ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η συγκινητική επιστολή του Βρετανού πρέσβη που φεύγει από την Ελλάδα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Κίττμερ
Μέγεθος γραμμάτων

Ο πρέ­σβης Τζων Κίτ­τμερ, που πολ­λοί χα­ρα­κτή­ρι­σαν πραγ­μα­τι­κό φι­λέλ­λη­να, εγκα­τα­λεί­πει σε λίγες ημέ­ρες το πόστο του και γρά­φει για την Ελ­λά­δα…

Με μια συ­γκι­νη­τι­κή επι­στο­λή προς τους Έλ­λη­νες ο πρέ­σβης του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου στην Αθήνα, Τζων Κίτ­τμερ, απο­χαι­ρε­τά την Ελ­λά­δα και ανα­χω­ρεί για το Λον­δί­νο, όπου είναι η επό­με­νη με­τά­θε­σή του.

Ο πρέ­σβης που πολ­λοί χα­ρα­κτή­ρι­σαν πραγ­μα­τι­κό φι­λέλ­λη­να, εγκα­τα­λεί­πει σε λίγες ημέ­ρες το πόστο του και γρά­φει για την Ελ­λά­δα…

Η ανάρ­τη­ση του Βρε­τα­νού πρέ­σβη στο twitter

 Φω­το­γρα­φί­ες στο twitter από τον αρ­χαιο­λο­γι­κό χώρο Κε­ρα­μει­κού

Εμ­φα­νής η αγάπη του για τα ελ­λη­νι­κά νησιά 

Δια­βά­στε ολό­κλη­ρη την επι­στο­λή του


«Αγα­πη­τοί μου φίλες και φίλοι,

Τα τε­λευ­ταία 32 χρό­νια τα­ξι­δεύω στην πα­τρί­δα σας. Το κάθε βήμα που έκανα, η κάθε κου­βέ­ντα που είχα με σας, ο κα­θέ­νας από σάς που γνώ­ρι­σα, το κάθε τι που έμαθα καθ’οδόν – ολ’ αυτά υπήρ­ξαν για μένα μια απε­ρί­γρα­πτη χαρά και προ­νό­μιο.

Αυτά τα τέσ­σε­ρα τε­λευ­ταία χρό­νια, υπη­ρέ­τη­σα ως Πρέ­σβης της Αυτής Βρε­τα­νι­κής Με­γα­λειό­τη­τας στην Ελ­λη­νι­κή Δη­μο­κρα­τία. Πρό­κει­ται για έναν με­γα­λο­πρε­πή τίτλο και δεν αι­σθα­νό­μουν πάντα άξιος να τον φέρω. Αλλά ξέρω πλέον ότι η με­γα­λο­πρέ­πειά του κρύ­βει πολλά μικρά και απλά πράγ­μα­τα. Και θα τον θυ­μά­μαι με με­γά­λη χαρά ως το τέλος της ζωής μου.

Ήταν με­γά­λη τιμή για μένα να υπη­ρε­τώ τη Βα­σί­λισ­σά μου και την πα­τρί­δα μου σε μια χώρα που, από τα παι­δι­κά μου χρό­νια, αγα­πάω και θαυ­μά­ζω.

Πολ­λοί από σας με έχετε απο­κα­λέ­σει «Φι­λέλ­λη­να» και κοκ­κι­νί­ζω πάντα από υπε­ρη­φά­νεια κάθε φορά που μου το λέτε αυτό.

Στο μυαλό μου λά­μπουν οι μορ­φές όσων πράγ­μα­τι αξί­ζουν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό αυτόν: ο Βύ­ρω­νας, ο Άστιγξ, ο Κό­ντρινγ­κτον, ο Τσώρτς, ο Κά­νινγκ, ο Γλάδ­στων, ο Λη Φέρ­μορ – για να ονο­μά­σω λί­γους μόνο. Όπως κι αυτοί, βε­βαί­ως, έτσι κι εγώ είμαι, πρώτ’ απ’ όλα, πα­τριώ­της: στην πε­ρί­πτω­σή μου, Βρε­τα­νός, Άγ­γλος και Yorkshireman. Και το κύριό μου κα­θή­κον εδώ ήταν να υπη­ρε­τή­σω τα συμ­φέ­ρο­ντα των συ­μπα­τριω­τών μου. Ελ­πί­ζω να το έπρα­ξα.

