ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων: Το πολυνομοσχέδιο Φλωρίδη έχει τιμωρητικό χαρακτήρα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Η Ένωση Ελλήνων Ποι­νι­κο­λό­γων (ΕΕΠ) σε ανα­κοί­νωσή της επι­ση­μαί­νει ότι η γενική κατεύ­θυνση του νομο­σχε­δίου του υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης για την αντι­με­τώ­πιση της βίας κατά των γυναι­κών, την ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία, κ.λπ., που είναι ήδη σε δημόσια δια­βού­λευση, έχει «έντονα τιμω­ρη­τικό χαρα­κτήρα» και «ανα­μέ­νε­ται να οδη­γή­σει σε μη δια­χει­ρί­σιμη αύξηση του αριθμού των υπο­δί­κων και κατα­δί­κων στα ήδη υπερ-κορεσμένα σωφρο­νι­στικά κατα­στή­ματα της χώρας».

Η ΕΕΠ στην πολυ­σέ­λιδη ανα­κοί­νωσή της υπο­γραμ­μί­ζει ότι οι δια­τά­ξεις του πολυ­νο­μο­σχε­δίου «απο­κλί­νουν ουσιω­δώς από κατο­χυ­ρω­μέ­νες στο Σύνταγμα και στα διεθνή κείμενα (ΕΣΔΑ, ΧΘΔΕΕ, ΔΣΑΠΔ) κεφα­λαιώ­δεις αρχές του φιλε­λεύ­θε­ρου ουσια­στι­κού και δικο­νο­μι­κού ποι­νι­κού δικαίου (τεκ­μή­ριο αθω­ό­τη­τας, ανα­λο­γι­κό­τητα και εξα­το­μί­κευση της ποινής, δικαί­ωμα απο­τε­λε­σμα­τι­κής υπε­ρα­σπί­σεως, επιβολή προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης μόνον ως έσχατου μέσου δια­σφά­λι­σης των σκοπών της δίκης, κ.ά.) συνι­στούν επι­κίν­δυνη δικαιο­κρα­τική οπι­σθο­δρό­μηση, ενώ η ενσω­μά­τωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385 επι­χει­ρεί­ται με πλημ­μελή και άτεχνο τρόπο».

Σε άλλο σημείο η ΕΕΠ, σημειώ­νει ότι το πολυ­νο­μο­σχέ­διο «δια­κη­ρύσ­σει τον “θυμα­τό­φιλο” προ­σα­να­το­λι­σμό του εισά­γο­ντας εξαι­ρε­τικό δίκαιο που περιο­ρί­ζει δρα­στικά θεμε­λιώδη δικαιώ­ματα του κατη­γο­ρου­μέ­νου, τον οποίον αντι­με­τω­πί­ζει εν πολλοίς ως απο­δε­δειγ­μένο «δράστη» του αδι­κή­μα­τος που του απο­δί­δε­ται».

Οι παρα­τη­ρή­σεις της ΕΕΠ επί του εν λόγω πολυ­νο­μο­σχε­δίου έχουν ως εξής:

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Το Υπουρ­γείο Δικαιο­σύ­νης ανήρ­τησε την παρα­μονή των Χρι­στου­γέν­νων 2024 προς δια­βού­λευση έως την 7.1.2025 σχέδιο νόμου εξ 85 άρθρων, με το οποίο επι­διώ­κε­ται η ρύθμιση ετε­ρό­κλη­των αντι­κει­μέ­νων, όπως προ­κύ­πτει από τον τίτλο του, κατά παρα­βί­αση των αρχών της καλής νομο­θέ­τη­σης. Μάλιστα, τα άρθρα 78 έως 80 του νομο­σχε­δίου είναι «κρυμ­μένα» στο Μέρος ΣΤ’ με τίτλο «Λοιπές δια­τά­ξεις του Υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης», ενώ τρο­πο­ποιούν δια­τά­ξεις του Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας. Για την σύνταξη του κατά περιε­χό­μενο λίαν σημα­ντι­κού αυτού νομο­σχε­δίου δεν συστά­θηκε νομο­πα­ρα­σκευα­στική επι­τροπή, κατά την πρό­σφατη προ­σφιλή -και αντί­θετη προς τους κανόνες της καλής νομοθέτησης- πρα­κτική του Υπουρ­γείου Δικαιο­σύ­νης.

Η γενική κατεύ­θυνση του νομο­σχε­δίου είναι έντονα τιμω­ρη­τική και ανα­μέ­νε­ται να οδη­γή­σει σε μη δια­χει­ρί­σιμη αύξηση του αριθμού των υπο­δί­κων και κατα­δί­κων στα ήδη υπερ-κορεσμένα σωφρο­νι­στικά κατα­στή­ματα της χώρας. Το -ενίοτε ακραία τιμω­ρη­τικό περιεχόμενο- των προ­τει­νό­με­νων δια­τά­ξεων φαί­νε­ται να εμπνέ­ε­ται από την ιδέα ότι η νομο­θε­τική αντι­με­τώ­πιση των υπαρ­κτών προ­βλη­μά­των της παρα­βα­τι­κό­τη­τας ενη­λί­κων και ανη­λί­κων πρέπει να εξα­ντλεί­ται στην θέσπιση αυστη­ρό­τε­ρων κυρώ­σεων. Η ανορ­θο­λο­γική αυτή αντί­ληψη υπο­βι­βά­ζει την νομο­θε­τική πρω­το­βου­λία σε μια «χάρτινη»-συμβολική παρα­γωγή δια­τά­ξεων, οι οποίες, ενώ ουδέν ή ελά­χι­στα μόνον συνει­σφέ­ρουν στην απο­τε­λε­σμα­τική αντι­με­τώ­πιση της παρα­βα­τι­κό­τη­τας, προ­κα­λούν πλήθος ανε­πι­θύ­μη­των και κοι­νω­νικά βλα­πτι­κών παρε­νερ­γειών που δια­σπούν την κοι­νω­νική συνοχή, οδηγούν στο περι­θώ­ριο ευρείες ομάδες προ­σώ­πων, ευνοούν κατα­χρη­στι­κές συμπε­ρι­φο­ρές από κρατικά όργανα και ιδιώτες, και μετα­τρέ­πουν το ποινικό δίκαιο από εγγυητή της προ­σω­πι­κής ελευ­θε­ρίας σε απειλή του.

Το νομο­σχέ­διο δια­κη­ρύσ­σει τον «θυμα­τό­φιλο» προ­σα­να­το­λι­σμό του εισά­γο­ντας εξαι­ρε­τικό δίκαιο που περιο­ρί­ζει δρα­στικά θεμε­λιώδη δικαιώ­ματα του κατη­γο­ρου­μέ­νου, τον οποίον αντι­με­τω­πί­ζει εν πολλοίς ως απο­δε­δειγ­μένο «δράστη» του αδι­κή­μα­τος που του απο­δί­δε­ται. Οι δια­τά­ξεις του νομο­σχε­δίου που απο­κλί­νουν ουσιω­δώς από κατο­χυ­ρω­μέ­νες στο Σύνταγμα και στα διεθνή κείμενα (ΕΣΔΑ, ΧΘΔΕΕ, ΔΣΑΠΔ) κεφα­λαιώ­δεις αρχές του φιλε­λεύ­θε­ρου ουσια­στι­κού και δικο­νο­μι­κού ποι­νι­κού δικαίου (τεκ­μή­ριο αθω­ό­τη­τας, ανα­λο­γι­κό­τητα και εξα­το­μί­κευση της ποινής, δικαί­ωμα απο­τε­λε­σμα­τι­κής υπε­ρα­σπί­σεως, επιβολή προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης μόνον ως έσχατου μέσου δια­σφά­λι­σης των σκοπών της δίκης, κ.α.) συνι­στούν επι­κίν­δυνη δικαιο­κρα­τική οπι­σθο­δρό­μηση, ενώ η ενσω­μά­τωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385 επι­χει­ρεί­ται με πλημ­μελή και άτεχνο τρόπο.

Οι παρα­τη­ρή­σεις που ακο­λου­θούν αφορούν τις προ­βλη­μα­τι­κές καθ’ ημάς δια­τά­ξεις ποι­νι­κού περιε­χο­μέ­νου του νομο­σχε­δίου.

II. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΤΟΥ Α’ ΜΕΡΟΥΣ: ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΓΕΝΕΤΗΣΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

Γενικές παρα­τη­ρή­σεις

Τα ποινικά αδι­κή­ματα που ορί­ζο­νται στην Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 (άρθρα 3 έως 8) δια­κρί­νο­νται σε τρεις βασικές κατη­γο­ρίες, με αντί­στοιχη δια­βάθ­μιση σε επίπεδο απει­λου­μέ­νης ποινής (άρθρο 10]. Ειδι­κό­τερα, πρό­κει­ται για:

(α) τον «ακρω­τη­ρια­σμό γυναι­κείων γεν­νη­τι­κών οργάνων» με απει­λου­μένη στε­ρη­τική της ελευ­θε­ρίας ποινή, «το ανώτατο όριο της οποίας [θα πρέπει να] ανέρ­χε­ται σε του­λά­χι­στον 5 έτη», καθότι, όπως ανα­φέ­ρε­ται στο προ­οί­μιο (σκ.15), ο εν λόγω ακρω­τη­ρια­σμός, μεταξύ άλλων, «προ­κα­λεί ψυχο­λο­γι­κές και κοι­νω­νι­κές ζημίες, οι οποίες επη­ρε­ά­ζουν σοβαρά την ποιό­τητα ζωής του θύματος»,

(β) τον «κατα­να­γκα­στικό γάμο» με απει­λου­μένη στε­ρη­τική της ελευ­θε­ρίας ποινή, «το ανώτατο όριο της οποίας [θα πρέπει να] ανέρ­χε­ται σε του­λά­χι­στον 3 έτη»,

(γ) διά­φο­ρες επι­μέ­ρους μορφές βίας, παρε­νό­χλη­σης κ.λπ. κατά προ­σώ­πων (ενη­λί­κων και ανη­λί­κων] που συντε­λού­νται μέσω της χρήσης τεχνο­λο­γι­κών πλη­ρο­φο­ριών και επι­κοι­νω­νιών (ΤΠΕ), με απει­λου­μένη στε­ρη­τική της ελευ­θε­ρίας ποινή, «το ανώτατο όριο της οποίας [θα πρέπει να] ανέρ­χε­ται σε του­λά­χι­στον 1 έτος».

