κα­θα­ριό­τη­τας που λει­τουρ­γεί, αλλά και εμείς ως πο­λί­τες οφεί­λου­με να σε­βό­μα­στε τον δη­μό­σιο χώρο. Δεν μπο­ρού­με να ζη­τά­με μια κα­θα­ρή Ρόδο και ταυ­τό­χρο­να να αφή­νου­με ογκώ­δη αντι­κεί­με­να δίπλα στους κά­δους ή να θε­ω­ρού­με ότι αυτό που συμ­βαί­νει έξω από την πόρτα μας αφορά πάντα κά­ποιον άλλον. Νο­μί­ζω, λοι­πόν, ότι η λύση βρί­σκε­ται στη συ­νύ­παρ­ξη δύο πραγ­μά­των: κα­λύ­τε­ρη ορ­γά­νω­ση από τη μία και με­γα­λύ­τε­ρη υπευ­θυ­νό­τη­τα από όλους μας από την άλλη. Γιατί στο τέλος, η κα­θα­ριό­τη­τα μιας πόλης δεν είναι μόνο θέμα υπη­ρε­σιών. Είναι και δείγ­μα του τρό­που με τον οποίο σε­βό­μα­στε τον τόπο στον οποίο ζούμε. Η ει­κό­να της Ρόδου είναι τε­λι­κά ευ­θύ­νη όλων μας.

Τι θα αλ­λά­ζα­τε πρα­κτι­κά στον τρόπο με τον οποίο δια­χει­ρί­ζε­ται ο Δήμος την κα­θα­ριό­τη­τα και τον δη­μό­σιο χώρο;

Θα ξε­κι­νού­σα από μια πολύ απλή αρχή κα Πα­μπρή, ο Δήμος πρέ­πει να γνω­ρί­ζει το πρό­βλη­μα πριν αυτό γίνει κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα για τον πο­λί­τη και, όταν προ­κύ­πτει, να μπο­ρεί να το αντι­με­τω­πί­ζει γρή­γο­ρα. Αυτό ση­μαί­νει κα­λύ­τε­ρη ορ­γά­νω­ση και κυ­ρί­ως κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νο­μή των δια­θέ­σι­μων δυ­νά­με­ων. Η Ρόδος δεν έχει πα­ντού και όλο τον χρόνο τις ίδιες ανά­γκες. Χρειά­ζε­ται λοι­πόν σχε­δια­σμός ανά πε­ριο­χή και ανά πε­ρί­ο­δο, με συ­χνό­τε­ρη απο­κο­μι­δή και ενι­σχυ­μέ­νη πα­ρου­σία εκεί όπου υπάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη επι­βά­ρυν­ση.

Πα­ράλ­λη­λα, θεωρώ ότι πρέ­πει να δώ­σου­με πολύ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία στη συ­νο­λι­κή ει­κό­να του δη­μό­σιου χώρου. Κα­θα­ριό­τη­τα δεν είναι μόνο να αδειά­ζει ο κάδος.

Είναι η πλύση των κάδων και των δρό­μων, η απο­μά­κρυν­ση των ογκω­δών, η φρο­ντί­δα των κοι­νό­χρη­στων χώρων και η γρή­γο­ρη απο­κα­τά­στα­ση μι­κρών προ­βλη­μά­των που συσ­σω­ρεύ­ο­νται και τε­λι­κά δη­μιουρ­γούν την ει­κό­να εγκα­τά­λει­ψης. Σε αυτό μπο­ρεί να βοη­θή­σει ου­σια­στι­κά και η τε­χνο­λο­γία. Θα ήθελα ο πο­λί­της να μπο­ρεί πολύ απλά, από το κι­νη­τό του, να φω­το­γρα­φί­ζει έναν γε­μά­το κάδο, μια λακ­κού­βα, ένα σπα­σμέ­νο πε­ζο­δρό­μιο ή ένα εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο αντι­κεί­με­νο και από εκεί και πέρα να ανα­λαμ­βά­νει το σύ­στη­μα: το αί­τη­μα να κα­τα­γρά­φε­ται, να προ­ω­θεί­ται αυ­τό­μα­τα στην αρ­μό­δια υπη­ρε­σία και ο πο­λί­της να ενη­με­ρώ­νε­ται για την εξέ­λι­ξή του.

