ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΕΕ : Η πρόταση Μισέλ και το χάσμα Βορρά-Νότου ως προς το Ταμείο Ανάκαμψης

news room 7 λεπτά ανάγνωση
συνοδος
European Union leaders summit at the European Council in Brussels, Belgium on Jun 28, 2018 / Σύνοδος Κορυφής των Ευρωαπαίων ηγετών στις Βρυξέλλες στις 28 Ιουνίου, 2018.

Υπό κανο­νι­κές συν­θή­κες η συγκυ­ρία της παν­δη­μίας ήταν αυτή όπου η Ευρω­παϊκή Ένωση θα ανα­δεί­κνυε τα συγκρι­τικά πλε­ο­νε­κτή­ματα του αυξη­μέ­νου βαθμού συνερ­γα­σίας ανάμεσα στα κράτη-όπως και των μεγάλων περι­θω­ρίων που δίνει η ύπαρξη κοινού υπε­ρε­θνι­κού νομί­σμα­τος και ανε­ξάρ­τη­της Ευρω­παϊ­κής Κεντρι­κής Τρά­πε­ζας, όπως και η ύπαρξη θεσμών όπως ο «ευρω­παϊ­κός προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός».

Βέβαια, στην πράξη απο­δεί­χτηκε ότι τα πράγ­ματα ήταν αρκετά δια­φο­ρε­τικά. Οι χώρες χάραξαν κατά βάση εθνικές στρα­τη­γι­κές για την αντι­με­τώ­πιση της παν­δη­μίας, από τους ρυθμούς επι­βο­λής των περιο­ρι­στι­κών μέτρων μέχρι την ανα­ζή­τηση προ­στα­τευ­τι­κού εξο­πλι­σμού στις διε­θνείς αγορές και από το είδος των περιο­ρι­στι­κών μέτρων μέχρι το ποια χώρες θεωρούν ασφαλή προ­έ­λευση ταξι­διω­τών.

Ακόμη περισ­σό­τερο: η προ­σπά­θεια να υπάρξει μια κοινή αντι­με­τώ­πιση των σοβαρών οικο­νο­μι­κών επι­πτώ­σεων που έχει επι­φέ­ρει η παν­δη­μία και κυρίως να υπάρξει μια έμπρα­κτη ευρω­παϊκή αλλη­λεγ­γύη προς τις πιο αδύ­να­μες χώρες, μέχρι τώρα συναντά μόνο μεγάλες αντι­δρά­σεις.

Η κρίση του ευρω­παϊ­κού δρόμου

Σκληρή δια­πραγ­μά­τευση για τέτοια ζητή­ματα γινόταν πάντα στην Ευρώπη. Αυτό, άλλωστε, απο­δει­κνύει και την από­σταση ανάμεσα στα εύκολα μεγάλα λόγια για την ενο­ποί­ηση και την πραγ­μα­τι­κό­τητα ότι οι χώρες πάντα σταθ­μί­ζουν οτι­δή­ποτε έχει κόστος, το ίδιο και η κοινή γνώμη. Όμως, υπήρχε μια σχετική συναί­νεση ότι τα πλε­ο­νε­κτή­ματα που προ­σέ­φερε η ευρω­παϊκή ολο­κλή­ρωση και ιδίως η δια­μόρ­φωση της Ευρω­ζώ­νης, ιδίως για τις πιο εύπορες χώρες, ανα­γκα­στικά συνε­πά­γο­νταν και ένα ορι­σμένο κόστος κύρια με τη μορφή συμ­βο­λής στις ευρω­παϊ­κές δαπάνες. Επειδή όλες οι χώρες συνει­σφέ­ρουν στον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό, αυτό εξηγεί γιατί ορι­σμέ­νες χώρες είναι καθαρές συνει­σφέ­ρου­σες τελικά και κάποιες καθαρές λαμ­βά­νου­σες, δηλαδή κάποιες χώρες τελικά συνει­σφέ­ρουν περισ­σό­τερα από όσα λαμ­βά­νουν και κάποιες λαμ­βά­νουν περισ­σό­τερα από όσα συνει­σφέ­ρουν.