Στο ΣχΝ δεν φαί­νε­ται να λαμ­βά­νε­ται υπόψη η κατά ως άνω αξιο­λό­γηση του ενω­σια­κού νομο­θέτη ως προς την απαξία των οικείων αξιό­ποι­νων συμπε­ρι­φο­ρών. Επι­πλέον, ανα­κύ­πτουν ζητή­ματα αξιο­λο­γι­κής αντι­νο­μίας τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με άλλες δια­τά­ξεις του ΠΚ, καθώς και μη ορθο­λο­γι­κής ακόμη και μη αξιο­λο­γικά κατα­νοη­τής συνάρ­θρω­σης επι­μέ­ρους μορφών και τρόπων τέλεσης των αξιο­ποί­νων πράξεων.

Συναφώς σημειώ­νε­ται ότι ο ενω­σια­κός νομο­θέ­της ορίζει στο άρθρο 11 της Οδηγίας συγκε­κρι­μέ­νες «επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις», τις οποίες καλεί­ται να λάβει υπόψη του ο εθνικός νομο­θέ­της, «στο βαθμό που αυτές δεν απο­τε­λούν ήδη μέρος των συστα­τι­κών στοι­χείων των ποι­νι­κών αδι­κη­μά­των» και βεβαίως κατά το μέρος που αυτές σχε­τί­ζο­νται με το κάθε επι­μέ­ρους ποινικό αδίκημα.

Κατ’ απο­τέ­λε­σμα, εγεί­ρο­νται ερω­τή­ματα ως προς την ορθή ενσω­μά­τωση των σχε­τι­κών δια­τά­ξεων της Οδηγίας.

 
Παρα­τη­ρή­σεις επί των άρθρων

Άρθρο 5

Με την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση αντι­κα­θί­στα­ται πλήρως το άρθρο 315 ΠΚ, προς ενσω­μά­τωση του άρθρου 3 («ακρω­τη­ρια­σμός των γυναι­κείων γεν­νη­τι­κών οργάνων] καθώς και των άρθρων 10 («ποινές») και 11 («επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις»] της Οδηγίας.

Παρ. 1 και 2: Η παρ. 1 πρώτο εδάφιο φαί­νε­ται ν’ αντι­στοι­χεί στο άρθρο 3 περ. β) της Οδηγίας: «κατα­να­γκα­σμός ή εξώθηση [κατά την ελλη­νική απόδοση] γυναί­κας ή κορι­τσιού να υπο­βλη­θεί σε πράξη του εδ. α», ήτοι σε «εκτομή, αγκτη­ρια­σμό ή οποιο­δή­ποτε άλλο ακρω­τη­ρια­σμό στο σύνολο ή σε μέρος των μεγάλων χειλέων του αιδοίου, των μικρών χειλέων του αιδοίου ή της κλει­το­ρί­δας». Σημειώ­νε­ται ότι δυσχέ­ρειες ανα­κύ­πτουν ως προς την κατα­νό­ηση του νοή­μα­τος της ενω­σια­κής διά­τα­ξης, λόγω του ότι δια­φέ­ρουν εν μέρει οι επι­μέ­ρους γλωσ­σι­κές απο­δό­σεις (: coercing or procuring / le fait de contraindre une femme ou une fille à subir tout acte visé au point a) ou de lui fournir les moyens à cette fin / ein Verhalten, durch das eine Frau oder ein Mädchen dazu genötigt oder dazu gebracht wird).

Εν προ­κει­μένω, κατά την αιτιο­λο­γική έκθεση, «στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 τιμω­ρεί­ται η πράξη της εξώ­θη­σης γυναί­κας να υπο­βλη­θεί με εξα­να­γκα­στικά ή απατηλά μέσα στον ακρω­τη­ρια­σμό των γεν­νη­τι­κών της οργάνων», ως «βασική μορφή του αδι­κή­μα­τος», της οποίας η α.υ. «πραγ­μα­τώ­νε­ται με δια­φο­ρε­τι­κούς τρόπους («υπαλ­λα­κτι­κώς μικτό έγκλημα»)». Εν τούτοις, κατά το γράμμα της προ­τει­νό­με­νης διά­τα­ξης, ως αξιό­ποινη συμπε­ρι­φορά τυπο­ποιεί­ται ο «εξα­να­γκα­σμός» (κατά την προ­τει­νό­μενη δια­τύ­πωση] ή η «εξώθηση» της γυναί­κας να υπο­βλη­θεί σε πράξη ακρω­τη­ρια­σμού. Όσον αφορά τους δια­φο­ρε­τι­κούς τρόπους τέλεσης του «εξα­να­γκα­σμού» ή της «εξώ­θη­σης», η πλειο­νό­τητα αυτών προ­έρ­χε­ται από εν μέρει μετα­φορά του άρθρου 11 της Οδηγίας.

Ειδι­κό­τερα, ορι­σμέ­νες από τις ανα­φε­ρό­με­νες ως επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις στο άρθρο 11 της Οδηγίας συνι­στούν: (α) κοινούς τρόπους τέλεσης του «εξα­να­γκα­σμού» ή της «εξώ­θη­σης» που τιμω­ρεί­ται με ποινή φυλά­κι­σης του­λά­χι­στον 2 ετών και χρη­μα­τική ποινή, «αν δεν συντρέ­χει περί­πτωση να τιμω­ρη­θεί [ο υπαί­τιος] αυστη­ρό­τερα με άλλη διάταξη» (εδάφιο πρώτο), (β) «ιδιαί­τε­ρες επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις», χωρίς να καθο­ρί­ζε­ται δια­φο­ρε­τικό πλαίσιο ποινής (εδάφιο δεύτερο), (γ) δια­κε­κρι­μένη μορφή των οικείου εγκλή­μα­τος, που προ­σλαμ­βά­νει κακουρ­γη­μα­τικό χαρα­κτήρα (: επι­βάλ­λε­ται κάθειρξη), αν έχει ως επα­κό­λουθο τον θάνατο ή προ­ξέ­νησε βαριά σωμα­τική βλάβη (: παρ. 2).

Η επιλογή να ενσω­μα­τω­θούν αρκετές από τις επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις, που ανα­φέ­ρο­νται στο άρθρο 11 της Οδηγίας, ως τρόποι τέλεσης του εγκλή­μα­τος στε­ρεί­ται νομο­τε­χνι­κής αρτιό­τη­τας. Λαμ­βά­νο­ντας δε υπόψη ότι ο «εξα­να­γκα­σμός» δεν ταυ­τί­ζε­ται εννοιο­λο­γικά με την «εξώθηση» (προ­φα­νώς νοείται ως παρα­κί­νηση] είναι ασαφές ποιος τρόπος τέλεσης αντι­στοι­χεί σε ποια συμπε­ρι­φορά. Λ.χ. ενέχει του­λά­χι­στον ταυ­το­λο­γία η αναφορά: «όποιος με τη χρήση … ή άλλων εξα­να­γκα­στι­κών μέσων … εξα­να­γκά­ζει ..» Επι­πλέον, εγεί­ρο­νται ερω­τή­ματα σε σχέση και με τις ιδιαί­τε­ρες επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις που δια­λαμ­βά­νο­νται στο προ­τει­νό­μενο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1. Λ.χ. επί τη βάσει ποιών κρι­τη­ρίων αξιο­λό­γη­σης, η μεν επιβολή ή κατά­χρηση εξου­σίας καθώς και η εκμε­τάλ­λευση της ευά­λω­της θέσης του θύματος τυπο­ποιού­νται ως τρόποι τέλεσης (και όχι ως επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις), η δε διά­πραξη του εγκλή­μα­τος από μέλος της οικο­γέ­νειας ή από πρόσωπο που συνοι­κούσε με το θύμα ορί­ζε­ται ως επι­βα­ρυ­ντική περί­σταση (στο δεύτερο εδάφιο).

Περαι­τέρω, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τη δια­τύ­πωση του άρθρου 3 β) της Οδηγίας καθώς και την αξιο­λό­γηση του ενω­σια­κού νομο­θέτη ως προς την απαξία του εγκλή­μα­τος, δεν επε­ξη­γεί­ται γιατί εν προ­κει­μένω ο επί­μα­χος ακρω­τη­ρια­σμός σε βάρος ενή­λι­κης ή ανή­λι­κης γυναί­κας (αδια­κρί­τως) -ή του­λά­χι­στον η «εκτομή»- δεν συνιστά ήδη βαριά σκο­πού­μενη σωμα­τική βλάβη (κατά την έννοια του ά. 310 παρ. 3 ΠΚ). Υπό την έννοια αυτή, ο σχε­τι­κός κατα­να­γκα­σμός ή η εξώθηση της γυναί­κας θα μπο­ρούσε (σε συμ­βα­τό­τητα τόσο με την Οδηγία όσο και με άλλες αξιο­λο­γή­σεις του εθνικού νομο­θέτη] να απει­λεί­ται (α) με κάθειρξη έως 10 ετών στην περί­πτωση του βασικού εγκλή­μα­τος, (β) με κάθειρξη, αν συντρέ­χουν ιδιαί­τε­ρες επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις και (γ) με κάθειρξη του­λά­χι­στον 10 ετών στην περί­πτωση που προ­κλή­θηκε θάνατος. Η προ­τει­νό­μενη ρήτρα επι­κου­ρι­κό­τη­τας στο βασικό έγκλημα δεν είναι κατα­νοητή. Στην αιτιο­λο­γική έκθεση δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται ποιες περι­πτώ­σεις υπο­νο­ού­νται, κατά τις οποίες η εκά­στοτε οικεία συμπε­ρι­φορά θα μπο­ρούσε να υπαχθεί σε αυστη­ρό­τερη διάταξη.

