- Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου ανέτρεψε τη ρύθμιση οφειλής του 1998 μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και Alpha Bank λόγω μη καταβολής δόσεων, αναβιώνοντας την αρχική οφειλή.
- Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1980 και περιλαμβάνει μια σύμβαση πίστωσης που κατέληξε σε διαταγή πληρωμής το 1992.
- Η αγωγή της εταιρίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και το αίτημα περιορισμού της οφειλής δεν ευδοκίμησε, αφήνοντας το χρέος άλυτο.
- Η συμφωνία του 1998 περιλάμβανε «κούρεμα» της οφειλής κατά 551 εκατομμύρια δραχμές, αλλά η αποπληρωμή της περιορισμένης οφειλής δεν ολοκληρώθηκε.
• Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε ότι η ρύθμιση οφειλής του 1998 μεταξύ της εταιρίας και της Alpha Bank ανατράπηκε λόγω μη καταβολής δόσεων, με αποτέλεσμα να αναβιώσει ολόκληρη η αρχική οφειλή
Μια δικαστική διαμάχη με ρίζες στη δεκαετία του 1980 έφτασε σε κρίσιμο σταθμό, καθώς το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου εξέδωσε την απόφασή του επί της έφεσης που άσκησε ανώνυμη εταιρία με έδρα την Ιαλυσό κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή τους σε βάρος της τράπεζας Alpha Bank και της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων Cepal Hellas.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς 2 κεφάλαιά της, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου, κατέληξε σε αποτέλεσμα που ουδόλως δικαιώνει τους εκκαλούντες στην ουσία της διαφοράς.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το αίτημα περιορισμού της οφειλής με βάση τη νομοθεσία περί ανατοκισμού δεν ευδοκίμησε και το ζητούμενο της απαλλαγής από χρέος που ξεπέρασε στην πορεία το 1,2 δισεκατομμύριο δραχμές παρέμεινε ανεκπλήρωτο.
Μια οφειλή που ξεκίνησε το 1986
Η υπόθεση ανάγεται στην υπ’ αριθμόν 2840 της 21ης Αυγούστου 1986 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία είχε συνάψει εταιρεία ως πιστούχος με την τότε «Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.», μετέπειτα Alpha Bank, με έναν Ροδίτη επιχειρηματία να συμβάλλεται ως εγγυητής. Ακολούθησαν 3 πρόσθετες πράξεις αύξησης του ορίου της πίστωσης, ενώ στις 30 Ιανουαρίου 1992 η τράπεζα προχώρησε σε οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών και σε καταγγελία της σύμβασης, που κοινοποιήθηκε στους οφειλέτες στις 7 Φεβρουαρίου 1992.
Με βάση την εξέλιξη αυτή εκδόθηκε το 1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η εταιρία και ο εγγυητής υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 279.514.691 δραχμών με τον νόμιμο τόκο από τις 31 Ιανουαρίου 1992, πλέον δικαστικής δαπάνης 5.605.290 δραχμών. Οι οφειλέτες άσκησαν αρχικά ανακοπή, από την οποία όμως παραιτήθηκαν το 1993, ενώ μετά τη δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν άσκησαν νέα ανακοπή, με συνέπεια ο τίτλος να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου. Ακολούθησαν αναγκαστικές κατασχέσεις σε βάρος της ακίνητης περιουσίας τους το 1996, όταν η απαίτηση είχε ήδη διογκωθεί στις 802.013.065 δραχμές.
Η ρύθμιση του 1998 και το «κούρεμα» των 551 εκατομμυρίων
Κομβικό σημείο της υπόθεσης αποτελεί η έγγραφη συμφωνία της 16ης Νοεμβρίου 1998, τιτλοφορούμενη ως πρόσθετη πράξη αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως οφειλής. Με αυτήν, πιστούχος και εγγυητής αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα οφειλή ύψους 1.222.886.077 δραχμών, ενώ η τράπεζα, όπως αναφέρεται στο κείμενο της συμφωνίας, χάριν της εξυγίανσης και της οικονομικής ανάπτυξης της επιχείρησης, δέχθηκε να περιορίσει την απαίτησή της κατά 551.458.957 δραχμές, στο ποσό των 671.427.120 δραχμών, εκτοκιζόμενο από την 1η Ιουλίου 1998.
Η αποπληρωμή της περιορισμένης οφειλής συμφωνήθηκε τμηματικά. Πέραν ήδη του καταβληθέντος ποσού 230.000.000 δραχμών, προβλέφθηκαν καταβολές 50.000.000 δραχμών στις 31 Δεκεμβρίου 1998 και έως τις 31 Μαρτίου 1999, ενώ το υπόλοιπο θα εξοφλούνταν σε 10 έτη με εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με πρώτη στις 30 Ιουνίου 1999 και τελευταία στις 30 Ιουνίου 2008. Στη σύμβαση, ωστόσο, περιλήφθηκε κρίσιμος όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση μη καταβολής έστω μίας δόσης, η οφειλή αναβιώνει ολόκληρη, θεωρείται ως μηδέποτε ρυθμισθείσα και καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Ρητά, μάλιστα, συνομολογήθηκε ότι με τη ρύθμιση δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής, αλλά απλώς παρέχεται διευκόλυνση για την εξόφλησή της.