Μην φαντα­στείτε, όμως, κάποιο τρο­μα­κτικό ποσό για τις καθαρές συνει­σφέ­ρου­σες (την ώρα που όπως γνω­ρί­ζουμε καλά στην Ελλάδα στις χώρες της περι­φέ­ρειας που είναι καθαρές λαμ­βά­νου­σες τα ποσά αυτά μετρούν). Η χώρα με τη μεγα­λύ­τερη καθαρή συνει­σφορά σε απόλυτο μέγεθος είναι η Γερ­μα­νία που το 2017 είχε καθαρή συνει­σφορά 12,8 δισ. και χώρα με τη μεγα­λύ­τερη καθαρή συνει­σφορά ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν η Ολλαν­δία με 0,47%.

Μάλιστα, είναι προ­φα­νές ότι οι χώρες που είναι καθαρές συνει­σφέ­ρου­σες στον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό είναι ταυ­τό­χρονα πολ­λα­πλά­σια ωφε­λη­μέ­νες από τη συνο­λική αρχι­τε­κτο­νική της Ευρω­ζώ­νης. Αρκεί να σκε­φτούμε ότι π.χ. για τη Γερ­μα­νία το ευρώ έδωσε ένα σημα­ντικό συγκρι­τικό πλε­ο­νέ­κτημα στο εμπόριο εντός ΕΕ και φυσικά ιδιαί­τερα χαμηλό κόστος δανει­σμού, ενώ το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για άλλες χώρες. Επι­πλέον, οι χώρες αυτές απο­λαμ­βά­νουν και των όποιων ωφε­λη­μά­των έχει η ίδια η παρου­σία της ΕΕ στο διεθνές στε­ρέ­ωμα.

Παρ’ όλα αυτά η προη­γού­μενη δεκα­ε­τία ήταν μια δεκα­ε­τία κρίσης και στα­σι­μό­τη­τας για την ολο­κλή­ρωση, κάτι που στη χώρα μας το πλη­ρώ­σαμε και ακριβά μια που τα Μνη­μό­νια αντα­να­κλού­σαν και την αδυ­να­μία των ευρω­παϊ­κών κρατών να σκε­φτούν με όρους αλλη­λεγ­γύης.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, μια σειρά από χώρες δεν πιστεύ­ουν στη δυνα­τό­τητα της ολο­κλή­ρω­σης με όρους πραγ­μα­τι­κής σύγκλι­σης. Αυτό που θέλουν είναι κατά βάση το ευρώ, εξ ου και όλη η προ­σπά­θεια να δια­τη­ρεί­ται η δημο­σιο­νο­μική πει­θαρ­χία που επι­τρέ­πει στο ευρώ να μην είναι ευάλωτο στις διε­θνείς αγορές λόγω απο­κλί­σεων στα δημο­σιο­νο­μικά και τους όρους δανει­σμού των χωρών. Από εκεί και πέρα για μια σειρά από βορειο­ευ­ρω­παϊ­κές χώρες (και ορι­σμέ­νες κεντρο­ευ­ρω­παϊ­κές), το όραμα θα ήταν μια στε­νό­τερη ολο­κλή­ρωση στο οικο­νο­μικό επίπεδο των χωρών που έχουν αντί­στοιχα οικο­νο­μικά χαρα­κτη­ρι­στικά και κοινή οικο­νο­μική φιλο­σο­φία με έμφαση στη λιτό­τητα, τη δημο­σιο­νο­μική πει­θαρ­χία το ελεύ­θερο εμπόριο. Εξ ου και τα σχέδια για την «Νέα Χαν­σε­α­τική Ένωση».

Όμως, μια κατεύ­θυνση δεν μπορεί να στη­ρί­ξει μια συνο­λι­κό­τερη πολι­τική ενο­ποί­ηση της Ευρώπης και αυτό εξηγεί και την αντίρ­ρηση της Γαλλίας αλλά και την αντι­φα­τική τοπο­θέ­τηση της Γερ­μα­νίας που ταυ­τό­χρονα ως προς την οικο­νο­μική φιλο­σο­φία συντάσ­σε­ται με τις χώρες της δημο­σιο­νο­μι­κής αυστη­ρό­τη­τας, όμως, την ίδια στιγμή κατα­νοεί και ότι προ­σφέ­ρει πολύ ισχνή βάση για ένα συνε­κτικό πολι­τικό ευρω­παϊκό σχέδιο.