Παρ. 3: Τα ίδια ερωτήματα-ζητήματα ανα­κύ­πτουν και ως προς την εν λόγω διάταξη, η οποία προ­φα­νώς αντι­στοι­χεί στην περ. α) του άρθρου 3 της Οδηγίας. Υπο­κεί­μενο του εγκλή­μα­τος είναι εν προ­κει­μένω εκείνος που διε­νερ­γεί (ιατρός ή μη), για λόγους μη ιατρι­κούς, τις ανωτέρω πράξεις ακρω­τη­ρια­σμού «και υπό τις περι­στά­σεις της παρ. 1», ήτοι, όπως ανα­φέ­ρε­ται στην αιτιο­λο­γική έκθεση, «σε θύμα που προ­σήλθε ενώπιον του όχι οικειο­θε­λώς, αλλά παρα­συ­ρό­μενο και παρα­πλα­νώ­μενο με εξα­να­γκα­στικά ή απατηλά μέσα».

Άρθρο 6

Με την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 3 στο άρθρο 330 ΠΚ, προς ενσω­μά­τωση του άρθρου 4 («κατα­να­γκα­στι­κός γάμος») καθώς και των άρθρων 10 («ποινές») και 11 («επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις»] της Οδηγίας.

Σημειώ­νε­ται ότι τα ορι­ζό­μενα στο άρθρο 4 της Οδηγίας ποινικά αδι­κή­ματα είναι: «α) ο εξα­να­γκα­σμός ενός ενήλικα ή ενός παιδιού να συνάψει γάμο. β) ο δελε­α­σμός [κατά την ελλη­νική απόδοση] ενήλικα ή παιδιού στο έδαφος κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο δια­μέ­νει με σκοπό να εξα­να­γκα­στεί ο εν λόγω ενή­λι­κας ή το εν λόγω παιδί να συνάψει γάμο». Ορισμός της έννοιας «παιδί» δεν απαντά μεν στην παρούσα Οδηγία, όμως ισχύει ανα­λό­γως η διάταξη του άρθρου 2 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ, όπου ως «παιδί» νοείται «κάθε πρόσωπο κάτω των 18 ετών».

Κατ’ αρχάς, για λόγους δικαιο­πο­λι­τι­κούς, αλλά και νομο­τε­χνι­κής αρτιό­τη­τας, ορθό­τερη θα ήταν η θέσπιση ειδικής ποι­νι­κής διά­τα­ξης και όχι η προ­σθήκη παρ. 3 στο άρθρο 330 ΠΚ. Βλ. σχετ. σκ. 16 του Προ­οι­μίου της Οδηγίας.

Περαι­τέρω, ως προς το πρώτο εδάφιο της προ­τει­νό­με­νης παρ. 3 του άρθρου 330 παρα­τη­ρεί­ται ότι: Εν προ­κει­μένω τιμω­ρεί­ται όχι μόνον όποιος «εξα­να­γκά­ζει», αλλά και όποιος «προ­σελ­κύει ή ωθεί» ένα πρόσωπο, με επι­μέ­ρους (κοινούς) τρόπους τέλεσης που είναι ίδιοι με εκεί­νους του προ­α­να­φερ­θέ­ντος εγκλή­μα­τος του «ακρω­τη­ρια­σμού γυναι­κείων γεν­νη­τι­κών οργάνων». Ως απει­λού­μενη ποινή ορί­ζε­ται ποινή φυλά­κι­σης του­λά­χι­στον 1 έτους και χρη­μα­τική ποινή. Δεν προ­βλέ­πε­ται δια­κε­κρι­μένη μορφή του εγκλή­μα­τος.

Η κατά τα ως άνω προ­σθήκη της «προ­σέλ­κυ­σης» ή «ώθησης» ως αξιό­ποι­νης συμπε­ρι­φο­ράς στο πρώτο εδάφιο είναι εσφαλ­μένη. Ομοίως εσφαλ­μένη είναι και η θέσπιση ως επι­βα­ρυ­ντι­κής περί­στα­σης, στο δεύτερο εδάφιο της προ­τει­νό­με­νης παρ. 3, της περί­πτω­σης κατά την οποία «η πράξη [του πρώτου εδαφίου] αφορά» στην σύναψη γάμου ή συμ­φώ­νου συμ­βί­ω­σης «στο έδαφος κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο δια­μέ­νει ο εξα­να­γκα­ζό­με­νος». Και τούτο διότι:

(α) Στο πρώτο εδάφιο φαί­νε­ται να συνε­νώ­νο­νται εν μέρει τα αδι­κή­ματα των ανωτέρω εδαφίων α) και β) του άρθρου 4 της Οδηγίας, κατά το μέρος που αφορά τις μορφές του «κατα­να­γκα­στι­κού γάμου», ήτοι αφενός τον «εξα­να­γκα­σμό» ενός προ­σώ­που σε σύναψη γάμου και αφε­τέ­ρου τον «δελε­α­σμό» (luring / tromper / durch Täuschung) ενός προ­σώ­που στο έδαφος κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο δια­μέ­νει «με σκοπό» να εξα­να­γκα­στεί σε σύναψη γάμου.

(β) Στο δεύτερο εδάφιο ενσω­μα­τώ­νο­νται ως μία από τις επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις προ­φα­νώς αλλοιω­μένα τα υπό­λοιπα στοι­χεία του εδαφίου β) του άρθρου 4 της Οδηγίας.

Η ανωτέρω διά­σπαση του στ. β) του άρθρου 4 της Οδηγίας καθώς και η αντι­κα­τά­σταση της λέξης «δελε­α­σμός», που απαντά στην ελλη­νική γλωσ­σική απόδοση της Οδηγίας, από τις λέξεις «προ­σελ­κύει ή ωθεί» στην προ­τει­νό­μενη ποινική διάταξη δεν αντι­στοι­χεί στο νόημα της Οδηγίας ούτε είναι άμοιρη ερμη­νευ­τι­κών δυσχε­ρειών.

Σε κάθε περί­πτωση η υιο­θέ­τηση ίδιας λογικής με εκείνης του άρθρου 315 ΠΚ, όσον αφορά τους τρόπους τέλεσης, επι­τεί­νει έτι περαι­τέρω τα προ­βλή­ματα κατα­νό­η­σης σχετικά με το ποιος τρόπος τέλεσης αντι­στοι­χεί σε ποια συμπε­ρι­φορά. Ομοίως, εγεί­ρο­νται ανάλογα ερω­τή­ματα σε σχέση και με τις λοιπές ιδιαί­τε­ρες επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις που δια­λαμ­βά­νο­νται στο προ­τει­νό­μενο δεύτερο εδάφιο. Περαι­τέρω, δεν εξη­γεί­ται γιατί εδώ δεν προ­βλέ­πε­ται ως επι­βα­ρυ­ντική περί­σταση η ανη­λι­κό­τητα του θύματος.

Τέλος, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη την αξιο­λό­γηση του ενω­σια­κού νομο­θέτη ως προς την απαξία του εγκλή­μα­τος του κατα­να­γκα­στι­κού γάμου, θα μπο­ρούσε ως απει­λου­μένη ποινή -τουλάχιστον- για το αδίκημα του «εξα­να­γκα­σμού σε σύναψη γάμου» (κατά το νόημα του εδαφίου α) του άρθρου 4 της Οδηγίας) να οριστεί ποινή φυλά­κι­σης του­λά­χι­στον 2 ετών (αντί 1 έτους).

Άρθρο 7

Με την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση τρο­πο­ποιεί­ται, ιδίως, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333 ΠΚ (όπως αυτό ισχύει μετά το ν. 5090/2024), προς ενσω­μά­τωση του άρθρου 6 («παρε­νο­χλη­τική κυβερ­νο­πα­ρα­κο­λού­θηση») καθώς και των άρθρων 10 («ποινές») και 11 («επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις»] της Οδηγίας.

Η εν λόγω διάταξη της Οδηγίας έχει ως εξής: «Τα κράτη μέλη δια­σφα­λί­ζουν ότι οι εκ προ­θέ­σεως πράξεις της κατ’ επα­νά­ληψη ή συνε­χούς θέσης άλλου προ­σώ­που υπό παρα­κο­λού­θηση, χωρίς τη συναί­νεση του εν λόγω προ­σώ­που ή νόμιμη άδεια, μέσω ΤΠΕ, με σκοπό την ιχνη­λά­τηση ή την επι­τή­ρηση των κινή­σεων και των δρα­στη­ριο­τή­των του εν λόγω προ­σώ­που, όταν η εν λόγω συμπε­ρι­φορά μπορεί να είναι πολύ επι­βλα­βής για το πρόσωπο αυτό, τιμω­ρεί­ται ως ποινικό αδίκημα».

Η προ­τει­νό­μενη τρο­πο­ποί­ηση δεν συνάδει με το γράμμα και το νόημα της ως άνω ενω­σια­κής διά­τα­ξης. Βλ. σχετικά και σκ. 17 και 21 του Προ­οι­μίου της Οδηγίας.

Για λόγους δικαιο­πο­λι­τι­κούς, αλλά και νομο­τε­χνι­κής αρτιό­τη­τας, ορθό­τερο θα ήταν: (α) να παρα­μεί­νει ως έχει το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, με μόνη εξαί­ρεση τη δια­γραφή της φράσης «με την επι­δί­ωξη διαρ­κούς επαφής με τη χρήση τηλε­πι­κοι­νω­νια­κού ή ηλε­κτρο­νι­κού μέσου» και (β) να προ­στε­θεί παρ. 2, οι δε παρ. 2 και 3 να ανα­ριθ­μη­θούν ως 3 και 4.

