ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ελεάνα Νικολάου, Δικηγόρος Δ.Σ.Ρ.: Οι γενικότεροι προβληματισμοί που δημιουργούνται σε σχέση με την υπόθεση του Απόστολου Λύτρα

news room 6 λεπτά ανάγνωση
Ελεάνα Νικολάου

Τις τελευ­ταίες ημέρες έγινε γνωστό το περι­στα­τικό ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, το οποίο τελέ­σθηκε από τον δικη­γόρο Από­στολο Λύτρα κατά της συζύγου του. Αρχικά, θα πρέπει να ανα­φερ­θεί ότι η ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία ρυθ­μί­ζε­ται από το Ν. 3500/2006 «Για την αντι­με­τώ­πιση της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας και άλλες δια­τά­ξεις». Ως ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία στο συγκε­κρι­μένο νόμο ορί­ζε­ται, μεταξύ άλλων, η τέλεση αξιό­ποι­νης πράξης σε βάρος μέλους της οικο­γέ­νειας. Οι αξιό­ποι­νες αυτές πράξεις ορί­ζο­νται στα άρθρα 6, 7 και 9 του ως άνω νόμου και είναι συγκε­κρι­μένα η ενδο­οι­κο­γε­νειακή σωμα­τική βλάβη, η ενδο­οι­κο­γε­νειακή παρά­νομη βία και απειλή και η ενδο­οι­κο­γε­νειακή προ­σβολή της γενε­τή­σιας αξιο­πρέ­πειας. Παράλ­ληλα, ως ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία θεω­ρού­νται και οι πράξεις που ορί­ζο­νται στα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποι­νι­κού Κώδικα και ειδι­κό­τερα η ανθρω­πο­κτο­νία με δόλο, η θανα­τη­φόρα σωμα­τική βλάβη, η βιασμός και η κατά­χρηση ανί­κα­νου προς αντί­σταση σε γενε­τή­σια πράξη. Πρέπει, επι­πλέον, να τονι­σθεί ότι στον ορισμό της οικο­γέ­νειας στον ως άνω νόμο περι­λαμ­βά­νο­νται και οι μόνιμοι σύντρο­φοι, αλλά και οι πρώην σύντρο­φοι του δράστη. Τέλος, είναι ακόμα πιο σημα­ντικό να ανα­φερ­θεί ότι το αδίκημα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας διώ­κε­ται αυτε­παγ­γέλ­τως.

Είναι, βεβαίως, γνωστό ότι στη χώρα μας είμαστε, δυστυ­χώς, συνη­θι­σμέ­νοι σε τέτοιες ειδή­σεις. Ήδη, μάλιστα, μετράμε μία μακρά λίστα γυναι­κών θυμάτων πρώην ή νυν συντρό­φων τους. Στη συγκε­κρι­μένη υπόθεση, παρόλα αυτά, η ιδιό­τητα και η ανα­γνω­ρι­σι­μό­τητα του κατη­γο­ρού­με­νου είναι αυτή που έχει κινήσει το ενδια­φέ­ρον των ΜΜΕ. Το γεγονός δε, ότι μία γυναίκα μπορεί να πέσει θύμα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, ανε­ξαρ­τή­τως του κοι­νω­νι­κού, μορ­φω­τι­κού και οικο­νο­μι­κού επι­πέ­δου της, θα έπρεπε να είναι το ζητού­μενο της υπό­θε­σης. Μάλιστα, η προ­σπά­θεια από­κρυ­ψης του τι πραγ­μα­τικά είχε συμβεί, με τον ισχυ­ρι­σμό της δήθεν πτώσης από τη σκάλα, αλλά και η υπόνοια ότι το γεγονός θα είχε μείνει στην αφάνεια, εάν ο γιατρός που εξέτασε τη γυναίκα δεν έδειχνε το ενδια­φέ­ρον που όφειλε, πρέπει να προ­βλη­μα­τί­σει.