Οι δόσεις της 30ής Ιουνίου 2000 και της 31ης Δεκεμβρίου 2000, ύψους 53.339.309 δραχμών, δεν καταβλήθηκαν. Τον Ιανουάριο του 2001 η τράπεζα κοινοποίησε εξώδικη δήλωση ότι η σύμβαση έπαυσε να ισχύει και, χρόνια αργότερα, το 2016, συνέχισε τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με νέες κατασχέσεις σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των οφειλετών.

Η αγωγή του 2023 και η πρωτόδικη απόρριψη
Το 2023 η εταιρεία και ο εγγυητής άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωριστική αγωγή, υποστηρίζοντας ότι με τη συμφωνία του 1998 επήλθε άφεση χρέους και ότι, στην πραγματικότητα, καταργήθηκε η ενοχή από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και συστάθηκε νέα από τοκοχρεωλυτικό δάνειο. Διατείνονταν ακόμη ότι η διαλυτική αίρεση της σύμβασης αφορούσε μόνο στο περιορισμένο υπόλοιπο και όχι στο σύνολο του αρχικού χρέους, ότι οι δόσεις είχαν παραγραφεί λόγω παρέλευσης πενταετίας και, επικουρικά, ότι η οφειλή τους έπρεπε να περιοριστεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, στο ποσό των 2.590.914,86 ευρώ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε το 2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία την απέρριψε ως προς την Alpha Bank ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, έκρινε απαράδεκτα ορισμένα αιτήματα λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, χαρακτήρισε μη νόμιμη την επικουρική βάση και απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση τον Νοέμβριο του 2025, ενώ ακολούθησαν και πρόσθετοι λόγοι έφεσης τον Ιανουάριο του 2026.
Η κρίση του Εφετείου για τη φύση της συμφωνίας
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, απέρριψε τον βασικό συλλογισμό των εκκαλούντων. Έκρινε ότι η συμφωνία του 1998 δεν συνιστά σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς με αυτήν δεν χορηγήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αλλά σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, εντασσόμενη στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας. Οι συμβαλλόμενοι, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, δεν αποσκοπούσαν στην απόσβεση της παλαιάς ενοχής και στην αντικατάστασή της από νέα, αλλά στην ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης παράλληλα προς την παλαιά και χάριν εξόφλησής της, όπως άλλωστε προέκυπτε από τον ρητό όρο περί μη ανανέωσης της οφειλής και από τη διατήρηση των εμπράγματων εξασφαλίσεων.
Κρίσιμη υπήρξε και η ερμηνεία της διαλυτικής αίρεσης. Το Εφετείο δέχθηκε ότι, με τη μη καταβολή των δόσεων του έτους 2000, η αίρεση πληρώθηκε και ανατράπηκαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της σύμβασης, με συνέπεια να αναβιώσει όχι μόνο το περιορισμένο υπόλοιπο των 671.427.120 δραχμών, αλλά η συνολικά αναγνωρισθείσα οφειλή των 1.222.886.077 δραχμών, όπως αδιάστικτα συνάγεται, κατά το σκεπτικό, από τη γραμματική διατύπωση των σχετικών συμβατικών όρων. Ισχυρισμός των εκκαλούντων περί μη πλήρωσης της αίρεσης, που προβλήθηκε το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, καθώς έπρεπε να είχε προταθεί ως λόγος έφεσης.
Οι μεταβιβάσεις της απαίτησης και οι πρόσθετες παρεμβάσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαδρομή της απαίτησης, η οποία αποτυπώνει τη σύγχρονη πραγματικότητα της δευτερογενούς αγοράς κόκκινων δανείων. Η Alpha Bank, στο πλαίσιο τιτλοποίησης, μεταβίβασε το 2018 την απαίτηση στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού Lana Securitization S.a.r.l., με έδρα το Λουξεμβούργο, η οποία ανέθεσε τη διαχείρισή της στην Cepal Hellas.
Ακολούθησαν διαδοχικές μεταβιβάσεις, με την απαίτηση να καταλήγει τον Δεκέμβριο του 2025 στη μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία «Travel Heart Hotel Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε.», με έδρα τον Άγιο Δημήτριο Αττικής, η οποία ανέθεσε τη διαχείριση στην εταιρία Silverton Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π. Η τελευταία άσκησε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου 2 πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των εφεσίβλητων. Η πρώτη κρίθηκε μεν παραδεκτή και νόμιμη ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απορρίφθηκε όμως τελικά ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η δεύτερη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει έννομου συμφέροντος για την άσκησή της.
Στη δίκη, την Cepal Hellas εκπροσώπησε η δικηγόρος Ρόδου κ. Δέσποινα Κούττη, η οποία κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ τους εκκαλούντες εκπροσώπησε ο δικηγόρος Τρικάλων κ. Αντώνιος Πράτας. Η Alpha Bank παραστάθηκε δια του δικηγόρου Αθηνών κ. Αντωνίου Παναγούλη και η Silverton δια των δικηγόρων Αθηνών κ.κ. Νικολάου Μόσχου και Παρασκευής Μωραΐτη.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