Αλλά για μένα, το να υπη­ρε­τώ στην Ελ­λά­δα έμελ­λε να ση­μαί­νει πά­ντο­τε κάτι  (ακόμα) πε­ρισ­σό­τε­ρο από αυτό.

Η πα­τρί­δα σας με γο­ή­τευε από όταν ήμουν παιδί, όταν ο πα­τέ­ρας μου μας έφερε ανα­μνη­στι­κά από τα επαγ­γελ­μα­τι­κά του τα­ξί­δια στην Ελ­λά­δα. Και βάλ­θη­κα να μάθω τα αρ­χαία ελ­λη­νι­κά μόλις στά­θη­κε δυ­να­τό. Ήξερα ότι αυτό θα μου άνοι­γε τον δρόμο για τη γλώσ­σα της Και­νής Δια­θή­κης και την γνώση αυτής που θεωρώ πάντα ιερή γλώσ­σα.

Έτσι, ερω­τεύ­τη­κα γρή­γο­ρα την γλώσ­σα των προ­γό­νων σας: τόσο πε­ρί­πλο­κη, τόσο ευ­έ­λι­κτη, τόσο λε­πτο­με­ρής, τόσο όμορ­φη.Και πίσω της, υπάρ­χει μια θαυ­μά­σια λο­γο­τε­χνία.

Οι κα­θη­γη­τές μου με έμπνευ­σαν και ο κα­λύ­τε­ρος από αυ­τούς μας έφερε, τους συμ­φοι­τη­τές μου κι εμένα, εδώ το 1984. Πε­ρά­σα­με ένα μηνα πε­ρί­που εδώ και για μένα ήταν απο­κά­λυ­ψη. Ήταν άνοι­ξη, ήταν Πάσχα και η Ελ­λά­δα ξυ­πνού­σε.

Ερω­τεύ­τη­κα και πάλι: αυτή τη φορά επρό­κει­το για την πα­τρί­δα σας. Το τοπίο της (γη και θά­λασ­σα), τα μνη­μεία της, η κου­ζί­να της, το υπέ­ρο­χα τέ­λειο κλίμα της, οι ιδιο­συ­γκρα­σί­ες της (τόσο δια­φο­ρε­τι­κές από τις αγ­γλι­κές ιδιο­συ­γκρα­σί­ες) – όλα με μά­γε­ψαν. Κι ερω­τεύ­τη­κα το ίδιο έντο­να κι εσάς τους Έλ­λη­νες.

Αυτά τα πρώτα χρό­νια των τα­ξι­διών μου εδώ, ο κάθε Έλ­λη­νας που συ­να­ντού­σα φαι­νό­ταν ότι ήταν ο κο­μι­στής και η εν­σω­μά­τω­ση κά­ποιου μυ­στη­ριώ­δους, κά­ποιου από­κρυ­φου και, όμως, απλού νο­ή­μα­τος, στο οποίο εσείς οι Έλ­λη­νες εί­χα­τε πρό­σβα­ση και το οποίο εμείς οι δυ­τι­κοί εί­χα­με ξε­χά­σει.

Καθώς μά­θαι­να να προ­σαρ­μό­σω τα αρ­χαία μου στη σύγ­χρο­νη εποχή, κάθε βρα­δύ­γλωσ­ση κου­βέ­ντα που είχα, ήταν σαν να τρα­βού­σε μα­λα­κά το νήμα της αρ­χαιό­τη­τας από τους αιώ­νες στον σύγ­χρο­νο κόσμο.  Όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο μά­θαι­να για τη γλώσ­σα σας, τα έθιμά σας, τη θρη­σκεία σας, την ιστο­ρία σας, τη λο­γο­τε­χνία σας και τον πο­λι­τι­σμό σας, τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο σας αγα­πού­σα.

Ίσως να υπε­ρέ­βαλ­λα. Ίσως να είχα κιό­λας μπλε­χτεί  στο ρο­μάν­τσο του φι­λελ­λη­νι­σμού. Ίσως να έβλε­πα μόνο αυτά που ήθελα να τα δω. Αλλά μένω πλέον στην πα­τρί­δα σας εδώ και τέσ­σε­ρα χρό­νια και η αλή­θεια είναι ότι δεν έχω αλ­λά­ξει γνώμη.