Η μάχη για τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό και το ταμείο ανά­καμ­ψης

Σε όλες αυτές τις αντι­δρά­σεις πρω­τα­γω­νι­στεί ένα συνα­σπι­σμός κρατών (των «Τεσ­σά­ρων Φει­δω­λών) που απο­τε­λεί­ται από την Ολλαν­δία, την Αυστρία, τη Δανία και τη Σουηδία, που όμως έχουν την υπο­στή­ριξη και άλλων χωρών

Όλα αυτά απο­τυ­πώ­θη­καν στις μάχες για τον νέο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό και για το ταμείο ανά­καμ­ψης. Σε πρώτη φάση υπήρξε μεγάλη αντί­δραση στην πρόταση για δανει­σμό σε επίπεδο ΕΕ για την παροχή βοή­θειας στις χώρες που είχαν πληγεί από την παν­δη­μία, θεω­ρώ­ντας ότι αυτό θα ισο­δυ­να­μούσε με «αμοι­βαιο­ποί­ηση του ρίσκου» και κοινό ευρω­παϊκό χρέος.  Παράλ­ληλα, επέ­μει­ναν να δοθούν με μορφή δανείων και όχι επι­χο­ρη­γή­σεων και μάλιστα με όρους που μπορεί να ισο­δυ­να­μού­σαν και με μίνι μνη­μό­νια. Σημειώ­νουμε ότι οι αρκετές από τις δια­φω­νού­σες χώρες έχουν χαμηλό σχετικά εξω­τε­ρικό χρέος και άρα μεγα­λύ­τερη δυνα­τό­τητα να δανει­στούν από τις διε­θνείς αγορές για τις ανάγκες αντι­με­τώ­πι­σης της παν­δη­μίας, την ώρα που χώρες που επλή­γη­σαν περισ­σό­τερο, όπως η Ιταλία, έχουν και υψηλό χρέος.

Η διαμάχη αυτή ήρθε να προ­στε­θεί στην ενεργή διαμάχη για τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό (το Πολυ­ε­τές Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικό Πλαίσιο 2021-2027), όπου οι προ­τά­σεις για ενί­σχυσή του συνα­ντού­σαν μεγάλες αντι­δρά­σεις, ιδίως από τη στιγμή που έπρεπε να επι­με­ρι­στεί και το κενό που άφηνε η απο­χώ­ρηση της Μεγάλης Βρε­τα­νίας από την ΕΕ.

Όλα αυτά δια­μόρ­φω­σαν ένα πεδίο αντι­πα­ρα­θέ­σεων που παρά την προ­σπά­θεια για γαλ­λο­γερ­μα­νική συνεν­νό­ηση έχει οδη­γή­σει μέχρι τώρα σε αδυ­να­μία κατά­λη­ξης σε μια συμ­φω­νία.

Ενδει­κτική της φόρ­τι­σης και η αντι­πα­ρά­θεση γύρω από τον νέο πρόεδρο του Eurogroup. Παρότι η Γαλλία και η Γερ­μα­νία όπως και η Ιταλία είχαν κάνει σαφή τη στήριξή τους στην ισπα­νίδα υπουργό Οικο­νο­μι­κών Νάντια Καλβίνο, που εκπρο­σω­πούσε όχι μόνο τον ευρω­παϊκό Νότο αλλά και τις χώρες που είχαν πληγεί περισ­σό­τερο από την παν­δη­μία, εντού­τοις δια­μορ­φώ­θηκε μια πλειο­ψη­φία που επέβαλε τον ιρλανδό Πασκάλ Ντό­να­χιου που εκπρο­σω­πούσε μια πιο συντη­ρη­τική λογική με έμφαση στη δημο­σιο­νο­μική πει­θαρ­χία.

Η συμ­βι­βα­στική πρόταση Μισέλ

Σε αυτό το φόντο ο Πρό­ε­δρος του Ευρω­παϊ­κού Συμ­βου­λίου Σαρλ Μισέλ έκανε μια προ­σπά­θεια για μια συμ­βι­βα­στική πρόταση για να μπο­ρέ­σει να κάμψει τις αντι­δρά­σεις, ενόψει της Συνόδου Κορυφής στις 17-18 Ιουλίου.

Η πρόταση είναι συνο­λική και αφορά και τα 2364 δισε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ όλων των προ­γραμ­μά­των που συζη­τιού­νται, δηλαδή του Πολυ­ε­τούς Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού Πλαι­σίου,  των «διχτυών ασφα­λείας» που ήδη έχει ανα­κοι­νώ­σει η Επι­τροπή και του «ταμείου ανά­καμ­ψης».