Αντί­στοι­χα, στα ση­μεία με με­γά­λη επι­βά­ρυν­ση μπο­ρού­με με απλά τε­χνο­λο­γι­κά ερ­γα­λεία να γνω­ρί­ζου­με εγκαί­ρως πότε χρειά­ζε­ται απο­κο­μι­δή και να προ­σαρ­μό­ζου­με τα δρο­μο­λό­για στις πραγ­μα­τι­κές ανά­γκες, αντί να λει­τουρ­γού­με απο­κλει­στι­κά με ένα προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο πρό­γραμ­μα. Και θα έβαζα έναν ακόμη στόχο: να με­τρά­με τον χρόνο αντα­πό­κρι­σης. Δεν αρκεί να κα­τα­γρά­φου­με πόσα αι­τή­μα­τα έγι­ναν. Πρέ­πει να γνω­ρί­ζου­με πόσα λύ­θη­καν και σε πόσο χρόνο. Ο πο­λί­της δεν πρέ­πει να χρειά­ζε­ται να γνω­ρί­ζει ποια διεύ­θυν­ση ή ποιο τμήμα του Δήμου είναι αρ­μό­διο, ούτε να τη­λε­φω­νεί από υπη­ρε­σία σε υπη­ρε­σία.

Ο πο­λί­της πρέ­πει να ανα­φέ­ρει το πρό­βλη­μα μία φορά. Από εκεί και πέρα, ευ­θύ­νη του Δήμου είναι να το δρο­μο­λο­γή­σει, να το λύσει και να τον ενη­με­ρώ­σει.

Η κυ­κλο­φο­ρία και η στάθ­μευ­ση απο­τε­λούν κα­θη­με­ρι­νό πρό­βλη­μα, ιδιαί­τε­ρα τους μήνες της του­ρι­στι­κής πε­ριό­δου. Ποια λύση θε­ω­ρεί­τε ρε­α­λι­στι­κή και εφαρ­μό­σι­μη;

Πρέ­πει πρώτα να πα­ρα­δε­χτού­με ότι δεν υπάρ­χει μία μα­γι­κή λύση. Το κυ­κλο­φο­ρια­κό είναι ένα σύν­θε­το πρό­βλη­μα και δεν μπο­ρεί να αντι­με­τω­πι­στεί με μία ακόμη απο­σπα­σμα­τι­κή ρύθ­μι­ση ή απλώς με τη δη­μιουρ­γία πε­ρισ­σό­τε­ρων θέ­σε­ων στάθ­μευ­σης μέσα στο κέ­ντρο. Η Ρόδος έχει, και εδώ, μια ιδιαί­τε­ρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τους μήνες της του­ρι­στι­κής πε­ριό­δου η κυ­κλο­φο­ρια­κή πίεση αυ­ξά­νε­ται ση­μα­ντι­κά, ενώ στο κέ­ντρο συ­νυ­πάρ­χουν κά­τοι­κοι, ερ­γα­ζό­με­νοι, επι­σκέ­πτες, επι­χει­ρή­σεις, μέσα μα­ζι­κής με­τα­φο­ράς και οχή­μα­τα τρο­φο­δο­σί­ας. Επο­μέ­νως, χρειά­ζε­ται ένας συ­νο­λι­κός σχε­δια­σμός που να λαμ­βά­νει υπόψη όλες αυτές τις ανά­γκες.

Μια ρε­α­λι­στι­κή λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι ο συν­δυα­σμός πε­ρι­φε­ρεια­κών χώρων στάθ­μευ­σης σε κα­τάλ­λη­λα ση­μεία, με συχνή και αξιό­πι­στη σύν­δε­ση με το κέ­ντρο, κα­λύ­τε­ρη δη­μό­σια συ­γκοι­νω­νία, ορ­γα­νω­μέ­νη τρο­φο­δο­σία των επι­χει­ρή­σε­ων σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ώρες και ου­σια­στι­κό έλεγ­χο της πα­ρά­νο­μης στάθ­μευ­σης. Πα­ράλ­λη­λα, πρέ­πει να αξιο­ποι­ή­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο την τε­χνο­λο­γία.