Βιώ­σα­τε εφτά πολύ δύ­σκο­λα χρό­νια.  Το γνω­ρί­ζω και γνω­ρί­ζω και τον αντί­κτυ­πό του  – και με λυπεί βαθιά. Αλλά σας ζη­τού­σα να μην απελ­πί­ζε­στε.

Ο δέ­κα­τος-ένα­τος αιώ­νας, παρά τις όποιες δυ­σκο­λί­ες, ήταν έν­δο­ξος για σας. Το 1821, ανά­ψα­τε την φλόγα της λευ­τε­ριάς και υπο­δεί­ξα­τε ότι, όσο δυ­να­τά κι αν την χτυ­πούν οι άνε­μοι, άπαξ και ανά­ψει, δεν σβή­νει.

Αλλά ο ει­κο­στός αιώ­νας, αν και ξε­κί­νη­σε καλά, απο­δεί­χτη­κε εν πολ­λοίς  τραυ­μα­τι­κός.

Η ήττα στη Μι­κρα­σία, η ανταλ­λα­γή πλυ­θυ­σμών, οι δι­κτα­το­ρί­ες, η Κα­το­χή, ο Εμ­φύ­λιος, ο Ψυ­χρός Πό­λε­μος, η χού­ντα. Κι όμως, εσείς πα­ρα­μέ­να­τε απτό­η­τοι ως λαός κατά τη διάρ­κεια όλων αυτών. Κάθε φορά, βγαί­να­τε από τις πε­ρι­πέ­τειές σας με το κε­φά­λι ψηλά και ακόμα πιο απο­φα­σι­σμέ­νοι.

Οι συ­μπα­τριώ­τες μου δεν θα ξε­χά­σουν ποτέ αυτά που κά­να­τε για την πα­τρί­δα μου, την Ελ­λά­δα την ίδια και την λευ­τε­ριά, κατά τον Πρώτο και τον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο.  Κάθε χρο­νιά της θη­τεί­ας μου, στα στρα­τιω­τι­κά κοι­μη­τή­ρια της Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας στη Βό­ρεια Ελ­λά­δα, την Κρήτη, τα μι­κρό­τε­ρα νησιά και το Φά­λη­ρο, υπέ­βα­λα τα σιω­πη­λά μου σέβη, σε όσους πλή­ρω­σαν το έσχα­το τί­μη­μα για όλα αυτά τα θε­με­λιώ­δη ιδα­νι­κά στα οποία εσείς κι εμείς πι­στεύ­ου­με.

Από τη δε­κα­ε­τία του 1980 και πέρα, αρ­χί­σα­τε να επου­λώ­νε­τε τις ουλές του Εμ­φύ­λιου και να βρί­σκε­τε ένα και­νούρ­γιο στή­ριγ­μα σε αυτό που έμελ­λε να γίνει η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση. Θυ­μά­μαι κι εγώ τη δε­κα­ε­τία ανά­πτυ­ξης από το 1995. Δεν ήταν χί­μαι­ρα, αν και δεν ήταν όλα ιδε­ώ­δη.

Απέ­δει­ξε σε όλους αυτό που ήδη ξέ­ρα­με από αυ­τούς τους συ­μπα­τριώ­τες σας που έρ­χο­νται συχνά στη Βρε­τα­νία και μέ­νουν ανα­με­σά μας, δου­λεύ­ο­ντας και σπου­δά­ζο­ντας: έχετε επι­χει­ρη­μα­τι­κό πνεύ­μα και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα, κά­νε­τε λα­μπρές σπου­δές, και, όντως, δου­λεύ­ε­τε σκλη­ρά. Οι αρε­τές αυτές, όταν τις συ­νε­νώ­σε­τε σε ένα πε­τυ­χη­μέ­νο πο­λι­τι­κό και οι­κο­νο­μι­κό πρό­γραμ­μα, θα σας βγά­λουν από τις δυ­σκο­λί­ες και πάλι, και θα σας επι­τρέ­ψουν να να στα­θεί­τε πε­ρή­φα­να.