Ειδι­κό­τερα, η νέα παρ. 2 προ­τεί­νε­ται να έχει ως εξής: «Όποιος θέτει άλλον υπό παρα­κο­λού­θηση, συνεχή ή κατ’ επα­νά­ληψη, με τη χρήση της τεχνο­λο­γίας των πλη­ρο­φο­ριών και επι­κοι­νω­νιών, χωρίς τη συναί­νεσή του ή νόμιμη προς τούτο άδεια και με σκοπό την ιχνη­λά­τηση ή την επι­τή­ρηση των κινή­σεων και των δρα­στη­ριο­τή­των του, προ­κα­λώ­ντας σ’ αυτόν τρόμο ή ανη­συ­χία, τιμω­ρεί­ται με ποινή φυλά­κι­σης έως δύο (2) έτη».

Στην ανωτέρω περί­πτωση, η (ισχύ­ουσα) παρ. 2 γίνεται παρ. 3 και μετά τις λέξεις «της παρ. 1» προ­στί­θε­ται «και παρ. 2».

Συναφώς σημειώ­νε­ται ότι δεν δια­λαμ­βά­νο­νται στο ΣχΝ δια­τά­ξεις που να ενσω­μα­τώ­νουν τις περ. α) και β) του άρθρου 7 της Οδηγίας, που τυπο­ποιούν δύο μορφές της απο­κα­λού­με­νης «κυβερ­νο­πα­ρε­νό­χλη­σης». Προ­φα­νώς θεω­ρή­θηκε ότι καλύ­πτο­νται από τις επι­μέ­ρους δια­τά­ξεις του άρθρου 333 ΠΚ. Εν τούτοις, ορθό θα ήταν να μετα­φερ­θεί -τουλάχιστον- το εδ. α) του άρθρου 7 ως ιδιαί­τερη επι­βα­ρυ­ντική περί­σταση της πράξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 333 ΠΚ. Δηλ. να οριστεί ότι «η κατ’ επα­νά­ληψη ή συνεχής τέλεση της πράξης αυτής με τη χρήση της τεχνο­λο­γίας των πλη­ρο­φο­ριών και επι­κοι­νω­νιών συνιστά επι­βα­ρυ­ντική περί­σταση και τιμω­ρεί­ται με ποινή φυλά­κι­σης έως δύο (2) έτη».

Διευ­κρι­νί­ζε­ται ότι με εν λόγω ενω­σιακή διάταξη ορί­ζε­ται ως ποινικό αδίκημα η «κατ’ επα­νά­ληψη ή συνεχής συμ­με­τοχή σε απει­λη­τική συμπε­ρι­φορά που στρέ­φε­ται κατά προ­σώ­που, του­λά­χι­στον όταν η συμπε­ρι­φορά αυτή συνε­πά­γε­ται απειλές για τη διά­πραξη ποι­νι­κών αδι­κη­μά­των, μέσω ΤΠΕ, όταν η συμπε­ρι­φορά αυτή ενδέ­χε­ται να προ­κα­λέ­σει σοβαρό φόβο στο πρόσωπο για την ασφά­λειά του ή για την ασφά­λεια των εξαρ­τώ­με­νων προ­σώ­πων».

Άρθρο 8

Με την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 5 στο άρθρο 337 ΠΚ προς ενσω­μά­τωση της περ. γ) του άρθρου 7 («κυβερ­νο­πα­ρε­νό­χληση») καθώς και των άρθρων 10 («ποινές») και 11 («επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις»] της Οδηγίας.

Για λόγους που συνέ­χο­νται με την επιταγή του ορι­σμέ­νου του ποι­νι­κού νόμου, με το γράμμα της οικείας ενω­σια­κής διά­τα­ξης, αλλά και της απο­φυ­γής επι­κα­λύ­ψεων με το άρθρο 333 ΠΚ, θα πρέπει στο πρώτο εδάφιο της προ­τει­νό­με­νης παρ. 5: (α) να δια­γρα­φούν οι λέξεις «με οποιον­δή­ποτε τρόπο» «φόβο, ανη­συ­χία ή» και (β) να προ­στε­θεί η λέξη «σοβαρή» πριν από τις λέξεις «ψυχο­λο­γική βλάβη». Επίσης στο δεύτερο εδάφιο της προ­τει­νό­με­νης παρ. 5, θα πρέπει να συμπε­ρι­λη­φθεί στις επι­βα­ρυ­ντι­κές περι­στά­σεις η ανη­λι­κό­τητα του θύματος και να προσ­διο­ρι­στεί, ως απει­λου­μένη ποινή, ποινή φυλά­κι­σης έως τρία (3) έτη.

Άρθρο 9

Με την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 2Α στο άρθρο 184 ΠΚ προς ενσω­μά­τωση της περ. δ) του άρθρου 7 («κυβερ­νο­πα­ρε­νό­χληση») καθώς και του άρθρου 10 («ποινές») της Οδηγίας.

Λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις απει­λού­με­νες ποινές στις προ­α­να­φερ­θεί­σες προ­τει­νό­με­νες δια­τά­ξεις, αλλά και εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 184 ΠΚ και για λόγους τήρησης της αρχής της ανα­λο­γι­κό­τη­τας, η απει­λου­μένη ποινή θα πρέπει να είναι ποινή φυλά­κι­σης έως δύο (2) ετών (αντί έως 3 ετών).

III. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΤΟΥ Α’ ΜΕΡΟΥΣ: ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Άρθρο 12

Το άρθρο 23 παρ. 4 της Οδηγίας ορίζει ότι «τα κράτη μέλη δια­σφα­λί­ζουν ότι οι πάροχοι υπη­ρε­σιών φιλο­ξε­νίας, άλλοι οικείοι πάροχοι ενδιά­με­σων υπη­ρε­σιών και οι πάροχοι περιε­χο­μέ­νου που επη­ρε­ά­ζο­νται από εντολή όπως ανα­φέ­ρε­ται στο δεύτερο εδάφιο της παρα­γρά­φου 1 έχουν δικαί­ωμα πραγ­μα­τι­κής δικα­στι­κής προ­σφυ­γής. Αυτό το δικαί­ωμα περι­λαμ­βά­νει το δικαί­ωμα προ­σβο­λής της εν λόγω εντολής ενώπιον των δικα­στη­ρίων του κράτους μέλους της αρμό­διας αρχής που εξέδωσε την εντολή». Επο­μέ­νως, η προ­βλε­πό­μενη στο άρθρο 12 δυνα­τό­τητα προ­σφυ­γής κατά της διά­τα­ξης του Εισαγ­γε­λέα Πρω­το­δι­κών περί αφαι­ρέ­σεως περιε­χο­μέ­νου ιστο­σε­λί­δας ενώπιον του Εισαγ­γε­λέα Εφετών είναι ανε­παρ­κής. Ορθή θα ήταν η πρό­βλεψη προ­σφυ­γής στο δικα­στικό συμ­βού­λιο.

Άρθρο 13

Η προ­τει­νό­μενη διάταξη, ήτοι η τρο­πο­ποί­ηση της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3500/2006, φέρεται να ενσω­μα­τώ­νει το άρθρο 6 της Οδηγίας(ΕΕ) 2024/1385, στο οποίο, όπως ανα­φέ­ρε­ται επί του άρθρου 7 του ΣχΝ, προ­βλέ­πε­ται ως ποινικό αδίκημα η απο­κα­λού­μενη «παρε­νο­χλη­τική κυβερ­νο­πα­ρα­κο­λού­θηση».

Επο­μέ­νως, νομο­τε­χνικά ορθό θα ήταν (α) να εισα­χθεί η εν προ­κει­μένω ρύθμιση του δεύ­τε­ρου εδαφίου της παρ. 2 ως επι­βα­ρυ­ντική περί­σταση της πράξης της παρ. 2 του άρθρου 333 ΠΚ, όπως αυτή ανωτέρω προ­τεί­νε­ται καθ’ ημάς να δια­μορ­φω­θεί, και (β) να δια­γρα­φεί το δεύτερο εδάφιο της ισχύ­ου­σας σήμερα παρ. 2.

Άρθρο 14

Γενική παρα­τή­ρηση: Η προ­σθήκη άρθρου 10 Α στο Κεφά­λαιο Γ’ του ν. 3500/2006 φέρεται να θεσπί­ζε­ται προς ενσω­μά­τωση του άρθρου 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385. Εν τούτοις, ρυθ­μι­στικό αντι­κεί­μενο της εν λόγω ενω­σια­κής διά­τα­ξης είναι μόνον η δυνα­τό­τητα των αρμο­δίων (κατά το εθνικό δίκαιο) αρχών να εκδί­δουν «επεί­γου­σες εντολές απα­γό­ρευ­σης», «εντολές περιο­ρι­σμού» ή «εντολές προ­στα­σίας» κατά «του δράστη ή του υπόπτου πράξης βίας καλυ­πτό­με­νης από την παρούσα Οδηγία [ήτοι όχι μόνον των αδι­κη­μά­των ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας], σε «περι­πτώ­σεις άμεσου κιν­δύ­νου για την υγεία ή την ασφά­λεια του θύματος ή των εξαρ­τώ­με­νων από αυτό πρόσωπα». Η ισχύς των εντολών αυτών διαρκεί «όσο διά­στημα απαι­τεί­ται από τα θύματα έναντι κάθε πράξης βίας καλυ­πτό­με­νης από την παρούσα Οδηγία» (παρ. 1). Ρητά μάλιστα αφή­νε­ται στην δια­κρι­τική ευχέ­ρεια των κρατών μελών να εξαρ­τούν την έκδοση των σχε­τι­κών εντολών από προη­γού­μενη αίτηση του θύματος, όταν αυτός είναι ενή­λι­κος (παρ. 2).