Ο οδη­γός πρέ­πει να μπο­ρεί να γνω­ρί­ζει πριν φτά­σει στο κέ­ντρο πού υπάρ­χει δια­θέ­σι­μη θέση στάθ­μευ­σης, ώστε να πε­ριο­ρί­ζε­ται η άσκο­πη κυ­κλο­φο­ρία οχη­μά­των που κι­νού­νται συ­νε­χώς ανα­ζη­τώ­ντας parking. Θέλω, όμως, να είμαι ξε­κά­θα­ρος: δεν μι­λά­με για μια πο­λι­τι­κή ενα­ντί­ον του αυ­το­κι­νή­του. Στη Ρόδο το αυ­το­κί­νη­το για πολ­λούς κα­τοί­κους πα­ρα­μέ­νει ανα­γκαίο μέσο με­τα­κί­νη­σης. Δεν μπο­ρείς λοι­πόν απλώς να πεις στον πο­λί­τη «μην μπεις στο κέ­ντρο» χωρίς να του προ­σφέ­ρεις μια αξιό­πι­στη εναλ­λα­κτι­κή.Πρώτα δί­νεις στον πο­λί­τη μια πραγ­μα­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή και μετά του ζητάς να αλ­λά­ξει συ­νή­θειες. Να μπο­ρεί να αφή­σει το αυ­το­κί­νη­τό του με ασφά­λεια, να φτά­σει γρή­γο­ρα στον προ­ο­ρι­σμό του με δη­μό­σια συ­γκοι­νω­νία ή με τα πόδια και να γνω­ρί­ζει ότι αυτή η επι­λο­γή είναι πραγ­μα­τι­κά λει­τουρ­γι­κή. Και βέ­βαια οι απο­φά­σεις πρέ­πει να βα­σί­ζο­νται σε πραγ­μα­τι­κά δε­δο­μέ­να: πού και ποιες ώρες δη­μιουρ­γεί­ται η με­γα­λύ­τε­ρη συμ­φό­ρη­ση, ποιοι δρό­μοι επι­βα­ρύ­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο, πόσα οχή­μα­τα ει­σέρ­χο­νται στο κέ­ντρο και ποιες είναι οι πραγ­μα­τι­κές ανά­γκες στάθ­μευ­σης. Το ζη­τού­με­νο δεν είναι απλώς να έχου­με λι­γό­τε­ρα αυ­το­κί­νη­τα στο κέ­ντρο. Είναι να έχου­με λι­γό­τε­ρη τα­λαι­πω­ρία, κα­λύ­τε­ρη πρό­σβα­ση και πε­ρισ­σό­τε­ρες πραγ­μα­τι­κές επι­λο­γές με­τα­κί­νη­σης για τον πο­λί­τη.

Ποια είναι η με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρέμ­βα­ση που πρέ­πει να γίνει στον δη­μό­σιο χώρο ώστε η πόλη να γίνει πραγ­μα­τι­κά πιο αν­θρώ­πι­νη;

Θα έλεγα ότι το βα­σι­κό είναι να ξα­να­δώ­σου­με τον δη­μό­σιο χώρο στον άν­θρω­πο. Για πολλά χρό­νια οι πό­λεις σχε­διά­ζο­νταν κυ­ρί­ως γύρω από τις ανά­γκες του αυ­το­κι­νή­του. Σή­με­ρα πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με λίγο την οπτι­κή μας και να ανα­ρω­τη­θού­με: πώς θέ­λου­με να κι­νού­μα­στε, να περ­πα­τά­με και τε­λι­κά να ζούμε μέσα στην πόλη μας; Μια αν­θρώ­πι­νη πόλη ση­μαί­νει ασφα­λή και ελεύ­θε­ρα πε­ζο­δρό­μια, στα οποία μπο­ρεί να κι­νη­θεί άνετα ένας ηλι­κιω­μέ­νος, ένας γο­νιός με κα­ρό­τσι ή ένας άν­θρω­πος με ανα­πη­ρία.

Ση­μαί­νει ασφα­λείς δια­βά­σεις, σωστό φω­τι­σμό, χώ­ρους στους οποί­ους μπο­ρείς να στα­θείς, να ξε­κου­ρα­στείς και να συ­να­ντή­σεις άλ­λους αν­θρώ­πους. Και ει­δι­κά στη Ρόδο πρέ­πει να δώ­σου­με πολύ με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα στο πρά­σι­νο και στη σκί­α­ση. Πε­ρισ­σό­τε­ρα δέ­ντρα, πρά­σι­νες δια­δρο­μές, μι­κροί χώροι πρα­σί­νου και ση­μεία ανά­παυ­σης. Με τις θερ­μο­κρα­σί­ες που αντι­με­τω­πί­ζου­με για με­γά­λο μέρος του χρό­νου, το πρά­σι­νο δεν είναι απλώς θέμα αι­σθη­τι­κής· είναι πραγ­μα­τι­κή υπο­δο­μή ποιό­τη­τας ζωής.