Στα επό­με­να χρό­νια, η δική μου χώρα θα απο­χω­ρή­σει από την Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση. Έχου­με πολλά να δια­πραγ­μα­τευ­τού­με πριν διευ­κρι­νι­στεί η μορφή της τε­λι­κής συμ­φω­νί­ας. Αλλά εί­μα­στε απο­φα­σι­σμέ­νοι να εμ­βα­θύ­νου­με και να ενι­σχύ­σου­με τις δι­με­ρείς μας σχέ­σεις με τα κράτη-μέλη της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

Αυτά τα τέσ­σα­ρα τε­λευ­ταία χρό­νια, δού­λε­ψα σκλη­ρά, ώστε να καλ­λιερ­γή­σω στε­νούς δε­σμούς με­τα­ξύ του ελ­λη­νι­κού και του βρε­τα­νι­κού λαού, καθώς και με­τα­ξύ της βρε­τα­νι­κής και της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης. Ίσως να μην ακού­γο­μαι με­τριό­φρων αλλά ει­λι­κρι­νά πι­στεύω ότι η Πρε­σβεία μου κι εγώ τα κα­τα­φέ­ρα­με  καλά σ’ αυτό. Από το τέλος της βδο­μά­δας αυτής, δεν θα είμαι πλέον εγώ υπεύ­θυ­νος για το έργο αυτό.  Αλλά για όλη την υπό­λοι­πή μου στα­διο­δρο­μία αλλά και μετά, θα κάνω ό,τι περ­νά­ει από το χέρι μου σε επαγ­γελ­μα­τι­κό και προ­σω­πι­κό επί­πε­δο, ώστε να ενι­σχύ­σω και να δυ­να­μώ­σω τους δε­σμούς μας.

Η συμ­μα­χία μας και η φιλία μας είναι πιο ση­μα­ντι­κές από ο,τι­δή­πο­τε άλλο για μένα.

Το Σάβ­βα­το, θα ξε­κι­νή­σω ένα μακρύ, αργό τα­ξί­δι μέσα από την Ευ­ρώ­πη – επι­στρέ­φω πίσω στο Λον­δί­νο, όπου θα ανα­λά­βω τα κα­θή­κο­ντά μου ως Διευ­θυ­ντής του τμή­μα­τος των Υπερ­πό­ντιων Εδα­φών στο Υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών.

Ο σύ­ντρο­φός μου, Ντέι­βιντ, κι εγώ θα πά­ρου­με μαζί μας τις πιο δυ­να­τές και χα­ρού­με­νες ανα­μνή­σεις από την επαγ­γελ­μα­τι­κή μας στα­διο­δρο­μία  αλλά και την προ­σω­πι­κή μας ζωή στην Ελ­λά­δα.

Για όλες αυτές τις ανα­μνή­σεις, χρω­στά­με ευ­γνω­μο­σύ­νη σε σας: τους Έλ­λη­νες φί­λους μας. Εσείς κά­να­τε αυτά τα τέσ­σε­ρα χρό­νια, για εμάς του­λά­χι­στον, ανε­κτί­μη­τα.

Στο βρε­τα­νι­κό δι­πλω­μα­τι­κό σώμα, οι πρέ­σβεις δεν διο­ρί­ζο­νται δεύ­τε­ρη φορά σε χώρα όπου ήδη έχουν υπη­ρε­τή­σει.

Οπότε, τε­λεί­ω­σε ορι­στι­κά η δι­πλω­μα­τι­κή μου κα­ριέ­ρα στην Ελ­λά­δα. Αλλά μην έχετε καμία αμ­φι­βο­λία: θα ξα­νάρ­θου­με. Για δια­κο­πές, για τις ακα­δη­μαϊ­κές μου σπου­δές, για να δούμε τους φί­λους μας εδώ.  Άρα, δεν πρό­κει­ται για «αντίο» αλλά για «στο επα­νι­δείν».

Εύ­χο­μαι σε όλους σας ει­ρή­νη, χαρά και κάθε καλό για Χρι­στού­γεν­να, το Νέο Έτος και το μέλ­λον.

Πάντα φίλος σας,

Τζων Κίτ­τμερ

6 Δε­κεμ­βρί­ου 2016

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.