Επο­μέ­νως, συνά­φεια με το άρθρο 19 της Οδηγίας έχει μόνον το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του προ­τει­νό­με­νου άρθρου 10 Α, στο οποίο, όμως, «ανα­βαθ­μί­ζο­νται» οι οικείες εντολές απα­γό­ρευ­σης κ.λπ. ως παρε­πό­μενη ποινή, χωρίς διά­κριση μεταξύ ενη­λί­κου και ανη­λί­κου θύματος. Οι λοιπές ρυθ­μί­σεις είναι προϊόν ελλη­νι­κής πρω­το­βου­λίας.

Επι­πλέον, είναι ευνόητο ότι η ενσω­μά­τωση της ενω­σια­κής διά­τα­ξης είναι αφενός εσφαλ­μένη, αφε­τέ­ρου ελλιπής και για τον λόγο ότι δεν ελήφθη υπόψη το πεδίο εφαρ­μο­γής της.

Επί των επι­μέ­ρους παρα­γρά­φων του προ­τει­νό­με­νου άρθρου 10 Α:

Παρ. 1: Η διάταξη επα­να­φέ­ρει ειδικά στα εγκλή­ματα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας τον καταρ­γη­θέ­ντα με τον νέο ΠΚ θεσμό της υπο­τρο­πής. Η προ­τει­νό­μενη ρύθμιση, εκτός του ότι είναι λίαν αμφί­βο­λης εγκλη­μα­το­προ­λη­πτι­κής απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας, δια­νοί­γει νομο­θε­τική κερ­κό­πορτα για μελ­λο­ντική επέ­κταση του παρω­χη­μέ­νου θεσμού της υπο­τρο­πής και σε άλλες κατη­γο­ρίες εγκλη­μά­των.

Παρ. 2: Η απα­γό­ρευση μετα­τρο­πής και ανα­στο­λής της ποινής και χορή­γη­σης ανα­σταλ­τι­κού απο­τε­λέ­σμα­τος στην έφεση διευ­ρύ­νει ακόμη περισ­σό­τερο το ήδη υφι­στά­μενο πεδίο των σχε­τι­κών απα­γο­ρεύ­σεων. Η γνωστή αντίρ­ρηση, ότι οι νομο­θε­τι­κές απα­γο­ρεύ­σεις αυτού του τύπου είναι αντί­θε­τες προς το τεκ­μή­ριο αθω­ό­τη­τας, την αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας και την διά­κριση των εξου­σιών καθόσον εκμη­δε­νί­ζουν τα περι­θώ­ρια των δικαιο­δο­τι­κών κρίσεων, ισχύει κατά μείζονα λόγο για την προ­τει­νό­μενη ρύθμιση, δεδο­μέ­νου ότι η απο­δει­κτική δυσχέ­ρεια των εγκλη­μά­των της ενδοoικογενειακής βίας ενι­σχύει την πιθα­νό­τητα έκδοσης εσφαλ­μέ­νων απο­φά­σεων. Τέλος, η προ­βλε­πό­μενη δυνα­τό­τητα επι­βο­λής της απα­γό­ρευ­σης προ­σέγ­γι­σης και επι­κοι­νω­νίας με το θύμα ως παρε­πό­με­νης ποινής στε­ρεί­ται ουσια­στι­κής σημα­σίας στις πρω­τό­δι­κες κατα­δι­κα­στι­κές απο­φά­σεις, με τις οποίες το ίδιο μέτρο μπορεί να επι­βλη­θεί ως όρος για τη χορή­γηση του ανα­σταλ­τι­κού απο­τε­λέ­σμα­τος της έφεσης.

Παρ. 3: Η δυνα­τό­τητα επι­βο­λής προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης και για τα πλημ­με­λή­ματα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας που τιμω­ρού­νται με ποινή φυλά­κι­σης του­λά­χι­στον ενός έτους συνιστά ανε­πί­τρε­πτη δικαιο­κρα­τική οπι­σθο­δρό­μηση και αντι­στρα­τεύ­ε­ται την επί 30 περίπου έτη (μετά το Ν. 2408/1996) σταθερή νομο­θε­τική επιλογή για την κατάρ­γηση της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης στα πλημ­με­λή­ματα (με μονα­δική εξαί­ρεση το πλημ­μέ­λημα της ανθρω­πο­κτο­νίας από αμέλεια κατά συρροή). Η απαξία του τιμω­ρού­με­νου με ποινή φυλά­κι­σης του­λά­χι­στον ενός έτους πλημ­με­λή­μα­τος της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής σωμα­τι­κής βλάβης (άρθρο 6 Ν. 3500/2006), η οποία μάλιστα μπορεί να είναι και εντελώς ελαφρά, δεν είναι συγκρί­σιμη με το πλημ­μέ­λημα της ανθρω­πο­κτο­νίας από αμέλεια κατά συρροή, ώστε να δικαιο­λο­γεί­ται η επιβολή του ακραίου δικο­νο­μι­κού μέτρου της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης. Περαι­τέρω, η προ­τει­νό­μενη ρύθμιση επα­να­κα­θο­ρί­ζει τους όρους επι­βο­λής της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης για τα κακουρ­γή­ματα της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, παρ΄ όλο που θα αρκούσε η εφαρ­μογή της γενικής διά­τα­ξης του άρθρου 286 ΚΠΔ. Η εξάρ­τηση της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης από όρους μη προ­βλε­πό­με­νους στο άρθρο 286 ΚΠΔ (τέλεση της πράξης με ιδιαί­τερη σκλη­ρό­τητα ή η καθ’ υπο­τρο­πήν τέλεση) δημιουρ­γεί σύγχυση και διευ­ρύ­νει τη δυνα­τό­τητα επι­βο­λής της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης ειδικά στα κακουρ­γή­ματα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας που τιμω­ρού­νται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών (π.χ. η ενδο­οι­κο­γε­νειακή βαρειά σωμα­τική βλάβη – άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β’ Ν. 3500/2006). Η ιδιαί­τερη σκλη­ρό­τητα της -ερευνώμενης εισέτι!- πράξης είναι έννοια ασαφής και δεν ευθυ­γραμ­μί­ζε­ται με τις λοιπές αντι­κει­με­νι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις (κατά συρροή ή κατ΄ εξα­κο­λού­θηση τέλεση), από τις οποίες μπορεί να συνα­χθεί ο κίν­δυ­νος τέλεσης νέων εγκλη­μά­των στα κακουρ­γή­ματα που τιμω­ρού­νται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

Παρ. 5: Η ένταξη των κακουρ­γη­μά­των ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας σε εκείνα που σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠΔ παρα­πέ­μπο­νται με απευ­θείας κλήση στο ακρο­α­τή­ριο απο­τε­λεί ένα ακόμη βήμα προς την εσφαλ­μένη κατεύ­θυνση της κατάρ­γη­σης της ενδιά­με­σης δια­δι­κα­σίας των δικα­στι­κών συμ­βου­λίων, η οποία λει­τουρ­γεί ως πολύ­τιμο φίλτρο που απο­τρέ­πει την άκριτη παρα­πο­μπή των υπο­θέ­σεων στο ακρο­α­τή­ριο με απο­τέ­λε­σμα την άδικη ταλαι­πω­ρία των δια­δί­κων, την συμ­φό­ρηση των δικα­στη­ρίων και την σημα­ντική επι­βρά­δυνση της απο­νο­μής της ποι­νι­κής δικαιο­σύ­νης..

Παρ. 6: Η θέσπιση του κανόνα ότι σε περί­πτωση ανα­βο­λής της εκδί­κα­σης των αυτό­φω­ρων πλημ­με­λη­μά­των ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας η κράτηση δια­τη­ρεί­ται και μόνο κατ’ εξαί­ρεση αίρεται, εφόσον κρί­νε­ται αιτιο­λο­γη­μένα μετά από ακρόαση του «θύματος» ότι δεν συντρέ­χει κίν­δυ­νος τέλεσης νέων εγκλη­μά­των, απο­κλί­νει αδι­καιο­λό­γητα από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 424 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά τον Ν. 5090/2024. Η κρίση για τη συνέ­χιση ή μη της κρά­τη­σης του δράστη αυτό­φω­ρου πλημ­με­λή­μα­τος πρέπει να επα­φί­ε­ται στην ελεύ­θερη κυριαρ­χική κρίση του δικα­στη­ρίου που αξιο­λο­γεί εξα­το­μι­κευ­μένα όλα τα δεδο­μένα εκάστης υπο­θέ­σεως και δεν επι­τρέ­πε­ται να προ­δια­γρά­φε­ται από τον ίδιο το νομο­θέτη με το αφη­ρη­μένο κρι­τή­ριο του είδους του εγκλή­μα­τος, πόσο μάλλον όταν αξιώ­νε­ται αιτιο­λό­γηση μόνο για την άρση, όχι όμως και για τη συνέ­χιση της κρά­τη­σης.

Παρ. 7: Η υπαγωγή και των προ­σώ­πων ιδιά­ζου­σας δωσι­δι­κίας στην αυτό­φωρη δια­δι­κα­σία για τα αδι­κή­ματα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας και ο υπο­βι­βα­σμός τους στα πρω­το­βάθ­μια δικα­στή­ρια συνι­στούν ακα­τα­νό­ητη ρύθμιση που αγνοεί τους σπου­δαί­ους λόγους οι οποίοι επι­βάλ­λουν την ιδιά­ζουσα δωσι­δι­κία των ανα­φε­ρό­με­νων στο άρθρο 110 εδ. περ. δ) κατη­γο­ριών προ­σώ­πων. Περαι­τέρω, ειδικά ως προς τους δικη­γό­ρους επι­χει­ρεί­ται η εισα­γωγή εξαί­ρε­σης από την ειδική -και κατισχύουσα- διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 ν. 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο: “Δεν ακο­λου­θεί­ται η αυτό­φωρη δια­δι­κα­σία στα πλημ­με­λή­ματα που φέρεται να έχει δια­πρά­ξει δικη­γό­ρος. Δικη­γό­ρος, που συλ­λαμ­βά­νε­ται οποια­δή­ποτε ημέρα και ώρα δεν κρα­τεί­ται, αλλά οδη­γεί­ται αμέσως ενώπιον του αρμο­δίου Εισαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών”.