Σε σχέση με την αρχική απόφαση να αφεθεί ελεύ­θε­ρος ο Από­στο­λος Λύτρας, υπήρξαν πολλές αντι­δρά­σεις, με κυριό­τερη την παρέμ­βαση της Προ­έ­δρου και της Εισαγ­γε­λέως του Αρείου Πάγου, προ­κει­μέ­νου να διε­νερ­γη­θεί πει­θαρ­χική έρευνα για την ανα­ζή­τηση τυχόν ευθυνών της Ανα­κρί­τριας και της Εισαγ­γε­λέως, οι οποίες απο­φά­σι­σαν τη μη προ­φυ­λά­κισή του. Η εξέλιξη, όμως, λόγω της στάσης που κράτησε ο Από­στο­λος Λύτρας απέ­να­ντι στην απόφαση της απα­γό­ρευ­σης της επι­κοι­νω­νίας με την σύζυγό του και της μετοί­κη­σής του, ήταν δια­φο­ρε­τική. Για το λόγο αυτό, εκδό­θηκε ενα­ντίον του ένταλμα σύλ­λη­ψης.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, η προ­σω­ρινή κράτηση είναι το πιο επαχθές μέτρο που μπορεί να επι­βλη­θεί στον κατη­γο­ρού­μενο. Σύμφωνα δε, με τα άρθρα 282 και 286 του Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας, τίθε­νται αυστη­ρό­τα­τες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, με τη συν­δρομή των οποίων και μόνον, είναι δυνατό να δια­τα­χθεί το περιο­ρι­στικό μέτρο της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης. Σκοπός δε, του μέτρου αυτού είναι να απο­τρα­πεί ο κίν­δυ­νος τυχόν τέλεσης νέων αδι­κη­μά­των από τον κατη­γο­ρού­μενο. Εάν, δηλαδή, η απο­τροπή του κιν­δύ­νου αυτού μπορεί να επι­τευ­χθεί με λιγό­τερο επαχθή μέτρα, τότε εφαρ­μό­ζο­νται αυτά.  Στη συγκε­κρι­μένη περί­πτωση, κρίθηκε επαρκές το μέτρο της μετοί­κη­σης και της απα­γό­ρευ­σης επι­κοι­νω­νίας του κατη­γο­ρου­μέ­νου με τη σύζυγό του.

Επι­πλέον, προ­κει­μέ­νου να επι­βλη­θεί στον κατη­γο­ρού­μενο το μέτρο της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης, θα πρέπει ο ίδιος να μην έχει γνωστή διαμονή στη χώρα, να κρί­νε­ται ότι είναι πιθανό να σχε­διά­σει τη διαφυγή του από αυτή ή να έχει επι­χει­ρή­σει στο παρελ­θόν να απο­φύ­γει την δίκη ή την ποινή που του επι­βλή­θηκε. Επι­πλέον, θα πρέπει να έχει κριθεί στο παρελ­θόν ένοχος για την τέλεση παρό­μοιων αδι­κη­μά­των, και συγκε­κρι­μένα, στην παρούσα περί­πτωση για ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία. Είναι, δηλαδή, σαφές, ότι ο νόμος απαιτεί πολύ συγκε­κρι­μέ­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, προ­κει­μέ­νου να επι­βά­λει στον κατη­γο­ρού­μενο το μέτρο της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης, ενώ τονί­ζε­ται στο 286 ΚΠΔ ότι «Μόνο η κατά νόμο βαρύ­τητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης».

Είναι προ­φα­νές, δηλαδή, ότι δυστυ­χώς, δεν υπάρχει κάποια ειδι­κό­τερη πρό­βλεψη για το αδίκημα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας. Είναι ακόμα πιο θλιβερό, μάλιστα, εάν ανα­λο­γι­σθεί κανείς πόσοι τελέ­σα­ντες παρό­μοια αδι­κή­ματα δεν κρί­θη­καν προ­φυ­λα­κι­στέοι και αφέ­θη­καν ελεύ­θε­ροι να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τις απειλές τους. Είναι, επίσης, προ­φα­νές ότι υπάρχει ανάγκη για πιο ενδε­λεχή ρύθμιση του συγκε­κρι­μέ­νου ζητή­μα­τος, καθώς το αδίκημα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, τις περισ­σό­τε­ρες φορές, τελεί­ται επα­να­λαμ­βα­νό­μενα από το δράστη με το θύμα να μένει απρο­στά­τευτο και ευάλωτο, δια­τρέ­χο­ντας κίνδυνο όσο ο δράστης παρα­μέ­νει ελεύ­θε­ρος. Ουσια­στικά, για το αδίκημα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας είναι απα­ραί­τητο να τεθούν από το νόμο αυστη­ρό­τερα πλαίσια, τόσο για την τιμώ­ρηση του δράστη, όσο και για την προ­στα­σία του θύματος και την πρόληψη παρό­μοιων αδι­κη­μά­των.