Δεν θεωρώ, όμως, ότι όλα αυτά προ­ϋ­πο­θέ­τουν απα­ραί­τη­τα τε­ρά­στιες και δα­πα­νη­ρές ανα­πλά­σεις. Πολ­λές φορές ένας δρό­μος μπο­ρεί να αλ­λά­ξει ου­σια­στι­κά με ένα σωστό πε­ζο­δρό­μιο, με­ρι­κά δέ­ντρα, κα­λύ­τε­ρο φω­τι­σμό, κα­θα­ριό­τη­τα και τάξη στη στάθ­μευ­ση.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο για μένα είναι να απο­κτή­σουν αυτές οι πα­ρεμ­βά­σεις συ­νέ­χεια. Να μη φτιά­χνου­με ένα όμορ­φο ση­μείο εδώ και ένα άλλο εκεί, αλλά να συν­δέ­σου­με στα­δια­κά τις πλα­τεί­ες, τους εμπο­ρι­κούς δρό­μους, τους πε­ζό­δρο­μους, τα πάρκα και τις γει­το­νιές μας σε ένα ενιαίο, ασφα­λές και προ­σβά­σι­μο δί­κτυο. Γιατί τε­λι­κά μια πόλη γί­νε­ται πραγ­μα­τι­κά αν­θρώ­πι­νη όταν ο δη­μό­σιος χώρος δεν είναι απλώς ο χώρος ανά­με­σα στα κτί­ρια, αλλά μέρος της κα­θη­με­ρι­νής ζωής των αν­θρώ­πων της.

Ποιο πρό­βλη­μα της Ρόδου θε­ω­ρεί­τε ότι όλοι γνω­ρί­ζουν αλλά κα­νείς δεν θέλει πραγ­μα­τι­κά να αγ­γί­ξει;

Θα έλεγα ότι ένα από τα ζη­τή­μα­τα που όλοι ανα­γνω­ρί­ζου­με, αλλά δυ­σκο­λευό­μα­στε δια­χρο­νι­κά να αντι­με­τω­πί­σου­με, είναι η αυ­θαί­ρε­τη χρήση του δη­μό­σιου χώρου και κυ­ρί­ως η ανοχή που έχου­με ανα­πτύ­ξει απέ­να­ντί της.

Το συ­να­ντά­με κα­θη­με­ρι­νά με δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές: αυ­το­κί­νη­τα πάνω σε πε­ζο­δρό­μια και δια­βά­σεις, κλει­σμέ­νες ρά­μπες, ανε­ξέ­λεγ­κτη χρήση κοι­νό­χρη­στων χώρων, πα­τί­νια που εμπο­δί­ζουν την κί­νη­ση, ακόμη και ση­μεία της πόλης που στην πράξη αντι­με­τω­πί­ζο­νται σαν να απο­τε­λούν προ­έ­κτα­ση του ιδιω­τι­κού μας χώρου. Και δεν θεωρώ ότι πρέ­πει να στο­χο­ποι­ή­σου­με μια συ­γκε­κρι­μέ­νη επαγ­γελ­μα­τι­κή ομάδα ή μια κα­τη­γο­ρία πο­λι­τών. Το ζή­τη­μα είναι ευ­ρύ­τε­ρο. Είναι η αντί­λη­ψη που έχου­με δια­μορ­φώ­σει για το τι ση­μαί­νει δη­μό­σιος χώρος και, κυ­ρί­ως, η ανοχή μας όταν οι κα­νό­νες δεν εφαρ­μό­ζο­νται. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο αι­σθη­τι­κό. Είναι θέμα ασφά­λειας και προ­σβα­σι­μό­τη­τας, αλλά και ισο­νο­μί­ας. Όταν ένας άν­θρω­πος με ανα­πη­ρία δεν μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει μια ράμπα ή ένας γο­νιός με κα­ρό­τσι ανα­γκά­ζε­ται να κα­τέ­βει από το πε­ζο­δρό­μιο στον δρόμο, τότε δεν μι­λά­με απλώς για μια κακή ει­κό­να της πόλης. Μι­λά­με για ένα πραγ­μα­τι­κό πρό­βλη­μα κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