Άρθρο 15

Προ­στί­θε­ται ως συστα­τικό στοι­χείο της ανε­πι­φύ­λα­κτης δήλωσης του υπαι­τίου για την έναρξη της δια­δι­κα­σίας ποι­νι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης, η ανα­γνώ­ριση των «βασικών περι­στα­τι­κών» της υπό­θε­σης. Η πρό­βλεψη είναι ατυχής και θα υπο­νο­μεύ­σει τη δια­δι­κα­σία της ποι­νι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης. Η ανα­γνώ­ριση των βασικών περι­στα­τι­κών ναι μεν απο­τε­λεί, κατά την αντί­ληψη του νομο­θέτη, κάτι έλασσον σε σχέση με την ομο­λο­γία, πλην όμως δεν παύει να απο­τε­λεί μια οιονεί ανα­γνώ­ριση της ποι­νι­κής ευθύνης, όπως άλλωστε εμμέσως επι­βε­βαιώ­νε­ται και από το άρθρο 17 Σχ/Ν, το οποίο προ­βλέ­πει την κατα­στροφή του υλικού της ποι­νι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης σε περί­πτωση μη ολο­κλή­ρω­σης της σχε­τι­κής δια­δι­κα­σίας. Εφόσον η ευδο­κί­μηση της ποι­νι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης οδηγεί σε εξά­λειψη της ποι­νι­κής αξίωσης (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3500/2006) και όχι σε κατα­δίκη δεν δικαιο­λο­γεί­ται η απαί­τηση να ανα­γνω­ρί­σει ο υπαί­τιος τα περι­στα­τικά της πράξης του. Η δε δυνα­τό­τητα του θύματος να αξιο­ποι­ή­σει την εν λόγω ανα­γνώ­ριση στο πλαίσιο άλλων μη ποι­νι­κών δια­δι­κα­σιών (αγωγές δια­ζυ­γίου ή ανά­θε­σης της γονικής μέρι­μνας) θα δημιουρ­γή­σει ισχυρό αντι­κί­νη­τρο για την υπαγωγή των δραστών στην δια­δι­κα­σία της δια­με­σο­λά­βη­σης. Περαι­τέρω δεν απο­σα­φη­νί­ζε­ται ποια είναι τα «βασικά περι­στα­τικά της υπό­θε­σης», τα οποία πρέπει να ανα­γνω­ρί­σει ο υπαί­τιος, αν δηλαδή αυτά αφορούν μόνο πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά και ποια ή αν περι­λαμ­βά­νουν και τα υπο­κει­με­νικά στοι­χεία της εγκλη­μα­τι­κής συμπε­ρι­φο­ράς.

Άρθρο 16

Η – έστω και κατ΄ εξαί­ρεση – δυνα­τό­τητα του Εισαγ­γε­λέα να μη δεχθεί με αιτιο­λο­γη­μένη διάταξή του τη συμ­φω­νία των μερών για δια­με­σο­λά­βηση παρα­βλέ­πει ότι ο θεσμός αυτός λει­τουρ­γεί σε δια­προ­σω­πικό επίπεδο και στη­ρί­ζε­ται στην αυτο­νο­μία της βού­λη­σης των μερών. Η προ­στα­σία ευά­λω­των θυμάτων, που δεν συμ­με­τέ­χουν γνησίως ή αυθορ­μή­τως στην ποινική δια­με­σο­λά­βηση εξα­σφα­λί­ζε­ται επαρκώς μέσω της προ­βλε­πό­με­νης στο άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 3500/2006 ανα­δρο­μι­κής άρσης των απο­τε­λε­σμά­των της δια­με­σο­λά­βη­σης σε περί­πτωση υπαί­τιας μη τήρησης των όρων της. Αντι­θέ­τως, στην ορθή κατεύ­θυνση κινεί­ται η προ­βλε­πό­μενη δυνα­τό­τητα του Εισαγ­γε­λέα να τρο­πο­ποι­ή­σει τους όρους της δια­με­σο­λά­βη­σης τάσ­σο­ντας νέους όρους.

Άρθρο 19

Η προ­βλε­πό­μενη στην παρ. 3 δυνα­τό­τητα ανά­γνω­σης της προ­δι­κα­στι­κής κατά­θε­σης του απόντος «θύματος» ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας, όταν το δικα­στή­ριο κρίνει ότι συντρέ­χει λόγος προ­στα­σίας της ψυχικής ή σωμα­τι­κής υγείας εισάγει μια αδι­καιο­λό­γητη από­κλιση από τη γενική πρό­βλεψη του άρθρου 363 παρ. 1 ΚΠΔ. Η δια­φύ­λαξη της ψυχικής ή σωμα­τι­κής υγείας – σε αντί­θεση με τους λοιπούς ανα­φε­ρό­με­νους στο άρθρο 363 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους – δεν καθιστά αδύνατη τη φυσική παρου­σία του φερό­με­νου ως θύματος στο ακρο­α­τή­ριο ούτε είναι δυνατόν να δια­πι­στω­θεί οίκοθεν από το δικα­στή­ριο χωρίς την προβολή τεκ­μη­ριω­μέ­νου αιτή­μα­τος εκ μέρους του. Επειδή δε δεν απαι­τεί­ται αιτιο­λο­γία της σχε­τι­κής κρίσης του δικα­στη­ρίου – σε αντί­θεση με την πρό­βλεψη του άρθρου 363 παρ. 1 ΚΠΔ – δημιουρ­γεί­ται ο κίν­δυ­νος κατά την εφαρ­μογή της διά­τα­ξης να τεκ­μαί­ρε­ται αυθαι­ρέ­τως ως λόγος απου­σίας του φερο­μέ­νου ως θύματος ο κίν­δυ­νος δια­τά­ρα­ξης της ψυχικής ή σωμα­τι­κής υγείας του. Η ανά­γνωση της κατά­θε­σης του απόντος φερο­μέ­νου ως θύματος κατά τα ορι­ζό­μενα στο άρθρο 363 παρ. 1 ΚΠΔ σημαί­νει περαι­τέρω ότι η εμφά­νισή του ενώπιον του δικα­στη­ρίου θεω­ρεί­ται ανέ­φι­κτη. Τούτο όμως έχει ως συνέ­πεια ότι ο κατη­γο­ρού­με­νος απο­στε­ρεί­ται τη δυνα­τό­τητα να αντι­λέ­ξει στην ανά­γνωση της προ­δι­κα­στι­κής κατά­θε­σης του θύματος βάσει του άρθρου 363 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο όμως εφαρ­μό­ζε­ται μόνο εφόσον η εμφά­νιση του μάρτυρα στο ακρο­α­τή­ριο είναι εφικτή. Επο­μέ­νως το άρθρο 19 Σχ/Ν παρα­βιά­ζει του άρθρο 6 παρ. 3 περ. δ’ ΕΣΔΑ και αντι­βαί­νει στην σχετική νομο­λο­γία του ΕΔΔΑ, αφού τα ενήλικα θύματα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας δεν είναι εξ ορισμού ευάλωτα, ώστε να δικαιο­λο­γεί­ται ο περιο­ρι­σμός του υπε­ρα­σπι­στι­κού δικαιώ­μα­τος του κατη­γο­ρου­μέ­νου για την δια ζώσης εξέταση του θύματος, το οποίο είναι πάντοτε ο βασικός και συχνά ο μονα­δι­κός μάρ­τυ­ρας κατη­γο­ρίας.

IV. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΤΟΥ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΧ/Ν: ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ

Άρθρο 24

Η προ­τει­νό­μενη διάταξη παρέχει το δικαί­ωμα του προ­σώ­που που έχει δηλώσει παρά­σταση προς υπο­στή­ριξη της κατη­γο­ρίας αφενός σε σειρά κακουρ­γη­μά­των του ΠΚ (ήτοι του Κεφ. 15ου, 16ου , 18ου και 19ου), αφε­τέ­ρου σε όλα τα εγκλή­ματα (ανε­ξαρ­τή­τως βαρύ­τη­τας) του ν. 3500/2006 περί της ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας να κατα­θέ­σει γραπτό υπό­μνημα ενώπιον του συμ­βου­λίου πλημ/κών που κρίνει για τη χορή­γηση ή μη της από­λυ­σης υπό όρο στον κατα­δι­κα­σθέ­ντα. Έτσι, ο αμέσως παθών, ο οποίος κατά την ποινική δίκη δεν έχει -ορθώς- λόγο για το περί ποινής κεφά­λαιο, αποκτά εκ των υστέρων και αντι­φα­τι­κώς την ιδιό­τητα του οιονεί δια­δί­κου στο στάδιο της έκτισης της ποινής. Η ρύθμιση είναι εξ αυτού του λόγου προ­βλη­μα­τική. Επίσης δεν συνάδει με τις παρ. 5 και 6 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ (για τα δικαιώ­ματα των θυμάτων), όπου προ­βλέ­πε­ται απλώς και μόνον η δυνα­τό­τητα ενη­μέ­ρω­σης του θύματος για τις περι­πτώ­σεις απο­φυ­λά­κι­σης ή από­δρα­σης του κρα­του­μέ­νου, και μάλιστα εφόσον το θύμα ζητήσει να λάβει τις εν λόγω πλη­ρο­φο­ρίες και «υπάρχει ενδε­χό­με­νος ή δια­πι­στω­μέ­νος κίν­δυ­νος βλάβης αυτών, εκτός εάν υπάρχει δια­πι­στω­μέ­νος κίν­δυ­νος βλάβης του δράστη λόγω της κοι­νο­ποί­η­σης των πλη­ρο­φο­ριών».