Η συγκε­κρι­μένη υπόθεση, όπως φαί­νε­ται, με τις εξε­λί­ξεις να τρέχουν διαρκώς, έχει επα­να­λη­φθεί στο παρελ­θόν, καθώς, όπως έγινε γνωστό, ο Από­στο­λος Λύτρας είχε κατη­γο­ρη­θεί και από την πρώην σύζυγό του για παρό­μοιες συμπε­ρι­φο­ρές, η οποία, όμως, απέσυρε τις κατη­γο­ρίες. Μάλιστα, ο Άρειος Πάγος στην κρι­νό­μενη περί­πτωση προ­χώ­ρησε σε δεύτερη παρέμ­βαση, προ­κει­μέ­νου να επι­τα­χυν­θεί η ανα­κρι­τική δια­δι­κα­σία για τον κατη­γο­ρού­μενο.

Παρά το γεγονός ότι η πρώτη παρέμ­βαση του Αρείου Πάγου δημιούρ­γησε αντι­δρά­σεις, τόσο από το δικη­γο­ρικό κόσμο, όσο και από την  Ένωση Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων, οι οποίοι κάνουν λόγο για επι­κοι­νω­νια­κές παρεμ­βά­σεις του Ανω­τά­του Δικα­στη­ρίου, δεν θα πρέπει να παρα­βλε­φθεί το γεγονός ότι η κίνηση αυτή έγινε από ανώ­τα­τους δικα­στι­κούς και εισαγ­γε­λι­κούς λει­τουρ­γούς. Αυτοί, όπως είναι φυσικό, γνω­ρί­ζουν περισ­σό­τερο από τον καθένα τη νομο­θε­σία και, ως εκ τούτου, γνω­ρί­ζουν καλύ­τερα από όλους πώς να εφαρ­μό­ζουν το νόμο και τις ειδι­κό­τε­ρες δια­τά­ξεις του.

Λόγω δε, της ευαι­σθη­σίας, της επι­κιν­δυ­νό­τη­τας, αλλά κυρίως της συχνό­τη­τας περι­στα­τι­κών ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, είναι σκόπιμο να γίνεται πιο ενδε­λε­χής μελέτη και εξέταση της κάθε υπό­θε­σης, πριν ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα περιο­ρι­στικά μέτρα κατά του κατη­γο­ρου­μέ­νου. Τούτο, διότι, έχει φανεί ότι ούτε τα περιο­ρι­στικά μέτρα είναι δυνατό, τις περισ­σό­τε­ρες φορές, να περιο­ρί­σουν στην πραγ­μα­τι­κό­τητα τη συμπε­ρι­φορά του δράστη. Φυσικά, ο νόμος θα πρέπει να εφαρ­μό­ζε­ται κατά γράμμα και να μην κατα­στρα­τη­γεί­ται, από την άλλη πλευρά, όμως, ο νόμος πρέπει να προ­σαρ­μό­ζε­ται στις συν­θή­κες και τις ανάγκες της κοι­νω­νίας.

Επι­πλέον, στη συγκε­κρι­μένη περί­πτωση, εάν δεν είχαν παρα­βια­σθεί τα περιο­ρι­στικά μέτρα, ο κατη­γο­ρού­με­νος θα ήταν ελεύ­θε­ρος, όπως έχει συμβεί σε πολλές περι­πτώ­σεις ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας. Και τούτο θα συνέ­βαινε, παρά τη σφο­δρό­τητα της επί­θε­σης που εξα­πέ­λυσε στην σύζυγό του. Το γεγονός αυτό από μόνο του, σε συν­δυα­σμό με τον μεγάλο αριθμό θυμάτων ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, είναι αρκετό για να προ­βλη­μα­τί­σει και να θέσει τις βάσεις για την πιο αυστηρή αντι­με­τώ­πιση του εγκλή­μα­τος αυτού, το οποίο, μάλιστα, δεν δείχνει να εκλεί­πει.