Καταρ­χάς, ο Μισέλ προ­τεί­νει μια μικρή περι­κοπή του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού (του Πολυ­ε­τούς Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού Πλαι­σίου 2021-2027) ώστε να πέσει κάτω από το 1,1 τρι­σε­κα­τομ­μύ­ριο ευρώ στο 1,074, θεω­ρώ­ντας ότι το κενό θα το καλύ­ψουν τα άλλα προ­γράμ­ματα.

Ως προς το ταμείο ανά­καμ­ψης ο Μισέλ προ­τεί­νει ο συνο­λι­κός δανει­σμός της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής να είναι έως 750 δισε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ και να δια­τη­ρη­θεί η ίδια ανα­λο­γία ανάμεσα σε άμεσες ενι­σχύ­σεις, δάνεια και εγγυ­ή­σεις. Μάλιστα προ­τεί­νει ένα χρονικό κατα­με­ρι­σμό των ενι­σχύ­σεων ως εξής: 217 δισε­κα­τομ­μύ­ρια τα δύο πρώτα χρόνια (2021, 2023) με κρι­τή­ρια την ανεργία 2015-2019, το αντί­στροφο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το μερίδιο πλη­θυ­σμού και την τρίτη χρονιά να δοθούν 93 δισε­κα­τομ­μύ­ρια με κρι­τή­ρια τη συνο­λική μείωση του ΑΕΠ το 2020 και το 2021 όπως θα μετρη­θεί το 2022, το αντί­στροφο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το μερίδιο πλη­θυ­σμού.

Προ­τεί­νει μάλιστα η συνο­λική δια­χεί­ριση του ταμείου ανά­καμ­ψης να γίνει ύστερα από αξιο­λό­γηση των εθνικών σχεδίων από το Συμ­βού­λιο, με ενι­σχυ­μένη πλειο­ψη­φία και οι πόροι να απο­δε­σμεύ­ο­νται ύστερα από απόφαση της Κομι­σιόν.

Επι­πλέον, σε μια προ­σπά­θεια να δια­μορ­φώ­σει κλίμα συναί­νε­σης, προ­τεί­νει ένα απο­θε­μα­τικό 5 δισε­κα­τομ­μυ­ρίων για το κόστος που θα έχουν διά­φο­ρες χώρες από το Brexit, ενώ δια­τη­ρεί τις επι­στρο­φές (rebates)  για 5 χώρες (των «τεσ­σά­ρων φει­δω­λών μη εξαι­ρου­μέ­νων) που είναι καθαρές συνει­σφέ­ρου­σες στον κοι­νο­τικό προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό (Αυστρία, Δανία, Γερ­μα­νία, Ολλαν­δία, Σουηδία).

Η δύσκολη ισορ­ρο­πία και η στρα­τη­γική αμη­χα­νία

Κατά τις παρα­δό­σεις της ΕΕ πάντα του συμ­βι­βα­σμού προη­γεί­ται μια αίσθηση αδιε­ξό­δου. Μπορεί κανείς να υπο­θέ­σει έτσι ότι μια παραλ­λαγή της πρό­τα­σης Μισέλ θα μπο­ρούσε να είναι ένα σημείο ισορ­ρο­πίας, ιδίως από τη στιγμή που η μέχρι τώρα διελ­κυ­στίνδα έχει κατο­χυ­ρώ­σει και τη σχετική ισχύ δια­φό­ρων πόλων και συνα­σπι­σμών. Εξ ου και η ιδιαί­τερη προ­σπά­θεια της Γερ­μα­νίας να εξα­σφα­λί­σει αυτή τη φορά τη συναί­νεση της Ολλαν­δίας.

Ωστόσο, όποια και εάν είναι η κατά­ληξη της δια­πραγ­μά­τευ­σης, το πρό­βλημα της βαθύ­τε­ρης ευρω­παϊ­κής αμη­χα­νίας ή δυστο­κίας ως προς τη λήψη απο­φά­σεων που θα παρα­πέ­μπουν σε πραγ­μα­τική και όχι συμ­βο­λική αλλη­λεγ­γύη και κοινή αντι­με­τώ­πιση κρίσεων θα παρα­μέ­νει. Όπως και η συνα­κό­λουθη κρίση νομι­μο­ποί­η­σης.

Πηγή: tanea.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.