Άρθρο 25

Με την προ­τει­νό­μενη προ­σθήκη της παρ. 5 στο άρθρο 124 ΠΚ προ­βλέ­πε­ται η δυνα­τό­τητα αντι­κα­τά­στα­σης των ανα­μορ­φω­τι­κών μέτρων με κατ’ οίκον έκτιση ή με παροχή κοι­νω­φε­λούς εργα­σίας και σε περί­πτωση που αυτά δεν επαρ­κούν με περιο­ρι­σμό σε ειδικό κατά­στημα κρά­τη­σης νέων (με μέγιστη διάρ­κεια 3 έτη), εφόσον κατά τη διάρ­κεια ισχύος ασκή­θηκε ποινική δίωξη για πράξη που αν την τελούσε ανή­λι­κος θα ήταν κακούρ­γημα ή αν παρα­βιά­ζο­νται εξα­κο­λου­θη­τικά. Η διάταξη αυτή είναι ανά­λο­γης λογικής με την άστοχη διάταξη του ά. 37 του ΣΧ/Ν, στον βαθμό που ακόμη και η άσκηση ποι­νι­κής δίωξης συνιστά λόγο για την αντι­κα­τά­σταση των ανα­μορ­φω­τι­κών μέτρων, αυστη­ρο­ποιώ­ντας έτσι υπέρ­με­τρα τη ποινική μετα­χεί­ριση των ανη­λί­κων.

Άρθρο 26

Ομοίως, στην αυστη­ρό­τερη ποινική μετα­χεί­ριση των νεαρών ενη­λί­κων κατα­τεί­νει και η προ­τει­νό­μενη τρο­πο­ποί­ηση της παρ. 1 του ά. 130 ΠΚ, με την οποία αλλάζει το όριο ηλικίας ισχύος των ανα­μορ­φω­τι­κών μέτρων από το 25ο έτος στο 21ο έτος της ηλικίας, παρα­γνω­ρί­ζο­ντας τα σύγ­χρονα δεδο­μένα για την ψυχο­πνευ­μα­τική τους ωρί­μανση.

Άρθρο 28

Με την προ­τει­νό­μενη τρο­πο­ποί­ηση του ά. 313 ΠΚ, μόνη η «οπλο­φο­ρία» κάποιων εκ των προ­σώ­πων που συμ­με­τέ­χουν στην συμπλοκή, προ­βι­βά­ζει την απλή συμ­με­τοχή των υπο­λοί­πων -που δεν οπλο­φο­ρού­σαν!- στην συμπλοκή σε κακούρ­γημα (κάθειρξη έως 8 έτη), κατά πρόδηλη παρα­βί­αση της αρχής της ανα­λο­γι­κό­τη­τας (άρθρο 49 παρ.3 ΧΘΔΕΕ).

Άρθρο 30

Με την προ­τει­νό­μενη τρο­πο­ποί­ηση του ά. 360 ΠΚ, καθί­στα­ται αυστη­ρό­τερη η ποινική μετα­χεί­ριση του προ­σώ­που που έχει την επι­μέ­λεια ανη­λί­κου δράστη, ήτοι (α) επι­βάλ­λε­ται πλέον φυλά­κιση έως 3 έτη + χρη­μα­τική ποινή (ενώ σήμερα είναι φυλά­κιση έως 2 έτη) και (β) αν η πράξη του ανη­λί­κου «ενέχει στοι­χεία βίας ή στρέ­φε­ται κατά ανη­λί­κου θύματος ή είναι πράξη που αν την τελούσε ενή­λι­κος θα ήταν κακούρ­γημα» επι­βάλ­λε­ται φυλά­κιση του­λά­χι­στον 1 έτους + χρη­μα­τική ποινή του­λά­χι­στον 10.000 ευρώ. Ιδίως ως προς το δεύτερο εδάφιο, η ρύθμιση είναι άκρως προ­βλη­μα­τική, καθότι δεν δια­κρί­νει μεταξύ των τριών περι­πτώ­σεων και αντι­βαί­νει προ­δή­λως στην αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας. Η δε πρώτη περί­πτωση είναι ασαφής, κατά παρά­βαση της αρχής του ορι­σμέ­νου του ποι­νι­κού νόμου (lex certa – άρθρο 7 παρ. 1 Συντάγ­μα­τος, άρθρο 1 ΠΚ).

Άρθρα 31 και 32

Με τις προ­τει­νό­με­νες δια­τά­ξεις τρο­πο­ποιού­νται ουσιω­δώς τα άρθρα 381 και 405 ΠΚ, αντί­στοιχα, ήτοι: (α) Στα πλημ­με­λή­ματα η δικα­στική άφεση της ποινής γίνεται πλέον δυνη­τική. (β) Για τα δε κακουρ­γή­ματα γίνεται ομοίως δυνη­τική «και εφόσον κριθεί από τις περι­στά­σεις», υπό την προ­ϋ­πό­θεση όμως ότι η πλήρης ικα­νο­ποί­ηση του παθό­ντος λάβει χώρα μέχρι την αμε­τά­κλητη παρα­πο­μπή, δια­φο­ρε­τικά, δηλαδή αν η πλήρης ικα­νο­ποί­ηση λάβει χώρα μέχρι το τέλος της απο­δει­κτι­κής δια­δι­κα­σίας στο πρω­το­βάθ­μιο δικα­στή­ριο, συνιστά απλώς λόγο μείωσης της ποινής (κατ’ ά. 83 ΠΚ). Έτσι, αφενός μεν ματαιώ­νο­νται ουσια­στικά οι μέχρι τούδε στόχοι της απο­κα­τα­στα­τι­κής δικαιο­σύ­νης, ιδίως διότι εκλεί­πει για τον κατη­γο­ρού­μενο το ισχυρό κίνητρο απο­κα­τά­στα­σης της κατά το κατη­γο­ρη­τή­ριο βλάβης του φερο­μέ­νου ως παθό­ντος, αφε­τέ­ρου δε γίνεται ακόμη πιο προ­βλη­μα­τική στην πράξη η σχέση των εν λόγω ουσια­στι­κών ποι­νι­κών δια­τά­ξεων με τους αντί­στοι­χους δικο­νο­μι­κούς θεσμούς. Ας σημειω­θεί ότι η προ­τει­νό­μενη δρα­στική συρ­ρί­κνωση του πεδίου εφαρ­μο­γής των υπό συζή­τηση δια­τά­ξεων του ΠΚ δεν αξιο­λο­γεί παντά­πα­σιν την, σύμφωνα με τις ενδεί­ξεις, επιτυχή έως τώρα λει­τουρ­γία τους στην πράξη προς όφελος των παθό­ντων, όπως επι­βάλ­λει το άρθρο 56 του Ν. 4622/2019.

V. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΤΟΥ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΧ/Ν: ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 35

Στο άρθρο αυτό προ­βλέ­πε­ται για πρώτη φορά η δυνα­τό­τητα παρά­τα­σης της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης του ανη­λί­κου από τους έξι στους εννέα μήνες και αντι­κα­τά­στα­σης των περιο­ρι­στι­κών όρων με προ­σω­ρινή κράτηση όταν οι περιο­ρι­στι­κοί όροι παρα­βιά­ζο­νται επα­να­λαμ­βα­νό­μενα και ασκηθεί σε βάρος του ανη­λί­κου ποινική δίωξη για έγκλημα του άρθρου 127 παρ. 1 ΠΚ. Πέραν του ότι μετα­φέ­ρο­νται στο πεδίο των ανη­λί­κων δραστών οι αντί­στοι­χες άστοχες ρυθ­μί­σεις των άρθρων 36 και 37 για την προ­σω­ρινή κράτηση των ενη­λί­κων (βλ. γι’ αυτές κατω­τέρω), ο νομο­θέ­της επε­κτεί­νει την προ­σω­ρινή κράτηση ανη­λί­κων παρα­βλέ­πο­ντας ότι κατά τη νομο­λο­γία του ΕΔΔΑ (βλ. την πρό­σφατη απόφαση Spišak κατά Τσεχίας της 20.6.2024) η προ­σω­ρινή κράτηση ανη­λί­κων πρέπει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως έσχατο μέτρο και να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη.

Άρθρο 36

Στο άρθρο αυτό προ­βλέ­πε­ται (για πρώτη φορά μετά το Ν. 3811/2009) η δυνα­τό­τητα παρά­τα­σης της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης από το ένα έτος στους δεκα­ο­κτώ μήνες και για τα κακουρ­γή­ματα που τιμω­ρού­νται με πρό­σκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, εφόσον η υπόθεση έχει ήδη εισα­χθεί στο ακρο­α­τή­ριο και το κακούρ­γημα έχει τελε­σθεί στο πλαίσιο εγκλη­μα­τι­κής ή τρο­μο­κρα­τι­κής οργά­νω­σης ή συμ­μο­ρίας ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθό­ντων από αυτό. Η θεσπι­ζό­μενη δυνα­τό­τητα παρά­ταση της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης δεν συν­δυά­ζε­ται με εξαι­ρε­τι­κές περι­στά­σεις, αφού εξαρ­τά­ται εν πολλοίς από τις ίδιες ακριβώς προ­ϋ­πο­θέ­σεις με εκείνες που προ­βλέ­πο­νται στο άρθρο 286 ΚΠΔ για την εξ αρχής επιβολή της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης σε αυτήν την κατη­γο­ρία κακουρ­γη­μά­των πλην όμως με την προ­σθήκη της τέλεσης του εγκλή­μα­τος από απλή συμ­μο­ρία (και όχι από εγκλη­μα­τική οργά­νωση), προ­ϋ­πό­θεση όμως η οποία δεν αρκεί για την επιβολή της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης σύμφωνα με το άρθρο 286 ΠΚ. Περαι­τέρω δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται πώς εννο­εί­ται η εισα­γωγή της υπό­θε­σης στο ακρο­α­τή­ριο, αν δηλαδή αρκεί η επίδοση της κλήσης ή του κλη­τη­ρίου θεσπί­σμα­τος ή αν απαι­τεί­ται και έναρξη της εκδί­κα­σης της υπό­θε­σης. Σε κάθε περί­πτωση η εξάρ­τηση της δυνα­τό­τη­τας παρά­τα­σης της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης από την εξέλιξη της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σίας μαρ­τυ­ρεί ότι αυτό που πρω­τί­στως ενδια­φέ­ρει δεν είναι η εξυ­πη­ρέ­τηση των δικο­νο­μι­κών σκοπών της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης, αλλά κυρίως η αδυ­να­μία έγκαι­ρης εκδί­κα­σης των σχε­τι­κών υπο­θέ­σεων πριν από τη συμπλή­ρωση του έτους της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης.