Κλεί­νο­ντας, πρέπει να γίνει σαφές το πόσο κρίσιμο είναι να ληφθούν περισ­σό­τερα μέτρα σε επίπεδο νομο­θε­σίας, τα οποία θα μπορούν να εγγυ­η­θούν την ετοι­μό­τητα σε σχέση με την πρόληψη, τη δράση και την αντι­με­τώ­πιση τέτοιων περι­στα­τι­κών και κατ’ επέ­κταση την ασφά­λεια των θυμάτων ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας. Το κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, είναι η πρόνοια για την ύπαρξη περισ­σό­τε­ρων ασφα­λι­στι­κών δικλεί­δων. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα βρι­σκό­μα­στε στη δυσά­ρε­στη θέση να συζη­τάμε κάθε φορά για το κατά πόσο είναι σωστό να αφή­νο­νται προ­σω­ρινά ελεύ­θε­ροι οι κακο­ποι­η­τές.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 1 σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

  1. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΤΙΚΟΣ

    Το νόμισμα έχει δύο όψεις. Η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, πρέπει να επιβάλλονται
    αφού προηγούμενα εξετασθούν και διαπιστωθούν τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στην τέλεση των αδικημάτων και τα κίνητρα αληθή ή πλασματικά που μπορεί να έχουν δημιουργηθεί ή κατασκευαστεί με δόλο για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων.
    Η θέση της γυναίκας, ως μάνα , σύζυγος, είναι ιερή και πάντα πρέπει να προστατεύεται από τους νόμους και τα όργανα και η οποιαδήποτε άσκηση βιαιοπραγίας σε βάρος της, είναι εκ προηγουμένου κατακριτέα και απαράδεκτη.
    ΄ομως τι θα πρέπει να συγκρατήσει και τη μερίδα των γυναικών – μανάδων που για χάρη των προσωπικών τους ικανοποιήσεων, εγκαταλείπουν σύζυγο παιδιά και οικογένεια και κάποιες φορές προκαλούν επεισόδια με λογομαχίες και σχεδιασμένες προκλήσεις, ώστε να δημιουργήσουν το κατάλληλο έδαφος της προσχεδιασμένης καταγγελίας για την εύκολη λύση της απελευθέρωσης, με το σύντροφό τους στο κρατητήριο για την προκαλούμενη από αυτές ενδοοικογενειακή βία;
    Είναι απαραίτητη λοιπόν η θέσπιση των ελεγκτικών οργάνων, τα οποία θα λαμβάνουν όλες τις εξακριβωμένες πληροφορίες για τη κάθε υπόθεση και να αποφαίνεται σε σύντομο χρόνο με μέγιστο το τριήμερο διάστημα, πριν κάποιος ή κάποια οδηγηθεί αδίκως στο κρατητήριο.
    Η περίπτωση του Λύτρα έχει δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά στο πανελλήνιο.
    Ο ισχυρισμός του συνηγόρου της συζύγου του, ότι δόθηκαν 30 γροθιές στο θύμα σύζυγό του, δεν συνάδει με το άνετο βάδισμα της προς το νοσηλευτικό κέντρο, ούτε από την εν γένει παρουσία της στα Μ.Μ.Ε. και οι αντιφάσεις της λιποθυμίας και του πανικού της, με την άμεση παρουσία της για υποβολή μηνύσεων, δεν πείθουν ότι αυτά που ισχυρίστηκε η ίδια και ο συνήγορός της είναι ακριβή και μάλιστα με την παρουσία του πατέρα της στην κατοικία της.
    Είναι λοιπόν η κάθε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, αντικείμενο εξονυχιστικής εξέτασης για την απόδοση της δικαιοσύνης γιατί πάντα ότι γυαλίζει δεν είναι χρυσός.