Το ίδιο ισχύ­ει και για τους επαγ­γελ­μα­τί­ες. Δεν μπο­ρεί εκεί­νος που σέ­βε­ται τους κα­νό­νες να βρί­σκε­ται σε μειο­νε­κτι­κή θέση απέ­να­ντι σε κά­ποιον που τους πα­ρα­βιά­ζει. Γι’ αυτό πι­στεύω ότι χρειά­ζε­ται κάτι πολύ απλό αλλά ταυ­τό­χρο­να δύ­σκο­λο στην πράξη: σα­φείς κα­νό­νες, στα­θε­ρός έλεγ­χος και ίση εφαρ­μο­γή για όλους. Όχι επι­λε­κτι­κά, όχι πε­ρι­στα­σια­κά και όχι με δύο μέτρα και δύο σταθ­μά. Και πα­ράλ­λη­λα χρειά­ζε­ται να αλ­λά­ξει στα­δια­κά και η δική μας αντί­λη­ψη. Να κα­τα­λά­βου­με ότι ο δη­μό­σιος χώρος δεν είναι ένας χώρος που δεν ανή­κει σε κα­νέ­ναν και επο­μέ­νως μπο­ρού­με να τον χρη­σι­μο­ποιού­με όπως θέ­λου­με. Είναι ακρι­βώς το αντί­θε­το. Ο δη­μό­σιος χώρος ανή­κει σε όλους και γι’ αυτό έχου­με όλοι ευ­θύ­νη να τον προ­στα­τεύ­ου­με και να τον σε­βό­μα­στε.

Τι θα λέ­γα­τε σε έναν Ρο­δί­τη που έχει ακού­σει πολ­λές φορές για «σχέ­δια» και «προ­τά­σεις», αλλά στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του δεν βλέ­πει αλ­λα­γή;

Θα του έλεγα ότι κα­τα­νοώ από­λυ­τα τη δυ­σπι­στία του. Για πολλά χρό­νια κα Πα­μπρή ο πο­λί­της έχει ακού­σει σχέ­δια, με­λέ­τες, εξαγ­γε­λί­ες και υπο­σχέ­σεις. Αυτό που τε­λι­κά έχει ση­μα­σία για εκεί­νον, όμως, είναι αν όλα αυτά αλ­λά­ζουν κάτι στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του. Ο πο­λί­της δεν κρί­νει μια πόλη από τις πα­ρου­σιά­σεις της. Την κρί­νει από τον δρόμο έξω από το σπίτι του, από την κα­θα­ριό­τη­τα της γει­το­νιάς του, από τον χρόνο που χρειά­ζε­ται για να με­τα­κι­νη­θεί, από το πε­ζο­δρό­μιο που χρη­σι­μο­ποιεί κα­θη­με­ρι­νά.

Γι’ αυτό πι­στεύω ότι πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με και τον τρόπο με τον οποίο μι­λά­με για τις προ­τά­σεις. Κάθε πρό­τα­ση πρέ­πει να συ­νο­δεύ­ε­ται από συ­γκε­κρι­μέ­νο χρο­νο­διά­γραμ­μα, σαφή ευ­θύ­νη υλο­ποί­η­σης και, κυ­ρί­ως, ένα απο­τέ­λε­σμα που να μπο­ρεί να με­τρη­θεί. Δεν αρκεί, για πα­ρά­δειγ­μα, να πούμε ότι θέ­λου­με κα­λύ­τε­ρη κα­θα­ριό­τη­τα. Πρέ­πει να μπο­ρού­με να δούμε αν μειώ­θη­καν τα προ­βλή­μα­τα και αν βελ­τιώ­θη­κε ο χρό­νος αντα­πό­κρι­σης. Δεν αρκεί να κά­νου­με μια κυ­κλο­φο­ρια­κή πα­ρέμ­βα­ση.

Πρέ­πει να γνω­ρί­ζου­με αν πράγ­μα­τι μειώ­θη­κε η συμ­φό­ρη­ση και αν έγινε ευ­κο­λό­τε­ρη η με­τα­κί­νη­ση του πο­λί­τη. Και αυτή θεωρώ ότι πρέ­πει να είναι και η συμ­βο­λή της «Ανοι­χτής Ατζέ­ντας»: να ακού­σει πρώτα την κοι­νω­νία, να ανα­δεί­ξει τα πραγ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και να κα­τα­θέ­σει συ­γκε­κρι­μέ­νες, ρε­α­λι­στι­κές και εφαρ­μό­σι­μες προ­τά­σεις. Όχι να υπο­σχε­θεί ότι όλα μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά να δεί­ξει ότι μπο­ρούν να γί­νουν συ­γκε­κρι­μέ­να βή­μα­τα προς τη σωστή κα­τεύ­θυν­ση. Γιατί τε­λι­κά η εμπι­στο­σύ­νη του πο­λί­τη δεν κερ­δί­ζε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες υπο­σχέ­σεις. Κερ­δί­ζε­ται όταν αρ­χί­ζει να βλέ­πει, έστω και στα μικρά, πραγ­μα­τι­κή αλ­λα­γή στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του.