Άρθρο 37

Για πρώτη φορά στην ποινική νομο­θε­σία μας προ­βλέ­πε­ται η υπο­χρε­ω­τική αντι­κα­τά­σταση των περιο­ρι­στι­κών όρων, που επι­βλή­θη­καν για κακούρ­γημα στην περί­πτωση που κατά το χρόνο ισχύος των περιο­ρι­στι­κών όρων ασκηθεί σε βάρος του κατη­γο­ρου­μέ­νου νέα ποινική δίωξη. Η πρό­βλεψη αυτή αλλοιώ­νει τους σκοπούς των περιο­ρι­στι­κών όρων, που είναι η απο­τροπή του κιν­δύ­νου τέλεσης νέων εγκλη­μά­των και η εξα­σφά­λιση της παρου­σίας του κατη­γο­ρου­μέ­νου στο ακρο­α­τή­ριο (άρθρο 282 παρ. 2 ΚΠΔ) και μετα­τρέ­πει – και μάλιστα κατά τρόπο κακό­τε­χνο και ανορ­θο­λο­γικό – την περίοδο ισχύος των περιο­ρι­στι­κών όρων σε οιονεί χρόνο δοκι­μα­σίας του κατη­γο­ρου­μέ­νου. Η ρύθμιση μετα­φέ­ρει στο πεδίο της προ­δι­κα­σίας την ατυχή πρό­βλεψη του άρθρου 497 παρ. 8 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά το Ν. 5090/2024, κατά την οποία η άσκηση ποι­νι­κής δίωξης για έγκλημα που φέρεται να τελέ­σθηκε κατά το χρόνο της ανα­στο­λής καθιστά δυνατή την ανά­κληση του χορη­γη­θέ­ντος ανα­σταλ­τι­κού απο­τε­λέ­σμα­τος. Μάλιστα το άρθρο 37 Σχ/Ν υπε­ρα­κο­ντί­ζει τα προ­βλε­πό­μενα στο άρθρο 497 παρ. 8 ΚΠΔ και για το λόγο αυτό εκτί­θε­ται σε ακόμη εντο­νό­τερο αντί­λογο. Συγκε­κρι­μένα:

Α. Η προ­τει­νό­μενη ρύθμιση περι­λαμ­βά­νει ένα εξαι­ρε­τικά ευρύ φάσμα κακουρ­γη­μά­των, έτσι ώστε η μετα­τροπή των περιο­ρι­στι­κών όρων σε προ­σω­ρινή κράτηση να απο­τε­λεί μάλλον κανόνα παρά εξαί­ρεση.

Β. Σε αντί­θεση με την αντί­στοι­χης συλ­λο­γι­στι­κής ρύθμιση του άρθρου 497 παρ. 8 ΚΠΔ, η μετα­τροπή των περιο­ρι­στι­κών όρων σε προ­σω­ρινή κράτηση είναι υπο­χρε­ω­τική και όχι δυνη­τική με συνέ­πεια η επιβολή ή μη της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης να εξαρ­τά­ται από το τυχαίο γεγονός του χρόνου άσκησης της ποι­νι­κής δίωξης.

Γ. Η σχετική ευκολία με την οποία στην πράξη ασκεί­ται η ποινική δίωξη (ιδίως στα αυτό­φωρα κακουρ­γή­ματα) δημιουρ­γεί τον κίνδυνο επι­βο­λής προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης λόγω της διά­πρα­ξης άλλου κακουρ­γή­μα­τος, για το οποίο δεν απο­κλεί­ε­ται η μετα­γέ­νε­στερη έκδοση απαλ­λα­κτι­κού βου­λεύ­μα­τος ή αθω­ω­τι­κής από­φα­σης.

Δ. Δεν καθί­στα­ται από το γράμμα της διά­τα­ξης σαφές αν η νέα ποινική δίωξη πρέπει να αφορά στο ίδιο είδος εγκλή­μα­τος, για το οποίο επι­βλή­θηκε ο περιο­ρι­στι­κός όρος ή για οποιο­δή­ποτε κακούρ­γημα από τα ανα­φε­ρό­μενα στην διάταξη.

Ε. Η δυνη­τική αντι­κα­τά­σταση των περιο­ρι­στι­κών όρων με προ­σω­ρινή κράτηση σε περί­πτωση άσκησης ποι­νι­κής δίωξης για πλημ­μέ­λημα δημιουρ­γεί τον κίνδυνο στέ­ρη­σης της προ­σω­πι­κής ελευ­θε­ρίας για εγκλή­ματα μικρής σχετικά απαξίας.

ΣΤ. Το τελευ­ταίο εδάφιο του άρθρου 37 σύμφωνα με το οποίο «Σε κάθε περί­πτωση δια­τάσ­σε­ται η προ­σω­ρινή κράτηση του κατη­γο­ρου­μέ­νου και για τη νέα ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠΔ» πέραν του ότι δεν ακρι­βο­λο­γεί (δεν επι­βάλ­λε­ται προ­σω­ρινή κράτηση για τη δίωξη!) δεν καθιστά απο­λύ­τως σαφές αν για την πράξη, για την οποία ασκεί­ται νέα δίωξη, η προ­σω­ρινή κράτηση είναι άνευ ετέρου υπο­χρε­ω­τική ή εξαρ­τά­ται από τη συν­δρομή των όρων του άρθρου 286 ΚΠΔ, όπως -ορθώς- διευ­κρι­νί­ζε­ται στην Ειση­γη­τική Έκθεση (σελ. 40).

VI. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΦ. ΣΤ΄ΤΟΥ Γ΄ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΧ/Ν: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Άρθρο 78

Το ισχύον άρθρο 162 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ επι­βάλ­λει επί ποινή ακυ­ρό­τη­τος την ανα­γραφή επί του επι­δι­δό­με­νου εγγρά­φου του χρόνου και του τόπου της επί­δο­σης καθώς και του προ­σώ­που στο οποίο αυτό παρα­δό­θηκε. Η πρό­βλεψη ακυ­ρό­τη­τας είναι απόρ­ροια του θεμε­λιώ­δους δικαιώ­μα­τος του κατη­γο­ρου­μέ­νου να πλη­ρο­φο­ρεί­ται εγκαί­ρως και με ακρί­βεια το περιε­χό­μενο του επι­δι­δό­με­νου εγγρά­φου. Η απά­λειψη της ακυ­ρό­τη­τας της επί­δο­σης οσάκις επί του επι­δι­δό­με­νου εγγρά­φου ελλεί­πει κάποιο από τα υπο­χρε­ω­τι­κώς σημειού­μενα ανωτέρω στοι­χεία κατα­δο­λιεύει με χον­δροειδή τρόπο το δικαί­ωμα πλη­ρο­φο­ρή­σεως και υπε­ρα­σπί­σεως του κατη­γο­ρου­μέ­νου και τον παρα­δί­δει αβο­ή­θητο στην επι­πο­λαιό­τητα ή την αδια­φο­ρία του οργάνου επι­δό­σεως. Η προ­τει­νό­μενη ρύθμιση είναι αντί­θετη προς τα άρθρα 6 παρ. 3 β και γ ΕΣΔΑ και 48 ΧΘΔΕΕ και την σχετική νομο­λο­γία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία απαι­τεί­ται πάντοτε να δια­πι­στώ­νε­ται το εάν ο κατη­γο­ρού­με­νος έλαβε πράγ­ματι γνώση της κλη­τεύ­σής του προς απο­λο­γία, εμφά­νιση στο ακρο­α­τή­ριο κ.λπ.

Άρθρο 79

Με το εν λόγω άρθρο προ­τεί­νε­ται η τρο­πο­ποί­ηση του άρθρου 270 ΚΠΔ ώστε η ανά­κριση να περα­τώ­νε­ται με την έκδοση εντάλ­μα­τος συλ­λή­ψεως οσάκις ο κατη­γο­ρού­με­νος θεω­ρεί­ται πρόσωπο άγνω­στης δια­μο­νής «και υπάρ­χουν ενδεί­ξεις ενα­ντίον του», χωρίς να απαι­τεί­ται αυτές να είναι «σοβαρές».

Η προ­τει­νό­μενη ρύθμιση αντι­βαί­νει στα άρθρα 276 παρ. 2 και 286 ΚΠΔ, τα οποία επι­τρέ­πουν την έκδοση εντάλ­μα­τος σύλ­λη­ψης μόνον επί συν­δρο­μής σοβαρών -και όχι απλών- ενδεί­ξεων ενοχής, όπως επι­βάλ­λε­ται από τον εξαι­ρε­τικό χαρα­κτήρα του μέτρου και την συνταγ­μα­τική αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας. Η ρύθμιση τελεί σε ευθεία αντί­θεση προς τα άρθρα 6 και 25 του Συντάγ­μα­τος, και 5 παρ. 1γ της ΕΣΔΑ.

Πηγή: protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.