Ποιο είναι το μέτρο που μπο­ρεί να εφαρ­μο­στεί άμεσα, χωρίς με­γά­λο κό­στος, και θα έκανε αι­σθη­τή δια­φο­ρά στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα;

Αν έπρε­πε να επι­λέ­ξω ένα μέτρο, θα έλεγα ένα ορ­γα­νω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κα­θη­με­ρι­νής φρο­ντί­δας και μι­κρών πα­ρεμ­βά­σε­ων στον δη­μό­σιο χώρο. Πολ­λές φορές πε­ρι­μέ­νου­με ένα με­γά­λο έργο για να αι­σθαν­θού­με ότι κάτι αλ­λά­ζει. Όμως η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του πο­λί­τη επη­ρε­ά­ζε­ται πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από μικρά προ­βλή­μα­τα που συ­να­ντά κάθε μέρα και τα οποία, όταν πα­ρα­μέ­νουν άλυτα, δη­μιουρ­γούν τε­λι­κά μια συ­νο­λι­κή ει­κό­να εγκα­τά­λει­ψης. Μια λακ­κού­βα που μπο­ρεί να απο­κα­τα­στα­θεί άμεσα, μια σπα­σμέ­νη πλάκα στο πε­ζο­δρό­μιο, μια κα­τε­στραμ­μέ­νη πι­να­κί­δα, ένας κοι­νό­χρη­στος χώρος που χρειά­ζε­ται κα­θα­ρι­σμό, ένα ογκώ­δες αντι­κεί­με­νο που πρέ­πει να απο­μα­κρυν­θεί.

Πα­ράλ­λη­λα, ελεύ­θε­ρες ρά­μπες ΑμεΑ, πε­ζο­δρό­μια και δια­βά­σεις, καθώς και συ­γκε­κρι­μέ­νοι χώροι για τη στάθ­μευ­ση των ηλε­κτρι­κών πα­τι­νιών. Αυτές οι πα­ρεμ­βά­σεις δεν απαι­τούν απα­ραί­τη­τα με­γά­λα κον­δύ­λια. Απαι­τούν κυ­ρί­ως ορ­γά­νω­ση, τα­χύ­τη­τα και κα­θη­με­ρι­νή πα­ρου­σία στον δρόμο. Σ’ αυτό μπο­ρεί να συμ­βά­λει ου­σια­στι­κά και η Δη­μο­τι­κή Αστυ­νο­μία.

Όχι μόνο με τη λο­γι­κή του προ­στί­μου, αλλά ως στα­θε­ρή πα­ρου­σία που δια­σφα­λί­ζει ότι οι κα­νό­νες εφαρ­μό­ζο­νται και ότι ο δη­μό­σιος χώρος πα­ρα­μέ­νει πραγ­μα­τι­κά δια­θέ­σι­μος σε όλους. Γιατί δεν έχει νόημα να κα­τα­σκευά­σου­με ένα και­νούρ­γιο πε­ζο­δρό­μιο αν την επό­με­νη ημέρα κα­τα­λαμ­βά­νε­ται από αυ­το­κί­νη­τα. Ούτε να ανα­πλά­σου­με μια πλα­τεία αν στη συ­νέ­χεια δεν μπο­ρού­με να τη συ­ντη­ρή­σου­με σωστά. Νο­μί­ζω ότι εδώ πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με λίγο και τη φι­λο­σο­φία μας: πριν δη­μιουρ­γού­με συ­νε­χώς κάτι και­νούρ­γιο, πρέ­πει να φρο­ντί­ζου­με σωστά αυτό που ήδη έχου­με. Γιατί τε­λι­κά η ποιό­τη­τα ζωής δεν εξαρ­τά­ται μόνο από τα με­γά­λα έργα. Χτί­ζε­ται μέσα από μι­κρές, στα­θε­ρές πα­ρεμ­βά­σεις που ο πο­λί­της βλέ­πει και αι­σθά­νε­ται στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.